10 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ «ΑΠΑΝΤΑ» ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΓΙΟΥ

ποιητικές συλλογέςΟ Σπύρος Λάγιος (1953-2007) καταγόταν από το Γιαννιτσάτι  της περιοχής Θεολόγου, Αγίων Σαράντα. Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Πήρα μια χούφτα θάλασσα» και «Λόγια της θάλασσας». Οι συλλογές «Από πού πάμε για Ιθάκη» και «Άρρητη λήθη», συμπεριλήφθηκαν στα «Άπαντα» που κυκλοφόρησαν μετά το θάνατο του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Πάτρα.

 

 

 

ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΙΘΑΚΗ

 

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ

Φωνάζω κάτω από τα μπαλκόνια, να βρω τους
παλιούς μου φίλους.

Είναι τόσο απέραντη η σιωπή, που ακούω καθαρά
τον στεναγμό των Σαράντα Αγίων …

 

Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Έκρυψε το σταχτοδοχείο με τα πολλά αποτσίγαρα
κάτω από το κρεβάτι. Πάνω στο τραπέζι το ανοιχτό
βιβλίο με τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου…

Ποιος είναι;
Ο ταχυδρόμος περιμένει στην πόρτα.
Σιγά μην την σπρώχνεις απότομα.

Δυο τρεις κουβέρτες απλωμένες πάνω στην καρέκλα
Το σακάκι κρεμασμένο αχνίζει κούραση.

Συγνώμη λέει ο άλλος, λάθος έκανα.
Και κλείνει την πόρτα.

 

ΑΥΡΙΟ

Ο τρελός που τρέχει στο δρόμο ξυπόλητος με το
μολύβι στ’ αυτί,
και τα δυο κορίτσια με τα κρυστάλλινα μάτια,
που κυνηγούν το γέλιο του,
ο ανθοπώλης που χτυπάει τα κουδούνια όλο το βράδυ,
κι ο πιστός που ξεφύλλιζε όλη την ώρα το Ευαγγέλιο,
η λυπημένη φωνή του κόκορα στο μπαλκόνι της
πολυκατοικίας,
κι εγώ που σταμάτησα ξαφνικά στη σελίδα με τα
ποιήματα, που είχα γράψει κάποτε για σένα.

Αύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου…

 

ΟΠΩΣ ΘΕΣ ΕΣΥ

Τώρα βάφτισέ τα όλα όπως θες εσύ.
Τα μικρά λευκά καράβια σαν πονεμένα άλογα,
στη γραμμή
τη θλίψη του μαρμάρου στο άγαλμα του Πύρρου,
την αγωνία των ήχων ανάμεσα στα κύματα,
το μικρό εκκλησάκι κρεμασμένο στο βράχο, που
φιλοξενεί τα βράδια όλους τους ανέμους…

Να θυμάσαι, ο Αρχάγγελος λέγεται πικρή πατρίδα!

 

ΣΤΙΓΜΗ 2

Ένα μικρό σπουργίτι χρυσοκόκκινο
πάνω στο χιόνι.
Δυο σειρές με γραμμούλες πίσω του σαν
λουλούδια, σαν νότες.
Θεέ μου, μην το τρομάξει κανείς!
Σιωπηλά, κάτω από το χιόνι έχουν ανθίσει τα δέντρα.

 

 

ΑΡΡΗΤΗ ΛΗΘΗ

 

Αγ. ΣΑΡΑΝΤΑ

Στίχο – στίχο τα σπίτια το ένα πάνω
στο άλλο. Έγινε πέτρινο το ποίημα.
Ξεχνάω τον προορισμό της σκέψης μου
δίπλα στα βρεγμένα δειλινά σου.
Ποια θλίψη; Εδώ καν δεν υπάρχω.
Ή μπορεί να πέρασα κάποιο πρωινό
τότε, που στα μάτια μου ερήμωναν οι λέξεις.
Και ας φώναζα, κανείς άλλος
δεν το έβλεπε.

 

ΤΟ ΚΡΙΝΟ

Στη Μαρία που θα γίνει νύφη

Λευκό πουλί που ταξιδεύει στο όνειρο.
Τι αίθριοι ουρανοί θέλγουν τα μάτια σου
και έμεινε η Ίριδα
στα μαλλιά σου.

Με το κρίνο της χαράς στο δάκρυ
και την ηχώ της Παναγιάς στα χείλη

Γέμισες φιλιά το αύριο.

 

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Είμαστε όλοι ναυαγοί λέει.
Ο γέρο καπετάνιος, ρουφάει το αδειανό
κρασοπότηρο
και η φωνή του γίνεται ένα μπλε
άγαλμα.

Χίλιοι ναυαγοσώστες άραξαν
ανεβοκατεβαίνοντας στον Άδη.

Ούτε όαση φαίνεται
ούτε στεριά.
Ζέφυρος δε σαλεύει.

 

ΚΑΚΑΒΙΑ

Άντε, μην κλαις! Λεωφορεία στη σειρά
σαν καράβια. Κόκκινα τελωνεία. Μπλε
τελωνεία με σημαίες. Ο φύλακας μπροστά
μου, γεμάτη σίδερα η ζώνη του. Νούμερο
σαράντα δύο. Νούμερο σαράντα εφτά.
Ψιθυρίζω στίχους του Ελύτη
αντί της ταυτότητας, που δεν έχω.

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Στη σκάλα η μαύρη μάνα
με τη ρόκα
γνέθει σύννεφα.

Τα δάχτυλά της θροΐζουν
στεναγμούς.

Τα μαλλιά θωπεύουν
άγριες ανεμώνες.

Λευκό μοιρολόι τα χείλη της.
Τα μάτια: πότε θα γυρίσεις;

 

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Εξαμίλια
Πηγή: in2life.gr

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση