6 ΑΛΒΑΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΧΙΛΛΕΑ ΓΚΑΡΟΥ

garos-achileasΟ Αχιλλέας Γκάρος γεννήθηκε στη Λοβίνα Άνω Δερόπολης το 1959. Το 1984 ολοκληρώνει τις σπουδές στο Ανώτατο Ινστιτούτο Τεχνών (σήμερα Πανεπιστήμιο Καλλών Τεχνών), Τμήμα Σκηνοθεσίας. Για μια εξαετία εργάζεται στο Θέατρο και την Επιθεώρηση της πόλης του Αργυρόκαστρου ως σκηνοθέτης και ηθοποιός. Το 1991 μεταναστεύει στην Ελλάδα, Ιωάννινα, όπου διαμένει ακόμη σήμερα. Δραστηριοποιείται ως σκηνοθέτης, οπερατέρ, παραγωγός και δημοσιογράφος. Το 1997 εκλέγεται από την Αλβανική Βουλή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Αλβανικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, με την ιδιότητα του εκπροσώπου των μειονοτήτων.

Το έτος 1990, σε δική του μετάφραση και σκηνοθεσία ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου «Μπύλις» της πόλης Φίερη, με τον θίασο της Επιθεώρησης, η κωμωδία «Ένας βλάκας και μισός», του Δημήτρη Ψαθά. Στη συνέχεια μεταφράζει τις κωμωδίες του ιδίου συγγραφέα «Ο αχόρταγος» και «Το στραβόξυλο», οι οποίες ανεβαίνουν, η πρώτη σε  σκηνοθεσία του Σπύρου Ντούνη, με τον θίασο «Σκάμπα» της πόλης Ελμπασάν, ενώ η δεύτερη, σε σκηνοθεσία της Ἐλλης Μπίτση, στο Θέατρο Αργυροκάστρου.

Το διάστημα αυτό συνεχίζει να μεταφράζει διάφορα έργα, κυρίως ποίηση, από την ελληνική στην αλβανική γλώσσα και αντίστροφα. Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» (του Διονυσίου Σολωμού) είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει.

 


ΙΣΜΑΗΛ ΚΑΝΤΑΡΕ (1936 -)


 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ

Η δημιουργία μιας ποιητικής συλλογής
                                με την ανέγερση μιας πόλης μοιάζει.
Σχεδιασμός τετραγώνων. Άνοιγμα δρόμων, πλατειών.
Σχέδια ξανά. Άγρυπνες νύχτες. Μουντζουρώματα. Σκαλωσιές.
Ρυμοτόμηση των σκέψεων. Αρχιτεκτονική της φαντασίας.
Τώρα τα πάντα είναι έτοιμα.

Να, μπήκαν οι τίτλοι των ποιημάτων,
                                οι πινακίδες των δρόμων, των καφενείων.
Ύστερα η υποδιαίρεση σε κύκλους (έπη, γειτονιές, συνοικίες).
Ο κύκλος των πεσόντων σαν τα μνημεία
                                των ηρώων σε κάθε πόλη.
Ασφαλτοστρώθηκαν οι αυτοκινητόδρομοι της ποίησης,
                                οι πλατείες, το κέντρο.
Τα βασικά μοτίβα όπως οι γραμμές των αστικών
απ’ άκρη σ’ άκρη, οι διασταυρώσεις,
                               οι φωτεινοί σηματοδότες.
Έτοιμο το βιβλίο.
Και τώρα αναμένεται ο κόσμος, οι πολίτες.
                                Θα ‘ρθουν άραγε;!
Ή μήπως πάνω στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στις παιδικές χαρές,
                                θα θροΐζουν μόνο τα φύλλα.
Εκεί, που θα ηχούν τα βήματα της μοναξιάς του ποιητή;!

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Μάιος 2014

 

ΔΕ ΜΕ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Ο χρόνος δε με παίρνει να ξεχάσω πράγματα,
απ’ το μυαλό μου να τα βγάλω μια και καλή.
Για τους αρχαίους τραγωδούς, τους κεραυνούς,
θα χρειαστώ δυο χρόνια το πολύ.

Και ίσως άλλα τόσα για το Δάντη,
βάλε και πόσα για τα γαλλικά, τις διακοπές
και ίσως τη στιγμή που θα σβήνω τις γυναίκες
το σκότος να φανεί στις παρυφές.

Σαν ταξιδιώτης υπερφορτωμένος,
σε πτήση που οπού να ‘ναι αναχωρεί,
με το υπέρβαρο στην κουρασμένη πλάτη,
το μαύρο τάφο μου να ψάχνω εδώ και εκεί.

Λέω να ξεφορτωθώ το περιττό φορτίο.
Να το πετάξω, πότε, που και πως;!
Αδυνατώ να κατέβω μαζί του κάτω,
μα ούτε να τ’ αφήσω μπορώ, δυστυχώς.

Σκεπτόμενος, την ύστατη στιγμή σαν φτάνω,
λόγο σιωπής, τι ομηρία τραγική,
ένα νεύμα ακατανόητο ίσως κάνω,
και χαιρετώντας σας, να φύγω από τη ζωή.

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Απρίλιος 2013

 

 


ΜΙΛΟΣΙ ΓΚΙΕΡΓΚΙ ΝΙΚΟΛΑ – ΜΙΓΚΙΕΝΙ (1911-1938)


 

ΑΣΤΙΚΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ

Ψες
ο μουντός ουρανός και τ’ άστρα
μια θλιβερή σκηνή παρακολούθησαν:
Σκιά… όχι! – μια γυναίκα ήταν
με πρόσωπο χλωμό και μάτια
μαύρα σαν τη ζωή της,
με χείλη ζαρωμένα από το κλάμα,
με πληγές το στήθος στολισμένο
με ψυχή και ρούχο ξεσκισμένο,
μια γυναικεία σκιά,
ένα ψεγάδι αυτού του κόσμου,
ένα φάντασμα της πείνας
χόρευε στη μεγάλη λεωφόρο.
Δυο βήματα μπρος, δυο βήματα πίσω
με τα πόδια γυμνά
με σκασμένη καρδιά.
Δυο βήματα δεξιά, άλλα δυο αριστερά
με άσπρα μαλλιά
σπλάχνα παγερά.
Κάποτε
όταν τα στήθια της περήφανα
σκορπούσαν ευωδιά
σαν ήταν νια –
τότε πολλοί την ποθούσαν.
Και τώρα;!
Αυτός ο έξαλλος χορός, η ζωή της,
στα σοκάκια της δικής μας πόλης,
μια ζωή σβησμένη, ζωή μαραμένη,
ψυχή μολυσμένη, καρδιά πονεμένη,
υποχθόνια κραυγή, π’ αντηχά,
που χορεύει τη νύχτα αργά
στης  πόλης μας τ’ άδεια στενά.

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Νοέμβριος 2013

 

ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Στη δίκη μας πατρίδα
παντού κυματίζουν
οι σημαίες μιας θλιμμένης
μελαγχολίας…
και κανείς δε μπορεί να πει
πως εδώ ζει
ένας λαός που κτίζει
κάτι καινούργιο.
Εδώ εκεί υπό τις σκιές
των σημαιών
μπορείς να διακρίνεις
μια προσπάθεια, ένα βήμα
μεγαλειώδη σαν θανάτου κύμα
να φέρει στο φως ένα μεγαθήριο!
Μα ωχ, τι ειρωνεία
γεννιέται απ’ όλο αυτό το μαρτύριο
μόνο ένα ποντίκι.
Κι όλη η κωμωδία
φέρνει γέλιο τρανό
και μες τον καημό
αγανακτούμε.
Στην είσοδο κάθε σκεπής
όπου αχνίζει σημάδι ζωής
κυματίζει και από μια σημαία
γεμάτη λύπη, μελαγχολία.

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Δεκέμβριος 2012

 

 


ΝΑΙΜ ΦΡΑΣΙΕΡΙ (1846-1900)


 

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΑΚΙ…

Τον καιρό που ο Ήλιος ως θαμπός φανός,
όπου Γης και Σελήνη στου αιθέρα το φως,
όταν Γης και Φεγγάρι και Ήλιος λαμπρός
μες της βράση της κόλασης γινόταν ατμός
και χωρίσαν αγάλι η Γης κι η Σελήνη,
σε λίγο απ’ τη μάνα έφυγε κι εκείνη,
Κι ο καθείς μες το σύμπαν στήθηκε με χάρη
σαν άστρο λαμπρό τ’ ουρανού καμάρι.
Κι ο πλανήτης ετούτος φόρεσε φλοιό,
γέμισε με ζώα, δέντρα και νερό.

Όταν συνέβαινε αυτό, το θαύμα το βλοημένο,
εσύ λουλούδι μου γλυκό που ήσουνα κρυμμένο;!… 

Μεταφορά στην ελληνική:      
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Ιανουάριος 2014

 

 


ΝΤΡΙΤΕΡΟ ΑΓΚΟΛΙ (1931 – )


 

Η ΜΑΝΑ

Λιγόστεψε η μάνα και έλιωσε αγάλι, 
ελαφρύ θαλασσοπούλι, αλαργινό˙
και μια χαραυγή, πριν ο ήλιος προβάλει,
στα σύννεφα πέταξε με έναν στεναγμό.

Και κρύφτηκε εκεί, στην Πούλια παρέα να κάνει,
κι εμείς: συγχωρεμένη!… δεν την είδαμε πια,
Μα ένα κύμα θλιμμένων ονείρων, τυγχάνει,
σα λεύκη βαρκούλα, μου τη φέρνει κοντά…

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Ιούλιος 2014

 

Μ’ ΕΝΑΝ ΙΕΡΕΑ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

Στη Ρώμη εκεί σε μια ταβέρνα
έμπλεξα μ’ έναν ιερέα,
καλό κρασί, γλυκιά λατέρνα,
και τον Κικέρωνα παρέα.

Μες το ποτό και μες το χάος,
ρωτάει: «Είσαι καθολικός;!»
Ήταν καλός παππούλης, πράος,
ε, είπα, ας μη φανώ κακός.

Του απάντησα με ψυχραιμία:
«Τούτο κρασί σαν το μπαλσάμι
που δε ρωτάει για τη θρησκεία
το πίνουνε και  μουσουλμάνοι.

Καθολικοί οι πρόγονοί μου
και οι γονείς μου μπεκτασήδες,
εγώ, το εγγόνι, στην ψυχή μου,
πιστεύω μόνο τους μπεκρήδες.

Βαρέθηκαν οι δόλιοι οι γέροι,
ναούς ν’ αλλάζουν μες τους χρόνους.
Έτσι κι εγώ τράβηξα χέρι,
από θεούς κι από δαιμόνους…»

Και αποκρίθηκε ως Νέρων,
αφού το σκέφτηκε αρκετά,
απήγγειλε λίγο Κικέρων,
μουρμουρητά, λατινικά.

Στα μάτια του έλαμψε μια σπίθα.
Τρεμόσβησε σαν ο φακός.
Γέλασε μες από τα στήθια:
«Κρίμα, γίνου καθολικός!»

Την πόρτα κοίταξα να φύγω
και είπε ο ιερέας: «Στάσου!…
Κάτσε να πιούμε ακόμα λίγο.
Για την καθολική καρδιά σου!»

Ξέχασε τα θρησκευτικά του,
Κικέρων, Δάντη, Ντάριο Φο.
Κι έβαλε τα λατινικά του,
Έπινε… με το Ντριτερό…!

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Μάρτιος 2014

 

 


ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΣΤΑΥΡΕ ΝΤΡΕΝΟΒΑ – ΑΣΝΤΡΕΝΙ (1872-1947)


 

Η ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ

Η καημένη η παπαρούνα,
άστεγη, στο πουθενά,
τη ζωή της την περνά.
Μοναχή στα ριζοβούνια.
Ταπεινά!

Στις πλαγιές, στους λόφους πέρα,
στη θέρμη, στην παγωνιά
ομορφούλα, κοκκινιά.
Κι έρχεται βοριάς μια μέρα.
Πουθενά!

Όλοι την ποδοπατούνε.
Απ’ τους κήπους μακριά,
μια φροντίδα δε ζητά.
Και καθώς την προσπερνούνε.
Πάει πια!…

Αχ! το πορφυρό της χρώμα
άστρο που φεγγοβολά,
γέλιο και χαρά σκορπά.
Είναι γούρι στον αγώνα,
σαν κοιτά!

Ω, σαν λάμπει κι ανατέλλει,
βγαίνει ο ρήγας και ζητά,
σκλάβοι δεν υπάρχουν πια!
Κι η δικαίωση εν’ τέλει,
ξεπηδά!

Ειν’ το χρώμα της καρδιάς μας,
την ελπίδα που γεννά,
για το μέλλον ξεκινά.
Η σημαία η δικιά μας,
πάει μπροστά!

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Οκτώβριος 2013

 

 


ΑΝΤΟΝ ΖΑΚΟ – ΤΣΙΑΓΙΟΥΠΙ (1866-1930)


 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ

Στα βουνά στουρνάρια,
λόφοι όλο σφεντάμι,
στα χωράφια στάρια,
πιο ‘κει το ποτάμι.

Το χωριό αντίκρια,
ο ναός, τα τζάκια,
κι έχει κάτι σπίτια,
μικρά σαν κουτάκια.

Νερό σαν το χιόνι,
τι αέρας, θέα!
Κελαηδά τ’ αηδόνι…
Κορίτσια σπουδαία.

Ο άντρας σταυροπόδι,
κουβέντα και πρέφα,
τρώει σαν το βόδι,
ζει απ’ τη γυναίκα.

Αυτή στα χωράφια,
αύτη και στ’ αμπέλι,
πέρα στα λιβάδια,
τσαπί και δικέλλι.

Μόνη της τρυγάει,
μόνη της θερίζει,
χάραμα ξυπνάει,
νύχτωμα γυρίζει!

Μέσα  στο λιοπύρι,
σκάει για τον άντρα,
το κρασί να σύρει,
ν’ αρμέξει στη μάντρα!

Καημένη αλβανίδα,
που ’σαι πάντα μόνη,
βόσκοντας τη γίδα,
στον αγρό, στ’ αλώνι.

Τι τον θες κυρά μου
τον τεμπελχανά,
αυτός ξάπλα χάμου,
κι εσύ για δουλεία;!

Μεταφορά στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Νοέμβριος 2013

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου, (Αργυρόκαστρο): E.Z

 

 

 

 

Share on Facebook119Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση