ΟΙ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ (κι άλλα τρία χρονογραφήματα του Γιάννη Λίλλη)

Τέσσερα χρονογραφήματα του Γιάννη Λίλλη από τον Ομογενειακό Τύπο της Αυστραλίας της δεκαετίας του 1950, τα οποία εξασφάλισε και μας τα εμπιστεύθηκε ο λογοτέχνης Θωμάς Στεργιόπουλος. Μπορείτε να διαβάσετε ένα κείμενο του Στεργιόπουλου για την ενασχόληση του Γιάννη Λίλλη με το συγκεκριμένο είδος, κάνοντας κλικ εδώ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΛΛΗΣ – Ένας δεξιοτέχνης του χρονογραφήματος.

(Στα κείμενα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης στην εφημερίδα «Έθνος» της Αυστραλίας)

 

 

ΧΙΝΟΠΩΡΙΑΤΙΚΕΣ ΛΙΑΚΑΔΕΣ

ΧΙΝΟΠΩΡΙΑΤΙΚΕΣ ΛΙΑΚΑΔΕΣΉθελα από καιρό να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους θεούς του τόπου. Στη θέρμη του ήλιου, στην ευγένεια των σύννεφων, στη λεπτότητα των ανέμων. Κάτι τέτοιες στιγμές γυρίζω στην πίστη των προγόνων μου. Γίνομαι ειδωλολάτρης.

Ήθελα, ναι. Αλλά έτρεμα μη με προλάβουν, μη με διαψεύσουν οι απότομες αυστραλέζικες καιρικές αλλαγές.

Χινόπωρο στη Μεσόγειο, χινόπωρο στην πατρίδα. Κρατάει μ’ ευλάβεια η μνήμη μας όλη τη μαγεία, όλη τη πένθιμη συνοδεία την ώρα που ξεψυχάει το καλοκαίρι. Οι πρώτες πλατειές στάλες που μυρίζουν νοτιά, μοσχοβολάει το νοτισμένο χώμα, ανάκατη η πυκνή μυρουδιά του πεπονιού, του κυδωνιού και του τριαντάφυλλου. Να πέφτουν ανάλαφρα, αθόρυβα, τα κίτρινα φύλλα των δένδρων, να σέρνουνται στα πόδια μας παραπονιάρικα, κερδίζοντας τη συμπόνια μας.

Μια γλυκιά θλίψη απλώνει μέσα μας και μουδιάζει ολόκληρο το κορμί μας. Μυρμιδίζει ο ανθρώπινος οργανισμός από ανεξήγητα ηδονικά ρίγη. Ναι, είναι ηδονή παράξενη ο πόνος, είναι βαθειά ψυχική γλύκα. Και το χινόπωρο στη Μεσόγειο είναι η λυρικότερη, η ποιητικότερη εποχή:

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα
που βιάζονται τα δειλινά…
κι είναι τα βράδια μόνα…

Έτσι κλαίει ο Λαπαθιώτης ο αγνός λυρικός ποιητής μας, έτσι εσεβάστηκε η μνήμη μας, έτσι έκλεισε μέσα της τις χινοπωριάτικες μέρες του παρελθόντος. Η λυρική γενιά μας, διψασμένη, ποτισμένη από την ειρήνη των προπολεμικών χρόνων, κλείδωσε φυλαχτό μέσα της τις ομορφιές και τις αποχρώσεις της φύσης. Και τις εκουβάλησε μ’ ευλάβεια, τις μετέφερε στην καινούργια χώρα, στην Αυστραλία. Τα πρώτα μας χρόνια πέρασαν με τη δυσάρεστη απογοήτευση της μονοτονίας, των μονοκόμματων άχρωμων εποχών του τόπου. Ο χειμώνας στυγνός, συνεχής αδυσώπητος. Το καλοκαίρι ελάχιστο, απότομο, τροπικό, κουραστικό.

Στα χείλια των παιδιών της Μεσογείου κρεμάστηκε η απορία:

– Δεν έχει άνοιξη, δεν έχει ούτε χινόπωρο η Αυστραλία;

Όχι δεν είχε. Μονοκόμματος ο καιρός σαν οι ανθρώποι της. Άγνωστη η ψευδαίσθηση, το ξεγέλασμα έστω. Στυγνός ρεαλισμός. Ούτε ένα ζευγάρι ερωτικό στα πάρκα της να ξεγλυστράει συνεπαρμένο από τις ομορφιές της φύσης, να θρέφει την ψυχή του από το περιβάλλον.

Μελετούσα χρόνια τις ψυχικές μεταβολές του ανθρώπου, τις επιδράσεις του περιβάλλοντος. Κι έφθασα στο πικρό συμπέρασμα. Είμαστε το άβουλο θύμα των καιρικών συνθηκών.

– Πάμε μια βόλτα γυναίκα στο πάρκο. Ας προσφέρωμε την ευγνωμοσύνη μας στη φύση. Η ίδια είναι σ’ όλα τα πλάτη, δεν έχει σημασία αν δεν είναι ελληνική.

– Παλάβωσες άντρα; Κι αν μας πιάσει μεσοστρατίς η θύελλα; Έχεις εμπιστοσύνη στον καιρό της Μελβούρνης;

Είχε δίκιο. Ο αυστραλέζικος ρεαλισμός εσκότωσε τον λυρισμό μέσα μας. Γύριζα μέσα μου και σιωπούσα.

Αλλά τόσων χρόνων θλιβερά πορίσματα μου τα αχρήστευσε το φετινό καλοκαίρι, η πρώτη εμφάνιση του πραγματικού χινόπωρου στη Μελβούρνη. Ανοίγω το παράθυρο ν’ αναπνεύσω τις χινοπωριάτικες μυρουδιές. Χύθηκε γλεντζές, χορευτής ο ήλιος στην κάμαρα, πλημμύρισε νοτισμένες μυρουδιές το δωμάτιο. Και ξεμύτισαν ολοζώντανες οι μεσογειακές αναμνήσεις, ηρέμισε η νοσταλγία που τη θέριευε η αντίθεση.

Μια πολύχρωμη πεταλούδα πέταξε στο αντικρινό λουλούδι, έπαιξε με τα βελούδινα φυλλαράκια του και συνέχισε μεθυσμένη το λουλουδένιο ταξίδι της. Πεταλούδισε μέσα μου η ψυχή από το καθαρό γαλάζιο, απ’ τη χινοπωριάτικη θέρμη της ατμόσφαιρας.

– Έλα φίλε μαζί μου να γονατίσουμε στο ύπαιθρο, να ξαπλώσουμε στην πρασινάδα, έλα να χαιρετήσουμε το πρώτο γνήσιο χινόπωρο της Μελβούρνης.

Αισθάνομαι τόσο ανάλαφρος σήμερα. Γύρισα πάλε στην πίστη των προγόνων μου. Έγινα τέλειος ειδωλολάτρης.

Μια τέτοια ώρα πάνω στο θρίαμβο της χινοπωριάτικης γαλήνης, πήρα μια βόλτα τα άφθονα ελληνικά καφενεία της πόλης μας. Γεμάτα τα τραπέζια απ’ την καινούργια γενιά. Βαρειά ατμόσφαιρα, μπουκωμένη από τους καπνούς και την ανθρώπινη πνιχτή ανάσα. Κι ας μέθαγε ο ήλιος, κι ας έσταζε γλύκα το χινόπωρο.

Κατέβαινα τις σκάλες με την απαισιόδοξη διαπίστωση.

– Όχι, δεν είμαστε θύματα της φύσης. Αυτή είναι ίδια σ’ όλα τα πλάτη της γης. Είμαστε θύματα της μεταπολεμικής σκληρότητας, του ασύδοτου ρεαλισμού της εποχής μας.

Ψιχάλιζε αόρατα άφατες γλυκές η καθάρια ατμόσφαιρα, έξω απ’ τα παράθυρα. Γέμισε η ψυχή μου από τις μελένιες μυρουδιές του χινοπώρου.

Ναι, είμαι ακόμα ένα απομεινάρι του προπολεμικού λυρισμού. Είμαι ένας αδιόρθωτος ειδωλολάτρης, παιδί της ήρεμης, της ειρηνικής γενιάς μου.

Τρεμουλιάζει η αγωνία στο στόμα μου:

– Θα γυρίσει ποτέ πάνω στη γη η γλυκιά δημιουργία, γεμάτη ανθρωπισμό, γεμάτη αγάπη, θα γυρίσει ποτέ η ειρήνη;

ΟΙ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ

migrantsΎστερα από σαράντα χρόνια σκληρής δουλειάς στην Αυστραλία, αποφάσισε να γυρίσει μόνιμα στην Πατρίδα. Το ‘χε τάξει όνειρο από την ώρα που πάτησε παλληκάρι στην άγνωστη χώρα. «Να κάμω Θέ μου χρήματα και να ξαναγυρίσω εκεί…».

Οι γονείς, τ’ αδέλφια και κάποια παιδική λαχτάρα –ω πόσο αγνή μένει ακόμα στην ψυχή του η γειτόνισσα– του ‘διναν το απαραίτητο κουράγιο στην ξένη γη, στις άγριες συνθήκες της πρώτης βιοπάλης.

Αγκομαχώντας, έφτασε στο σημάδι που χάραξε στους πόθους του. Ένα παχύ κομπόδεμα του χάρισε τη γλύκα της μόνιμης επιστροφής. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπάρχει πια. Μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις ορέξεις του. Να φορέσει τα καλύτερα κουστούμια, να ταξιδέψει πλούσια με το καλύτερο υπερωκεάνιο. Γέμισε τις βαλίτσες του δώρα για δικούς, για συγγενείς και φίλους. Και ξεκίνησε.

…Πέρασαν κάμποσοι μήνες. Ανεπάντεχα πήρα το πρώτο του γράμμα. Πικρό, παραπονεμένο, απίστευτο.

– Έρχομαι. Δε μπορώ να ζήσω εδώ. Όλα αλλάξανε. Τίποτα δε μου θυμίζει τα χρόνια εκείνα. Δεν είναι πια η πατρίδα που θρέφομε με τόση δίψα μέσα μας.

Και με ρωτούσε με αλλόκοτη νοσταλγία να του γράψω για τη ζωή μας εδώ, ποιος έμεινε, αν ο τάδε ζει ακόμα, αν η … Μελβούρνη είναι ωραία όπως πρώτα, αν υπάρχουν τα καφενεία μας…

Ναι, έτσι είναι. Δεν τον χωράει ο τόπος. Οι γονείς του δε ζούνε πια, οι συγγενείς του άγνωστοι, ασυγκίνητοι, η βρύση του χωριού έχει στερέψει, το σχολείο χτίστηκε καινούργιο. Ξένοι οι δρόμοι, άγνωστοι οι άνθρωποι. Τίποτα δεν του θυμίζει τα χρόνια εκείνα.

Μα, να πάει αλλού, στην Αθήνα, στα νησιά. Τα γύρισε ο άνθρωπος όλα. Ξένα, κρύα, αφιλόξενα. Όλα μαύρα του φαίνονται. Να γυρίσει γρήγορα πίσω. Εδώ κάτι τον δένει. Σαράντα χρόνια ζωή. Η ατμόσφαιρα, οι άνθρωποι, οι φίλοι του.

Και έφτασε πάλε στη ξένη χώρα με το πικρό παράπονο στο στόμα:

– Πάει, χάλασε ο κόσμος. Που οι παλιοί εκείνοι άνθρωποι, οι ντροπιάρικες κοπέλες, που εκείνη η αγιότητα της παλιάς ζωής…

Ξαναρίχτηκε πάλε με τα μούτρα στη βιοπάλη. Όχι γιατί έχει καμιά ανάγκη. Έχει λεφτά να ζήσει τεμπελιάζοντας άλλα εκατό χρόνια. Αλλά που να πας, πώς να περάσεις την ώρα σου χωρίς καμιά απασχόληση σ’ αυτή τη χώρα;
Άχαρες περνούν οι μέρες του, γεμάτες παράπονο. Προχθές μου ‘λεγε πάλε, σιγανόφωνα αυτή τη φορά, σα να ξομολογιόταν κάποια αμαρτία:

– Θα φύγω. Θα πάω στην πατρίδα.

Καινούργια απόπειρα να βρει τα ριζάρια του, κάπου ν’ ακουμπήσει το κουρασμένο κορμί του. Έτσι ανικανοποίητος, αιωρούμενος θα περάσει τα τελευταία χρόνια του.

Σκέφτομαι μέσα μου το δράμα του ξεριζωμένου που δε γνωρίζει πια την πατρίδα του, που δεν μπορεί να κάνει πατρίδα του τη ξένη γη. Θα γυρίσει έτσι μοιρασμένος, διαιρημένος σε δυο χώρες που καμιά δεν του ανήκει, γιατί από τη μια έχασε τα ριζάρια του και στην άλλη δεν είναι καιρός να ριζώσει.

Τι δράμα με τη ξενιτιά!

ΤΟ ΒΑΣΑΝΟ

ΤΟ ΒΑΣΑΝΟΈφτασε με το καλό στη νέα χώρα. Ύστερα από τόσες λαχτάρες, επιτροπές, γιατροί, πιστοποιητικά, χαρτόσημα με άφθονες σφραγίδες. Επέρασε το ακρότατο ψυχικό ταλάντεμα, τον αποχωρισμό. Κι άρχισαν τα αλλεπάλληλα σκαμπανεβάσματα του ατέρμονου ωκεάνιου ταξιδιού.

Επί τέλους ήρθες καλή μας. Καλώς ώρισες. Να ‘ξερες πόσες αγωνίες μας στοίχισε ο ερχομός σου…

Παρακολουθούσαμε από δω, απ’ την άκρη του κόσμου δηλαδή, νοερά, αδιάκοπα όλες σου τις κινήσεις. Πότε θα περάσεις απ’ την άλφα επιτροπή, τι σου ζήτησε το τάδε γραφείο. Και τελευταία το ανύψωμα του πυρετού μας.

– Έμαθες, πότε φθάνει το «Πατρίς»; Είσαι σίγουρος; Και που θα πλευρίσει; Και ποια ώρα θα κατέβουν οι επιβάτες;

Και ήλθε το αποκορύφωμα. Δεν κοιμηθήκαμε το βράδυ. Και το πρωί αγκαλιές τα λουλούδια στα ροζιασμένα χέρια μας. Γεμάτες οι τσέπες μας σοκολάτες. Για σένα. Το πλοίο έδεσε. Τι αγωνία!

– Την είδες, ποια είναι, που είναι;

Κόπηκε η ανάσα μας, για σένα, από σένα κυρά μου. Πόσα όνειρα φορτώσαμε πάνω σου! Να ‘ξερες πόσες νύχτες αγωνίας μας χρωστάς. Πόσες ατέλειωτες, βαρετές ώρες «οβερτάιμ» στο εργοστάσιο. Αλλά ας είναι χαλάλι σου. Τώρα τελείωσαν όλα. Πέρασε η τρικυμία, ηρεμήσαμε. Θα χτίσωμε τη φωλίτσα μας, θα δουλέψωμε κι οι δυο μας –τι, σε βλέπω κατέβασες τα μούτρα– και μ’ ελάχιστη οικονομία θ’ αγοράσωμε το σπιτάκι μας. Ναι χρυσό μου, να δεις πόσο ωραία θα τα βολέψωμε.

Έτσι σκέφτεται ο υποψήφιος οικογενειάρχης. Ύστερα από τόσες λαχτάρες και άλλες τόσες θυσίες είχε δικαίωμα να ονειρευτεί. Δε ζήτησε εξ άλλου να παντρευτεί τη χαϊδεμένη Σοράγια, ούτε την κακομαθημένη Μπριτζίτ Μπαρντό. Συγχωριανή του, κοντοχωριανή του επί τέλους. Γυναίκα της τάξις του. Θρεμμένοι απ’ τα ίδια χώματα κι οι δυο. Βυζαγμένοι απ’ την ίδια μάνα: την αγιάτρευτη φτώχια της πατρίδος μας.

Μα … δεν έκλεισε βδομάδα και ξεμύτισαν τα πρώτα σύννεφα. Όχι στον αυστραλέζικο ουρανό που ‘ναι μόνιμα πάνω μας αυτή την εποχή, αλλά στη δαρμένη καρδιά των υποψηφίων. Το πρώτο δηλητήριο απ’ το μελιστάλαχτο στοματάκι της:

– Καλέ σπίτι είν’ αυτό που με ‘φερες; Αυτή είναι ξύλινη καλύβα.

– Χρυσό μου, σ’ αυτά τα σπίτια κοιμούνται τα εννέα δέκατα του αυστραλέζικου κόσμου.

Δάγκωσε τη γλώσσα του ο άνθρωπος.

Αλλά τι φταίει ο φουκαράς για το κρύο της Αυστραλίας; Τι φταίει αυτός εάν ο παντοδύναμος εφύτεψε την Αυστραλία στο Νότιο Πόλο και δεν την εστρίμωξε στη Μεσόγειο;

– Αχ, τι κρύο είν’ αυτό! Κι αυτές οι βροχές θέ μου! Ανυπόφορο. Και να σκεφθείς το καλοκαίρι της πατρίδος μας. Θαύμα τώρα την άνοιξη.

– Καλή μου, κι εδώ έχει άνοιξη κι έχει και καλοκαίρι…

– Καημένε εδώ ήλθες να ζήσεις, στην ανάποδη χώρα;

Όχι χρυσή μας δεν φταίει ο φουκαράς, αν ο Κάπταιν Κουκ ξεμπάρκαρε στην ανάποδη επιφάνεια της γης.

Κι ήλθε η άνοιξη. Αυτή που χάρισε ο αδέκαστος μεγαλοδύναμος στην Αυστραλία. Γέμισαν τα πάρκα της Μελβούρνης λουλούδια και τα δέντρα πολύχρωμα πουλιά. Αλλά η λεπταίσθητη ψυχή της «χαϊδεμένης» είναι αμπαρωμένη:

– Καλέ αυτά τα λουλούδια είναι ψεύτικα, δεν μυρίζουνε. Και τ’ αυστραλέζικα πουλιά είναι μουγκά, δεν κελαηδούν.

Κι έφτασε τ’ ώριμο καλοκαίρι. Εκείνο που δωρίζει κάθε χρόνο ο πολυεύσπλαχνος στην Αυστραλία. Φύτρωσε καινούργιο παράπονο στο στόμα της καλής μας.

– Τι τρομερή, τι ανυπόφορη ζέστα είναι τούτη! Αχ, πως θ’ αντέξω… Καημένη πατρίδα!

Αυτή θ’ αντέξει, θα παραντέξει μάλιστα. Θα την ακούσετε να μην της αρέσει ούτε το ψωμί, ούτε τα φρούτα, ούτε το κρέας της Αυστραλίας.

– Καλέ τι άνοστα είναι όλα…

Αλλ’ αυτό δεν την εμποδίζει να γεμίζει τα δίχτυα κάθε βδομάδα στη μαρκέτα. Ήλθε λιγνή, αδυνατούλα –καλέ έκανε δίαιτα, όχι πως δεν είχε και του πουλιού το γάλα στο χωριό της– και σε λίγους μήνες ζητάει χάπια ν’ αδυνατήσει.

Αυτή θ’ αντέξει. Αλλά να δούμε ως πότε θ’ αντέξει ο φουκαράς που μοχθεί στο εργοστάσιο και κυνηγάει το «οβερτάιμ» να τα φέρει βόλτα.

Ευχόμαστε χρυσή μας να μην αναποδογυρίσουν τα πράγματα. Ευχόμαστε να αντέξει ακόμα, ως που ν’ ανοίξουν τα ματάκια σου και ν’ αντικρίσεις γυμνή την πραγματικότητα. Ευχόμαστε να δεχτείς τη ζωή όπως είναι. Όπως την αντικρίζουνε τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν στην ανάποδη, αλλά βολική αυτή χώρα. Αμήν.

 

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Λίγες ώρες προτού σηκώσει την άγκυρα το ελληνικό υπερωκεάνιο «ΠΑΤΡΙΣ» ανέβηκα τη σκάλα, σαν ένας κοινός, περίεργος επισκέπτης. Δεν είχα κανένα δικό μου να ξεπροβοδίσω, να του εκφράσω με πόνο το «ώρα καλή, καλό ταξίδι». Δεν επρόκειτο να δακρύσουν τα μάτια μου, καμιά συγκίνηση δεν θα παίδευε την ψυχή μου. Είπαμε: ένας ψυχρός παρατηρητής.

Έτρεχε ο κόσμος, βιάζονταν, στριμώχνονταν, τρύπωνε στη μια πόρτα, ξετρύπωνε απ’ την άλλη.

– Μήπως ξέρετε που είναι το… τάδε σαλόνι;

– Με συγχωρείτε, αλλά δεν έχω ιδέα.

Η ολιγόστιγμη απογοήτευση και το λαχάνιασμα.

– Αχ, θα προλάβωμε να τους χαιρετήσωμε;

Ψυχρός, αδιάφορος, συνέχιζα την πορεία μου. Μια άλλη φωνή, φωνή θηλυκιά αυτή τη φορά, θλιμμένη, τσακισμένη ακούστηκε πίσω μου:

– Σας παρακαλώ κύριε! Το γραφείο, εκεί που… Που είναι το γραφείο, τέλος πάντων.

– Μη βιάζεστε κοπέλα μου. Ήσυχα, θα το βρείτε. Το πλοίο δε φεύγει τώρα.

Με κοίταξε εχθρικά και άρπαξα τη μουρμούρα της.

– Κοίτα κρύος άνθρωπος. Αλήθεια, πολύ κρύος άνθρωπος.

Διάβηκα σαλόνια, γραφεία, διαδρόμους και παντού συνάντησα την αγωνία, τον πόνο, το κλάμα. Τελευταία είδα γνωστή μου κυρία με τα μάτια κατακόκκινα, αστείρευτες βρύσες. Με τράβηξε η περιέργεια, ομολογώ όχι η πρόσκαιρη συγκίνηση. Δεν κράτησα την απορία μου:

– Μα… κλαίτε; Φεύγετε μήπως, σας εγκατέλειψε ο σύζυγος ή σας άφησε το παιδί σας;

– Αχ. που να ξέρεται… Επιστρέφει για την πατρίδα η τρίτη μου εξαδέλφη, από δω.

Και μου την έδειχνε με κεκρυμμένη αντιζηλία.

– Α, έτσι; Τότε έχετε απόλυτο δίκαιο καϋμένη.

Η νοσταλγία πλημμύριζε την έκφρασή της. Και έκλαιγε. Όχι, ασφαλώς, για τη μακρινότατη ξαδέλφη που έκανε τ’ όνειρό της πραγματικότητα και που σιγουρότατα θα την κουτσομπόλευε δυο φορές την ημέρα. Δεν κλαίει γιατί θα στερηθεί από τη συντροφιά της. Κατά κάποια παράξενη ψυχολογική σύγκρουση, κλαίει από αντιζηλία, κλαίει τον εαυτό της που δεν μπορεί να γυρίσει η ίδια πίσω. Και ξεγελάει το περιβάλλον με κλάμα, με θρήνους:

– Αχ θα σε χάσω αγαπημένη μου.

Αν ήταν ειλικρινής θα ‘λεγε:

– Αχ, κακούργα, σουρεκλεμέ, τυχερή που είσαι… Γιατί να μην ήμουνα εγώ στη θέση σου;

Έτσι είναι. Το πλοίο θα ξεκινήσει αργά-αργά κουβαλώντας μέσα του ένα χαρούμενο κόσμο που γυρίζει στα πατρικά χώματα, αφήνοντας πίσω έναν άλλο πολυάριθμο κατσουφιασμένο κόσμο που αδυνατεί να πραγματοποιήσει το όνειρο της επιστροφής.

Κοιτάξτε τα υγρά μάτια αυτών που μένουν στην αποβάθρα, χαιρετώντας ακόμα αυτούς που φεύγουν. Το πλοίο χάθηκε στον ανοιχτό ωκεανό, αλλά οι στεναγμοί δε σταμάτησαν. Αργά-αργά, πένθιμα θα γυρίσουν στο σπίτι τους, στην καθημερινή βιοπάλη. Βράζει μέσα η ψυχή τους:

– Καλότυχοι που έφυγαν. Το ξεκίνημα του πλοίου μας μπάζει στο όνειρο. Το φτάσιμο το σκοτώνει. Εμείς το ξεκίνημα πάντα έχουμε μέσα μας, αυτό πλάθουμε. Δε λογαριάζουμε ποτέ το φτάσιμο. Πού θα πάνε; Δε θα ξαναγυρίσουν; Πώς θα ζήσουν; Πώς θα περάσουν εκεί; Μιλούμε για το τέρμα που ποτέ δε μελετούμε, που δε μας αρέσει να το σχολιάζωμε.

Και κλαίμε. Και θα κλαίμε πάντα όταν κάποιος δικός μας επιστρέφει. Κλαίμε μέσα μας, αν δεν χύνωμε δάκρυα. Όχι γι’ αυτούς που φεύγουν, γι’ αυτούς που μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν το όνειρο της επιστροφής. Για τον εαυτό μας που μένουμε πίσω, αδύναμοι, ονειροπόλοι. Και θα εκφράζωμε πάντα κεκαλυμμένα, ψεύτικα τα αισθήματά μας στον αποχωρισμό του δικού μας, του γνωστού, του φίλου μας:

– Πόσο θα μας λείψεις!

Γιάννης Λίλλης

 

 

ξεριζωμός

 

Κύρια φωτογραφία άρθρου: greek-migrants.weebly.com

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση