ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΣΩΡΩΝΕΙΑΣ

πανηγύρι

Η Μονή της Σωρωνειάς που αναπαλαιώθηκε και περιφράχτηκε από τους πιστούς τη δεκαετία του 1990.

 

Το πανηγύρι της Σωρωνειάς

Σωρωνιά 3
Αιωνόβιος δρυς – ό, τι απέμεινε από το δάσος που σκέπαζε την Σωρωνειά.

Αύγουστος και η σκέψη μου πιο επίμονα από κάθε άλλο μήνα, ξαναγυρίζει στον τόπο μας. Ένα αίσθημα φυγής κι επιστροφής, λες και λείπω χρόνια, βαραίνει την καρδιά μου. Δεν είναι μόνο η νοσταλγία, είναι που εκεί πάνω στα έρημα χωριά μας αρχίζουν κι επιστρέφουν οι ξενιτεμένοι. Ακούς παιδικές φωνές, τα κλειστά σπίτια ανοίγουν πορτοπαράθυρα, ζωντανεύουν, ανασάνουν ζωή. Στα μεσοχώρια πηγαινοέρχονται νέοι άνθρωποι. Στα μαραμένα πρόσωπα των μανάδων ξανανθίζει το χαμόγελο.

Αύγουστος μήνας, εποχή των Πανηγυριών!

Δεκαπενταύγουστο, το Πανηγύρι της Παναγιάς. Κι είναι πολλοί οι ναοί και τα ξωκλήσια της Μεγαλόχαρης στα χωριά μας.

Ένα απ’ τα ωραιότερα πανηγύρια του τόπου μας, ήταν το πανηγύρι της Σωρωνειάς. Στα βαθύσκιωτα δέντρα, στους πρόποδες της Μηλιάς, κοντά στο πηγάδι που ο Άγιος Δονάτος σκότωσε το δράκο της Σωρωνειάς, ο λαός μας γιόρταζε, γλεντούσε. Σύσσωμα τα Βουρκοχώρια, τα Ριζά, το Μουρσί, το Βαγκαλάτι, η Γράβα, το Λαζάτι, τα Καλύβια κι όλα τα περίχωρα, αντάμωναν στη Σωρωνειά. Κι όχι μόνο οι Χριστιανοί, στο μεγάλο αυτό ξεφάντωμα που ήταν ταυτόχρονα και εμποροπανήγυρις, έρχονταν τσάμηδες, λιάπηδες, βοσκοί, μπαξεβάνηδες και βιοτέχνες απ’ το Δέλβινο και τα χωριά πέρα απ’ την Παλιαυλή και το ποτάμι της Παύλας. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο τοπικό πανηγύρι, μαζί με εκείνο της Αγίας Τριάδας στην Πέπελη της Δερόπολης αποτελούσαν τις κορυφαίες παραδοσιακές εκδηλώσεις του τόπου μας.

Έτσι συνεχίζονταν αιώνες το πανηγύρι, έως το 1969. Ύστερα, τα βιολιά και τα κλαρίνα σίγησαν, το χοροστάσι της λεβεντιάς χορτάριασε και οι χαρούμενες μέρες του Πανηγυριού, έγιναν μακρινές αναμνήσεις. Η ζωή μας έγινε πιο φτωχή, πιο άχαρη. Ο τόπος έχανε σιγά – σιγά την ψυχή του. Δεν γνωρίζω εάν μετά το 1990, αναβίωσε το πανηγύρι της Σωρωνειάς. Τα καμένα δέντρα, δύσκολα ξαναβλαστίζουν και αγγίζουν με τις κορφάδες τους, τους ουρανούς.

Για τους νοσταλγούς του Πανηγυριού και για τα παιδιά μας, παρουσιάζουμε ένα κείμενο γραμμένο 86 χρόνια πριν, από έναν ρομαντικό και ονειροπόλο νέο της εποχής του μεσοπολέμου. Από το 16χρονο, Λευτέρη Τάλλιο, μαθητή στο Γυμνάσιο Ιωαννίνων. Αν και σχολική έκθεση, έχει ζωντάνια και χρώμα. Είναι πασίγνωστο ότι ο Λευτέρης Τάλλιος είχε το χάρισμα του λόγου και ευαισθησία καλλιτέχνη. Δίπλα στα μαθητικά του τετράδια, τα ημερολόγια και τα βιβλία, κρατούσε πάντα το βιολί και τη φωτογραφική μηχανή.

Το χαριτωμένο αυτό κείμενο, γραμμένο από ένα παιδί που αφουγκράζονταν τη φωνή του τόπου μας, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη λαογραφική μελέτη και το ιστορικό του πανηγυριού, που προσμένει το μελετητή, το λαογράφο, το συγγραφέα. Αποτελεί έναυσμα για όσους αγαπούν τον τόπο μας και την παράδοση. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που κουβαλούν μνήμες από το πανηγύρι της Σωρωνειάς. Όμως ο χρόνος είναι αμείλικτος. Οι πατεράδες και οι μανάδες μας φεύγουν και το άγραφτο βιβλίο της παράδοσης ξεθωριάζει. Είναι λυπηρό που έως σήμερα δεν έχουμε μια ολοκληρωμένη μελέτη για το ιστορικό αυτό πανηγύρι.

Θωμάς Στεργιόπουλος

 

Η ωραιότερη Πανήγυρης του χωριού μου

Λευτέρης Τάλλιος
Λευτέρης Τάλλιος

Αύγουστος μήνας! Στο χωριό μου βρίσκομαι προ δύο μηνών περίπου, αφ’ ότου δηλαδή κάναμε εξετάσεις και έχομε διακοπές. Βρίσκομαι κι εγώ κοντά στη μάνα μου, στ’ αδέλφια μου, στους δικούς μου, στο χωριό μου. Και μου είναι πολύ αγαπητό το χωριό μου, και μάλιστα νομίζω πως περισσότερο απ’ ότι άλλοι αγαπούν τα δικά τους. Αξίζει όμως και να τ’ αγαπάει κανένας, γιατί όταν ακούω από άλλους ότι έτσι εκείνο το χωριό δεν έχει νερό… ότι τ’ άλλο δεν έχει δάση και σκιά, ότι τ’ άλλο έχει όλο γκρεμούς και άλλα, δεν μπορώ να μη θυμηθώ το μικρό μου χωριό, με τα πολλά πηγάδια του (βρύσες), με τα ποταμάκια του και τις καταπράσινες κοντοραχούλες και τους κάμπους του που δεν έχουν ούτε μια πέτρα. Με τα μοναδικά του λόγγα που θρέφουν πελώρια δέντρα. Πόσα λόγγα και βουνά του χωριού μου δεν πέρασα κι εγώ!… Εν τούτοις έχω ακόμα και άλλα απέραστα…

Απ’ όλα αυτά τα λόγγα ένα τόχω στο νου μου πάντοτε και γιατί πήγαινα και το έβλεπα πάντα και το γνωρίζω σπιθαμή τη σπιθαμή και θυμάμαι καλά πολλά απ’ τα δέντρα τα χωριστά σαν γνώριμους, αλλά και γιατί είναι μοναδικό… εξαιρετικό στο είδος του. Ένα τέτοιο μακριά απ’ το χωριό μου στους πρόποδες της Μηλιάς, είναι ο γνωστός σε όλους λόγγος της Σωρωνιάς. Τα δέντρα είναι πανύψηλα και φύλλωμά τους πυκνότατο και αδιαπέραστο απ’ τον ήλιο. Στη μέση του λόγγου είναι η εκκλησία της Παναγίας και του Αγίου Δονάτου (και των δύο), παλιά όσο και τα δέντρα και μικρή. Η Σωρωνία! Έτσι τη λένε καθώς και όλα τα τριγύρω λιβάδια. Και την ξέρουν όλοι, σε μιας ημέρας ακόμη απόσταση, γιατί εκτός από τα πλούσια και μοναδικά λιβάδια της, που ξεχειμωνιάζουν χιλιάδες πρόβατα, γίνεται σ’ αυτή κι ένα μεγάλο πανηγύρι, μοναδικό απ’ όσα είδα όπως και ο λόγγος της. Το Δεκαπενταύγουστο. Τότε γίνεται. Είκοσι πέντε μέτρα παραπάνω απ’ την εκκλησία, είναι το πηγάδι της με τα κρυσταλλένια κρύα νερά του και με το θρύλο του. Σ’ αυτό κάθονταν δράκος μεγάλος, τον οποίο ο Άγιος Δονάτος τον κατέστρεψε. Δηλαδή, όταν πάει ο Άγιος προς το πηγάδι, αυτό του ρίχτηκε για να τον φάει. Αλλά αυτός έκανε το σταυρό του και με το σύρτη του καπιστριού το χτύπησε και το φίδι σωριάστηκε κάτω σπαρταρίζοντας. Κι η εκκλησία ονομάστηκε Σωρωνιά.

Μπροστά απ’ την εκκλησία είναι ένας σαν δρόμος, δηλαδή άδειο από δέντρα. Τα δέντρα όμως που βρίσκονται από δω κι από κει, σκεπάζουν την ήλιο κι έτσι φαίνεται σαν ψιλή στοά με κίονες τα δέντρα.

Βράδυ Δεκαπενταύγουστου. Ένα μάτι να ρήξεις απ’ την εκκλησία που βρίσκεται λίγο ψηλότερα, θα δεις όλο το χώρο γεμάτο. Αμέσως, μόλις βγαίνουμε απ’ την εκκλησία, δεξιά και αριστερά βρίσκονται οι μικροπολητάδες και στο ανοιχτότερο μέρος της δέντρινης στοάς, βρίσκονται στη γραμμή συνέχεια τα φραντζάτα. Δηλαδή, μέρος σκεπασμένο με κλάδους και χωρισμένο σε μικρότερα, στα Αργαστήρια. Εκεί, ο κάθε μικροπωλητής διαλαλάει το εμπόρευμά του, με όση δύναμη και όρεξη έχει.

Και βλέπεις τον τσαρουχά, τον κουντουρά, να τα διαλαλεί ως χρονιάτικα, ο ψιλικατζής ότι έχει όλα τα καλά του θεού. Και παραπέρα ο κρεοπώλης με τα μανίκια σηκωμένα και ματωμένα τα μπράτσα του, με τη χαντζάρα στο χέρι, πρόθυμος να σου κόψει το καλύτερο μέρος του αχνίζοντος κρέατος με μια αρβανίτικη προφορά και βραχνή φωνή να φωνάζει δυνατά: Μις με διάμ! ( Κρέας με λίπος), ή για το κοκορέτσι του: Κέτς κοκορέτς! (Κατσικίσιο κοκορέτσι).

Βρύση της Σωρωνιάς
Σ’ αυτό κάθονταν δράκος μεγάλος, τον οποίο ο Άγιος Δονάτος τον κατέστρεψε…

Στο λαιμό της σειράς αυτής βρίσκονται οι οπωροπώλες με τις γιομάτες σταφύλια κοφίνες τους ή με τα καλάθια, ή και στρωμένα προς θέα σ’ ένα ύφασμα τα φρούτα τους. Μόνο νάχεις αυτιά ν’ ακούσεις και χρήματα να δίνεις… Σταφύλια καλά! Ρους τε μιρ από δω, ωραία μήλα από κει! Ωραία γλυκά σταφύλια απ’ τ’ άλλο μέρος. Ο καθένας στη γλώσσα του και όλοι για να πουλήσουν.

Προχωρώντας παρακάτω αριστερά, βλέπουμε εκείνους που πουλούν μπακίρια, χρυσαφικά και κουδούνια ή κυπριά. Και ξεχωρίζει για λίγο κανένας μέσα σε σωστό πανδαιμόνιο, το ισχυρό λάλημα ενός κύπρου, (μπρούτζινο μεγάλο), ή το μαζωτό χτύπημα μιας μπίπας, μπιμ … μπιμ … μπίου. Παρακάτω, προς το τέλος, βρίσκονται τα καφενεία και απ’ τις δυο τις μεριές γεμάτα από λαλούμενα και μπεκρήδες καθισμένους ή γλεντζέδες που χορεύουν. Κι είναι πολλοί κι αυτοί και σπουδαίοι, γιατί ο χορός για τον Αρβανίτη, δεν είναι μικρό πράγμα… Χορεύει στο ταψί… καθώς και η πατροπαράδοτη καφενοφιλία με το ραχατλίκι της.

Και βλέπει κανείς εδώ παρέα κυρίως Αρβανίτες με τους Αγάδες στη μέση, με το φέσι στραβά. Βλέπει μικρούς τεμενάδες, πολλές φιλοφρονήσεις και αμέτρητα τουγκιατγιέτα (γεια σου). Αν πάλι ξανοίξουν στη μέση και βάλουν τους βιολιτζήδες, τριγύρω θα σηκωθούν με τον πιο λεβέντη στην αρχή και τους άλλους σαν ξύλα. Και τότε θ’ αρχίσουν οι χοροί οι αρβανίτικοι με τα ταρακουνήματα του πρώτου, με τις ταχυδακτυλουργικές εναλλαγές των ποδιών, που δεν καταλαβαίνει κανείς τι σκοπό παίρνουν, με το γδουπερό βήμα, με τα συχνότατα μουγκρητά αχ! και με τις καμάρες του, όπου ο άλλος θ’ ανέβει απάνω. Με τις γυροβολιές, με τα χτυπήματα του τσαρουχιού, ή το βάλσιμο στο κεφάλι μπουκάλας μισογεμάτης ρακί, η ποτήρι και δώστου! Από τους άλλους, μόνο ο δεύτερος τεντώνει και συσπά το πρόσωπό του, για να δείξει τι κόπους καταβάλει που κρατά καλά το χορεύον θηρίο. Χορεύουν τον Οσμάν Τάκα και άλλα. Κοντά θα βρεις και παρέες χριστιανών, αλλά τη μεγαλοπρέπεια και επισημότητα που θάχουν οι αρβανίτικες (προπαντός δε οι μισοί για να έχουν να κοκορεύονται), δεν θα τη βρεις αλλού. Οι χριστιανοί είναι λεπτότεροι…

Γυρίζοντας πάλι απ’ ότι πέρασες, μπορεί να βρεις και κανέναν παπά, που να κάνει αγιασμούς για δεκάρες και να σ’ ευλογήσει.

Ή, πιο πέρα, έξω δηλαδή του περιβάλλοντος αυτού, σε κάθε δέντρο και δυο – πέντε οικογένειες σε τραπέζια που τρώνε κουβεντιάζοντας. Είναι τα οικογενειακά τραπέζια…

Ή και πιο πέρα, τους γύφτους να παζαρεύουν τα γομάρια τους, με το περίφημο ρεβάνι στο στόμα για δόλωμα…

Κατά το βράδυ, ετοιμάζονται να φύγουν και τ’ άλλο το γιόμα δεν μένει κανένας… Το πανηγύρι τελείωσε…

Τάξη Γ’  Έκθεση Α

Λευτέρη Τάλλιου

 

 

 

Φωτογραφίες (εκτός από τη φωτογραφία του Λευτέρη Τάλλιου): Βαγγέλης Ζαφειράτης

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση