ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ

Ένα κεφάλαιο από το πανεπιστημιακό  εγχειρίδιο του Παναγιώτη Μπάρκα, “Τα Λαογραφικά”.

 

 

ΧΙ

Ι.γ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ

Εισαγωγή

Όταν μιλήσαμε για την κατάταξη του δημοτικού τραγουδιού, στην κατηγορία των οικογενειακών τραγουδιών διακρίναμε  και την ομάδα ή τον κύκλο τραγουδιών για την ξενιτιά. Τα κατατάξαμε  εκεί διότι  η  ξενιτιά αποτελεί  ένα πολλαπλό δράμα για την ελληνική  και κυρίως για την ηπειρώτικη οικογένεια. Μάλιστα έχει σημαδέψει την ίδια την ουσία, το περιεχόμενο και την προοπτική της στο πλαίσιο της ευρύτερης κοινότητας και κοινωνικής ομάδας.  Αυτό σημαίνει ότι τα τραγούδια  της ξενιτιάς μπορεί να τα κατατάξουμε επίσης και στην κατηγορία των κοινωνικών τραγουδιών.

Σημειώνουμε εδώ ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως εξετάζουμε τα τραγούδια της ξενιτιάς  παράλληλα με τις παραλογές. Διότι  τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι πάρα πολύ κοντά στις παραλογές όσον αφορά τους τρόπους και τα μέσα που επιλέγει ο λαός για την απόδοση  αυτού του δράματος. Μάλιστα ο Γιώργος Παναγιώτης έχει  συμπεριλάβει τα τραγούδια της ξενιτιάς  στις παραλογές, ενώ ο Σταύρος Ντάγιος όλες τις παραλογές που περιέχουν τον όρο «ξενίτης-ξενιτιά» τις κατατάσσει στον κύκλο των τραγουδιών της ξενιτιάς. Άλλωστε στα τραγούδια της ξενιτιάς, ενώ διαφαίνεται εύκολα ένας λυρισμός, τον οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «πικρό λυρισμό», στην ουσία έχουμε μια επική αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας-δράματος.

Ας μη λησμονούμε ακόμα ότι  όταν για την απόδοση  του δράματος της ξενιτιάς στα τραγούδια αυτά  συναντούμε σκηνές και μέσα τα οποία  χρησιμοποιήθηκαν για την απόδοση ανεπανόρθωτων συμφορών για όλο το Γένος, όπως  είναι η άλωση της Πόλης, τότε αμέσως θα καταλάβουμε της διαστάσεις του δράματος του μισεμού για την ελληνική οικογένεια και ακόμα ότι η ζωή του Έλληνα και της οικογένειάς του, κυρίως του Ηπειρώτη, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τις τύχες γενικότερα του Γένους.

 

11.1  Η ΞΕΝΙΤΙΑ  ΩΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ «ΜΟΙΡΑΣ»  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Όταν μιλήσαμε για τον «κοινοτισμό» ως τον τρόπο οργάνωσης των Ελλήνων που έδωσε στη συνέχεια το έναυσμα της καλλιέργειας της νεοελληνικής ιδεολογίας, αναφέραμε επίσης ότι  η Πατρίδα αποτελεί για τον Έλληνα, ως άτομο και ως σύνολο, (και σε πρώτη γραμμή για τον Ηπειρώτη), το σταθερό σημείο αναφοράς μέχρι το τέλος της ζωής του.  Επέβαλαν  πιθανόν την συμπεριφορά αυτή  οι αναγκαστικοί και σκληροί χωρισμοί αγαπημένων  ανδρόγυνων που αρχίζουν από την Οδύσσεια και  συνεχίζονται με  τους αρχαίους αποικισμούς, τα ταξίδια  και τους πολέμους, τις αιχμαλωσίες και τους ανδραποδισμούς των μεσαιωνικών χρόνων, τις κακουχίες  επί Τουρκοκρατίας και μέχρι τις μέρες μας με τους  μισεμούς.

Στην λαϊκή μνήμη  κατέχουν ιδιαίτερη θέση οι σκηνές με θέμα  το ξεκίνημα των νέων για το «σεφέρι»,  «επάγγελμα» παλιότερο  από την σύγχρονη ξενιτιά, όπου οι νέοι  αναγκάζονταν να στρατολογηθούν έναντι πληρωμής αλλά και με εξαναγκασμό για λογαριασμό του «κράτους», όποιο κι αν ήταν αυτό. Επί Τουρκοκρατίας η πρακτική αυτή εξελίχθηκε στο γνωστό υποχρεωτικό «παιδομάζωμα» .

Αργότερα κατά τον ΧΥΙΙΙ-ΧΙΧ αιώνα με την αποσύνθεση των οικονομικών σχέσεων των κλειστών τοπικών κοινωνιών, χαρακτηριστικό της οργάνωσης της τοπικής κοινωνίας  στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν λοιπόν αυτός ο τρόπος παραγωγής και οργάνωσης δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες οικονομικές, αλλά και πνευματικές  ανάγκες, συνεπώς  και ελευθερίες, έχουμε την στροφή στο μαζικό φαινόμενο του μισεμού. Στις αρχές  του ΧΧ αιώνα  και όταν η Ήπειρος  κόβεται στη μέση, η λογική  των οικονομικών αναγκών, αλλά περισσότερο ο περιορισμός των πολιτικών και εθνικών ελευθεριών, οδήγησαν  τους Έλληνες της Αλβανίας  που αποσπάστηκαν από το υπόλοιπο τμήμα του έθνους,  σε μαζικό  μισεμό.

Αναφέρουμε γι΄αυτό μερικά  παραδείγματα: Περίπου 70 τοις εκατό των μεταναστών της Δρόπολης είναι της περιόδού 1920 –1938.[1] «Στην Αμερική καταφεύγουν πάνω  από 20.000 κυρίως από τα χωριά της Δρόπολης».[2]   Μέχρι το 1939 βρισκόταν  στην ξενιτιά από το Βουλιαράτι 500 άτομα, από τη Δερβιτσιάνη 410, από τη Σωπική 200, από την Καλογοραντζή πάνω από 110, από την Πολύτσιανη 280. Το 1936  στη Σωτήρα βρίσκονταν  μόνο 20 άνδρες. 216 άλλοι βρίσκονταν στα ξένα.[3]  Μεγάλη έξοδος παρατηρείται προς Ελλάδα, κυρίως προς Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Γιάννενα, Πάτρα.

Αυτή λοιπόν η διαχρονική πραγματικότητα του αναγκαστικού  χωρισμού της οικογένειας μας λόγω διαφόρων παραγόντων, δεν είναι ότι  συγκλόνισε με διαμετρικές, όπως είναι αναμενόμενο, συνέπειες, την ενίσχυση του θεσμού  της. Οδήγησε ταυτόχρονα  στην καλλιέργεια ενός ολόκληρου κύκλου τραγουδιών  από τα ωραιότερα. Είναι ωραία  όχι διότι απλώς  αγγίζουν  μια μονίμως ανοιχτή πληγή που αιμορραγεί, (πιθανόν, σ’ αυτό το γεγονός να οφείλεται το ιδιαίτερο ύφος της λαϊκής μουσικής παράδοσης της Ηπείρου). Είναι ωραία  διότι απεικονίζοντας ένα διαχρονικό φαινόμενο εμφανιζόμενο υπό διάφορες μορφές σε διαφορετικές κοινωνικο-πολιτικές και οικονομικές συνθήκες και εξελίξεις, το δημοτικό τραγούδι κατορθώνει και ανακυκλώνει εκφραστικά μέσα από τον βασικό πολιτιστικό πυρήνα της συνέχειας του εθνικού πολιτισμού, αρχίζοντας από τους αρχαίους  μύθους, τις μετέπειτα παραλογές  και  τα ακριτικά τραγούδια. Μάλιστα  σε παραλλαγές στο χώρο μας  των γνωστών  ελληνικών παραλογών  ο απομακρυσμένος σύζυγος  χαρακτηρίζεται  με τον όρο «ξενίτης».

Είναι αυτός ο λόγος που μας επιτρέπει χωρίς καμιά επιφύλαξη να μιλούμε για τον αδιάσπαστο  και ενιαίο πολιτιστικό ελληνικό κόσμο επί των αιώνων, όπως επίσης μπορούμε να λέμε ότι  τα τραγούδια της ξενιτιάς μοιάζουν σαν να ανήκουν σε   ένα  ενιαίο έπος η διάσπαση του οποίου οφείλεται  στη συνιστώσα του χρόνου.

 

11.2  ΤΑ ΕΙΚΟΝΟ-ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

Στις παραλογές η εξέλιξη της δράσης αποτελεί ένα κλειστό κύκλο, όσον αφορά τη δέση και τη λύση της πλοκής  που  μας οδηγεί σε ένα  αίσιο αποτέλεσμα. Η δράση αυτή κινείται  μέσα από έναν συγκεκριμένο αριθμό πράξεων, συνήθως 9.  Δεν απαλλάσσονται από την ίδια πρακτική και τα τραγούδια της ξενιτιάς . Ο χαρακτηριστικός κύκλος πράξεων όμως μετατρέπεται σιγά-σιγά σε  μια σειρά πράξεων που δεν ολοκληρώνονται στην επαναφορά του αποτελέσματος της αρχικής πράξης, αλλά επιμένουν στο να  επισημάνουν  καλύτερα το συγκεκριμένο νόημα. Επίσης θα λέγαμε ότι  διατηρείται ο κανόνας που χαρακτηρίζει  τις παραλογές, δλδ ο μύθος τους και όταν  δεν  περικλείει ή στηρίζεται στην υπερβολή, μας οδηγεί σε μια σειρά από πράξεις ώστε μ΄ αυτό τον τρόπο  να τονισθεί το μέγεθος μιας ιδέας, ενός αισθήματος, μιας πράξεως.

Ας κάνουμε μια σύγκριση: Στην παραλογή που είδαμε και την ονομάσαμε «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» η δράση αποτελεί έναν κλειστό κύκλο που ολοκληρώνεται  σε εννέα φάσεις.

Πρώτη: ο γάμος (και για άγνωστους λόγους ο χωρισμός, το σκλάβωμα)
Δεύτερη: Το όνειρο του σκλαβωμένου
Τρίτη : Ο αναστεναγμός, ως πρόσχημα για την απελευθέρωση
Τέταρτη: Ο τρόπος επιλογής του αλόγου
Πέμπτη: Η επιθυμία  να βρει την σύζυγό του.
Έκτη:  Εκπλήρωση  της επιθυμίας.
Έβδομη: Διάλογος αναγνώρισης, (με το δαχτυλίδι, ή τα σημάδια)
Όγδοη:  Αναγνώριση.
Ένατη: Επανένωση.

Ο κύκλος λοιπόν αρχίζει (στην ένωση – ξεχώρισμα)  για να ολοκληρωθεί στο ίδιο σημείο (στην αναγνώριση – ένωση)

Στα παλιότερα τραγούδια ξενιτιάς ο κύκλος συνεχίζει να υπάρχει με το ίδιο σημείο αφετηρίας και τερματισμού. Ωστόσο σε πολλά άλλα ο κύκλος παραμένει  ανοιχτός. Το θέμα  της «ένωσης», επιστροφής του ξενιτεμένου,  παραμένει ως ανοιχτή προσδοκία, ή το τραγούδι αριθμεί στοιχεία  που επιβάλουν την επιθυμητή επιστροφή, χωρίς πολλές φορές να πραγματοποιείται. Το δημοτικό τραγούδι μένει πιστό στην πραγματικότητα, – την χωρίς επιστροφή ξενιτιά για να επισημάνει το αβάσταχτο αίσθημα του πόνου, δλδ, συμβαίνει το φαινόμενο αναφοράς σειράς  στοιχείων  για να τονισθεί η ιδέα του χωρισμού. Η μεταβολή αυτή πιθανόν να οφείλεται στην ίδια την επικοινωνιακή κατάσταση της προφορικής λογοτεχνίας η οποία στους σύγχρονους καιρούς δεν έχει τα απαιτούμενα χρονικά περιθώρια για μακροσκελείς αφηγήσεις.

Φέρουμε ένα παράδειγμα «του ανοιχτού κύκλου» για να δούμε πώς το δράμα που περικλείει  δεν έχει αίσιο τέλος.

Αφού συμβαίνει ο χωρισμός  ο σύζυγος, μετά από χρόνια στην ξενιτιά μονολογεί:

Δεν μου βάρεσαν τα ξένα  και τα μακρυνά,
μου βάρεσαν  της αγάπης τα νοήματα’
σε κάθε χαρτί μου στέλλει  χαιρετήματα.
Ξένε μου, αν  είσαι να΄ ρθεις, άιντε, αν έρχεσαι!
Εμένα οι δικοί σου με βαρέθηκαν,
θέλουν να με παντρέψουν και με προξενούν.

Στη συνέχεια το τραγούδι φανερώνει το πάντρεμα της νεαρής από τα πεθερικά της με ένα γέρο άντρα και τα βάσανά της μαζί του.  Έχουμε έτσι την μια όψη  του δράματος το οποίο έχει ακόμα σκαλοπάτια να κορυφωθεί. Αυτή τη φορά με τη σιωπή του καλού της ο οποίος ενώ αγαπά την σύζυγό του, δεν αντιδρά για να αποτρέψει, όπως θα ήταν λογικό στις παραλογές, τον νέο γάμο της καλής του. Βλέπουμε επίσης ότι  το τραγούδι αφιερώνει  τόσο χρόνο (στίχους) στο μονόλογο του ξενιτεμένου όσο  να μας πείσει ότι συνεχίζει να αγαπά την γυναίκα του. Ο φακός ωστόσο εστιάζει στη γυναίκα η οποία είναι ο πραγματικός φορέας του δράματος. Το τέλος είναι τέτοιο που μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι  η αποφυγή του δράματος του χωρισμού  δεν αποτελεί πλέον προσωπική βούληση, όπως στις παραλογές, αλλά βρίσκεται εκτός αυτού.

Το άμεσο των σχέσεων  των τραγουδιών της ξενιτιάς με τις παραλογές θα πρέπει να το αναζητήσουμε και σε άλλες πτυχές της τεχνοτροπίας τους. Έτσι τα εικονο – εκφραστικά  γνωρίσματα  που διακρίνουν τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι η επεξεργασία της ποικιλίας μέσω της τυποποίησης με έτοιμες δομές από τις παραλογές και τα ακριτικά τραγούδια, ο έντονος παραλληλισμός συνήθως αντιφατικός ή αρνητικός, ο διάλογος, η μεταφορά  και ασφαλώς η προσωποποίηση.

Στο τραγούδι «Μάνα πετροβολάει τη θάλασσα» συναντούμε τους στίχους που αναφέρονται σε μοιρολόγια πουλιών: «Τρία πουλάκια κάθονταν, τα τρία ‘ράδα-ράδα./ Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογούν και λένε», στοιχείο  που μας οδηγεί αμέσως στην παραλογή  «του νεκρού αδερφού».

Ωστόσο το μοιρολόι  των πουλιών  μας θυμίζουν τα λόγια που λέει σε δική μας παραλλαγή του ιστορικού τραγουδιού  για την Άγια Σοφιά, το «πουλί» που βγαίνει  από την Πόλη ενώ  εκείνη τουρκεύει,  (για να απαντήσει στην αγωνία και την ανησυχία που είχε καταβάλλει τους απόμακρους χριστιανούς για να μάθουν νέα  για την τύχη της Πόλης).

-Ποια  έχει άντρα στην ξενιτιά, μικρά παιδιά στα ξένα,
έχει τρία – τέσσερα, να παντεχαίνει ένα ,
ποια έχει ένα μοναχό, να μη το παντεχαίνει…..

Στο τραγούδι  «Κίνησαν τα καράβια»  υπάρχουν οι στίχοι:

«Δώδεκα χρόνους  κάνει  μέσα στη Φραγκιά
κι ούτε γράμμα μου στέλλει  κι ουτ΄ αντιλογιά…»

που μας θυμίζει αμέσως την παραλογή «Η επιστροφή του ξενιτεμένου»

Ή, οι στίχοι του τραγουδιού  «Ανάθεμά σε ξενιτιά»:

«Μια λυγερή τραγούδαγε σε κρυσταλλένιο πύργο’
τραγούδι αυτό δεν ήτανε , ήτανε μοιρολόγι,….
Κι όσα καράβια τ΄ άκουσαν, όλα ν-εμαρμαρώσαν….»,

μας οδηγούν επίσης στα μοτίβα των παραλογών  με τις χτυπητές  παρομοιώσεις.

Στο τραγούδι «Ο Κώσταντας ξεκίνησε» να πάει  για «σεφέρι» έχουμε τον στίχο, «Νύχτα σελώνει τ΄ άλογο, νύχτα το καλιβώνει» ο οποίος μας παραπέμπει ξεκάθαρα στα ακριτικά  τραγούδια.

Όπως αναφέραμε,  στην πράξη του κύκλου τραγουδιών για την ξενιτιά, οι πραγματικοί φορείς του δράματος  συχνά  χάνονται πίσω  από τη δράση άλλων παραγόντων: – κυρίως στοιχείων της φύσης και του ζωικού κόσμου, – τα οποία δεν αποτελούν απλώς την προέκταση αλλά αναλαμβάνουν  τον κύριο ρόλο στο διαδραματιζόμενο δράμα.

Με τα στοιχεία αυτά δημιουργούνται συχνά δυναμικοί αρνητικοί παραλληλισμοί, όπως

«Μάη κι Απρίλη όμορφε με τα πολλά λουλούδια,
π΄ ομόρφυνες  όλη τη γη κι όλη την οικουμένη,
‘μόρφυνες και το σπίτι μου  με μια καλή γυναίκα…..»

Κι αμέσως μετά:

«Τι να την κάμω τούτη νια και τούτη μαυρομάτα,
που φεύγω για την ξενιτιά κι αφήνω τέτοια νιάτα ;…»

Ασφαλώς τα τραγούδια της ξενιτιάς δεν θα μπορούσαμε να τα διανοηθούμε χωρίς  την ύπαρξη του διαλογικού σχήματος, το οποίο συναντούμε σε μορφή  καθαρού διάλογου, εσωτερικού μονολόγου, ελεύθερου πλάγιου ύφους, κλπ.

Καταλήγοντας  επισημαίνουμε ότι  όπως στην πραγματικότητα  το δράμα της ξενιτιάς έχει αγγίξει το κάθε κύτταρο της οικογενειακής ζωής και των εσωτερικών και εξωτερικών σχέσεων της, το ίδιο φάσμα προβληματισμού συναντούμε και στα τραγούδια  της ξενιτιάς. Ωστόσο όμως δυο πράγματα  υπερέχουν: –  το μοτίβο του χωρισμού και οι  δραματικές σχέσεις του ζευγαριού. Αυτό έχει  την εξήγησή  του   στο γεγονός ότι  οι σύζυγοι αποτελούν τη βάση  της οικογένειας και της αναπαραγωγής ζωής.

 

[1] Μενέλαος Δαλιάνης, Η εθνική αντίσταση  της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία (1940-1944),  Αθήνα 2000, σελ.52

[2] Αλ. Κ. Παπαδόπουλος, Ο Αλβανικός Εθνικισμός  και ο Οικουμενικός Ελληνισμός, Αθήνα 1994 σελ. 127

[3] Σύμφωνα με τα ιστορικά των χωριών.

 

(Ο Παναγιώτης Μπάρκας είναι καθηγητής στο Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου).

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση