ΠΕΡΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ, ΦΛΕΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ!

Κύκλος ποιημάτων του ποιητή Γρηγόρη Γιοβάνη από την συλλογή «Τα αμπέλια του Διονύσου» (Vreshtat e Dionisit), σε μετάφραση Ανδρέα Ζαρμπαλά. 

Γρηγόρης ΓιοβάνηςΟ Γρηγόρης Γιοβάνης γεννήθηκε το 1959 στο Γεωργουτσάτι της Πάνω Δρόπολης. Μεγάλωσε στο Λάτσι της Βόρειας Αλβανίας. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σκόδρας. Το 1991 μετανάστευσε στην Αθήνα.  Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, συνεργάστηκε με πολλά έντυπα. Από το 2006 εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό Pegasi (Πήγασος). Κυκλοφορούν (στα αλβανικά) οι ποιητικές συλλογές του: Κόσμος χωρίς αγάπη (1997), Το εργαστήρι των ονείρων (2004), Ταξιδεύω εντός μου (2008), Μπλε βαθύ (2012), Τα αμπέλια του Διόνυσου (2015).

 


Τα αμπέλια του Διονύσου 


 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Στην αυλή μου έχω μια θάλασσα,
ένα βουνό σιωπηλό
κι ένα ποτάμι φλύαρο.

Έχω ένα πράσινο δάσος στο σαλόνι μου
και μια κυψέλη
στο μπαλκόνι μου.

Στη σκεπή άναψα έναν ουρανό
κι απ’ την καρδιά μου
στέλνω με mors έναν ήλιο λαμπερό.

 

ΜΑΡΤΗΣ

Ήρθαν τα χελιδόνια και γύρισαν τη σελίδα
του ημερολογίου,
τα κρίνα άνοιξαν τα λευκά τους φτερά για να μοιάσουν
στους αγγέλους του κυρίου,
τα δέντρα λυγίζουν και δείχνουν τα λουλούδια τους
ταπεινά,
το φως του ήλιου ζεσταίνει τις πεδιάδες, τις καρδιές,
τα χθεσινά,
οι κερασιές τα βράδια ανάβουν τα κεριά, κι ο κήπος
μοιάζει πολυέλαιος αναμμένος,
βγαίνουν κι οι πυγολαμπίδες με τα φανάρια στα χέρια,

…είμαι ερωτευμένος!

 

ΜΠΛΕ ΒΑΘΥ

Αρχίσανε οι βροχές του φθινοπώρου.
Ξεδιψούνε οι ρίζες των ελιών,
τα δέντρα που μοιάζανε μέχρι χτες γερασμένα
σήμερα φορέσανε πουκάμισα νεαρών,
τα πουλιά βολευτήκανε ξανά στα κλαδιά
λες και δεν φύγανε απ’ το σπίτι τους ποτέ,
οι χείμαρροι ξαναβρήκαν το δρόμο προς τη θάλασσα
κι η θάλασσα πήρε το χρώμα της αγάπης,
βαθύ μπλε.

 

Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Μας τάραξε όλους ο πανικός σου
κι οι κραυγές:
«Πέρα στον κήπο, φλέγονται οι κερασιές!»
είπες τρομαγμένη, στην πόρτα μπροστά.

Πεταχτήκαμε έντρομοι.
Πουθενά φωτιά!
Οι πυγολαμπίδες είχαν αρχίσει συναυλία
με βεγγαλικά.

 

ΠΟΤΗΡΙ ΓΕΜΑΤΟ ΜΕ ΝΕΡΟ

Είμαι ένα ποτήρι γεμάτο με νερό,
έτοιμο πάντα
να σας ξεδιψάσω σαν φίλος.
Πιείτε με γρήγορα,
γιατί μπορεί να με εξατμίσει
ο τύραννος ήλιος.

 

ΤΡΕΛΑ ΠΟΥΛΙΑ

Τι γράφεις; με ρώτησαν κάποιοι ανίδεοι –
που στο διάβολο με βρήκανε;!
– Στίχους, τους είπα. Κι εκείνοι: -Τι είναι οι στίχοι;
με ρωτήσανε.
– Οι στίχοι είναι, ας πούμε πουλιά,
τα ζωγραφίζεις στο χαρτί
κι ύστερα πετάνε.
– Αφήστε τον άνθρωπο, σάλεψε, είπανε,
θα ’ρθουν απ’ το τρελάδικο να τον μαζέψουν,
όπου να’ ναι.

 

Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Όσες φορές τολμώ να πω την αλήθεια
είναι έτοιμοι να με προπηλακίσουν.

Κι όταν δεν τη λέω
κάνουν το παν για να με φυλακίσουν.

 

ΠΟΛΗ ΑΠΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ

Κι έτσι, που λες, βρέθηκα σε τούτη την πόλη!
Εδώ και καιρό,
μέσα στα τσιμέντα βολεύτηκα,
κι είδα ξαφνικά πως απομακρύνθηκα πολύ
απ’ αυτά που ονειρεύτηκα.

Τις μέρες εδώ δεν βρέχει, δεν φυσά,
και τις νύχτες είναι σαν να ζεις σε
φουρνάρικα.

Όσο για τα πρωινά,… α, δεν υπάρχουν πρωινά,
υπάρχουν μόνο μέρες και νύχτες,
μα ξύπνημα ποτές.

 

ΜΠΑΡΜΠΕΚΙΟΥ

Έτοιμη για το μπάρμπεκιου η καρδιά μου,
τριγύρω ένα κοπάδι λύκων
κι αυτή καταμεσής.

Με μαχαίρι και πιρούνι στα χέρια
αγλείφοντας τα χείλη,
όλοι εσείς.

 

ΤΑ ΠΟΔΙΑ

Κάθε πρωί
ελέγχω τα πόδια
αν είναι αυτά κι αν είναι στη θέση τους.

Ασφαλώς,
δεν είναι το ποτό…
Στη λεκάνη, ενίοτε, νομίζω
πως αντί για πόδια έχω δυο τροχούς.

 

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑ

Πόσες είναι οι μέρες που έζησα ως τώρα;
Κάνοντας έναν πρόχειρο λογαριασμό,
βγαίνουν 17 χιλιάδες σαράντα πέντε.
Σου στρίβει το μυαλό!

Το ένα τέταρτο μου το πήραν τα παιδικάτα,
κι όσο να πεις κύμινο – άλλες τόσες τα νιάτα.
Κι όταν στο κατώφλι πάτησε η μέση ηλικία
είπε, πίσω μου έρχονται τα γεράματα, να τα!

Πόσα χρόνια έχασα αναμένοντας τα τρένα,
βλέποντας τους ωροδείκτες σαν εχθρούς;
Πόσα χρόνια δουλεύοντας, τις ρυτίδες πλήθαινα,
πόσα χρόνια ξόδεψα με τους κακούς;

Βάλε εδώ και τον ύπνο, που είναι μισός θάνατος,
(σπουδαίος ορισμός, δεν υπάρχει καλύτερος).
Η μισή μου ζωή μου ’φυγε στα όνειρα,
που το πρωί τα λησμονούσα, ο δύστυχος.

Τι μου ’μεινε τότε; Πόσες μέρες έζησα;.
Ίσως εκατό… ίσως κι άλλες δέκα,
αν υπολογίσεις το χρόνο που έγραφα ποιήματα
που άκουγα μουσική ή άγγιζα γυναίκα.

 

Ο ΛΥΚΟΣ

Μέσα μου ζει ένας γερόλυκος
που κάθε μέρα γίνεται και πιο αιμοβόρικος.

Όταν τυχαίνει να πω κανένα ψέμα
με δαγκώνει στα πλευρά, τρέχει αίμα.

Με ανθρώπους δεν στρέγει, πάνε τόσα χρόνια,
συχνά  πυκνά τους δείχνει τα δόντια.

Κάθε που κάνω νέο φίλο, άγρια τον κοιτά,
γι’ αυτό και οι φίλοι με βλέπουνε λοξά.

Τεντώνει το σβέρκο κι αισθάνεται θεριό,
έχεις εμένα, μου λέει για σήμερα και για αύριο.

Δεν μπορώ να ζήσω δίχως τον γερόλυκο,
θα τον κρατήσω, δεν έχω τι να κάνω –
ένα πιάτο παραπάνω.

 

ΠΕΝΗΝΤΑΡΗΣ

Τώρα που πάτησα τα πενήντα, που λες,
τα έβαλα όλα σε τάξη, κανονικά.
Αγοράζω viagra για να βγάζω ανηφοριές,
σβήνοντας τις ετικέτες, φυσικά.

Για την καρδιά παίρνω κάτι χάπια σαν αυγά,
για την υπέρταση κάτι κίτρινα σπυριά,
Τέλος εβδομάδας κάνω καταθέσεις στην τράπεζα,
χωρίς να λέω στη σύζυγο τα ποσά.

Για έκτατες ανάγκες, για απρόοπτα,
έχω βγάλει Κάρτα Υγείας της Interamerican.
Όσο για αυτοκίνητο, θα βολευτώ με το toyota,
ν’ αλλάξω αμάξι, δεν το σκέφτομαι καν.

Για όλα τα έγγραφα βγάζω αντίγραφα,
εκτός από τις σημειώσεις, ή στίχους, ή στροφές.
Τα τζάμια στο σπίτι τα έχω βάλει διπλά
ενώ η κλειδωνιά είναι από τις πιο ακριβές.

Ξέχασα να αναφέρω τις ασφάλειες.
Έχω από μια για το κάθε τι.

Μόνον για το θάνατο
δεν μπόρεσα ακόμα να βρω έστω κάτι.

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΟΥ

Σας αφήνω παρακαταθήκη τον κόσμο μου!
Ερωτευτείτε τις γυναίκες που δεν μπόρεσα
να αγαπήσω εγώ. Μπλέχτηκα σαν σπουργίτης
σε μιαν αγάπη γλυκιά και πικρή.
Όταν απαλλάχτηκα
είχε τελειώσει η εποχή μου. Άρχιζε
το γκρι.

Σας αφήνω παρακαταθήκη τον κόσμο μου!
Όλα όσα γεύτηκα. Χαραυγές και ηλιοβασιλέματα
Χαρείτε τον ήλιο, ξοδέψτε το φεγγάρι.
Απολαύστε τη ζωή,
κι αν δεν βαριέστε,
θυμηθείτε με.
Σας το ζητώ για χάρη.

Σας αφήνω παρακαταθήκη τον κόσμο μου!
Αρχίζει και τελειώνει στην ποίηση. Εκεί
φυλάω τις μέρες και τις νύχτες με τις αγάπες
και τις αυταπάτες
και τον καιρό, που υπέφερα,
με την κρυφή επιθυμία
να με αγαπάτε.

Και δεν είχα αξιώσεις ποτέ,
πιστέψτε με!

 

Σ’ ΑΓΑΠΩ

Σ’ αγαπώ, μα η αυλαία έπεσε,
σ’ αγαπώ, μα οι διέξοδοι κλείστηκαν,
σ’ αγαπώ, μα τα φώτα σβήστηκαν,
σ’ αγαπώ, μα οι συμπέθεροι φύγανε
σ’ αγαπώ, μα τα όνειρα αποτύχανε,
σ’ αγαπώ, μα οι μέρες μας τέλειωσαν
σ’ αγαπώ, μα το θαύμα δεν έγινε,
σ’ αγαπώ, μα δεν έμεινε κανείς,
ούτε παπάς, ούτε νουνός,
άδειασε ο ναός.

Σ’ αγαπώ!
Μα δεν ήσουν η μοίρα μου.

 

 

Φωτογραφία άρθρου: carstenknoche.com

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση