ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βαγγέλη Καραθάνου «Το μήνυμα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μπατσιούλας”

πολιτικοί κρατούμενοι στην ΑλβανίαΈνα μήνυμα  που δεν φτάνει ποτέ στον προορισμό του, φέρνει την απόλυτη ανατροπή στις ζωές των συντακτών και αποστολέων του, που πρόκειται  να βιώσουν  από πρώτο χέρι τα όσα φέρνει κανείς στο νου του διαβάζοντας τον άμεσο, σχεδόν επιβλητικό υπότιτλο: «Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι στην Αλβανία». Στο αυτοβιογραφικό αυτό μυθιστόρημα ο Βαγγέλης Καραθάνος μας μεταφέρει στα τελευταία χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος και μας  εξιστορεί το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα που στιγμάτισαν τον ίδιο και έναν στενό κύκλο αντιφρονούντων,  αναπόφευκτα το συγγενικό και φιλικό τους περιβάλλον, αλλά και γενικότερα το χώρο της Ελληνικής μειονότητας.

 

 

(Αρχή βιβλίου)

 

12 του Γενάρη 1987, ημέρα Δευτέρα για την ακρίβεια. Νωρίς το πρωί, επτά παρά τέταρτο περίπου .

Σηκώθηκε σχεδόν αμέσως  μόλις με είδε να μπαίνω.  Ήταν ο Γενικός Διευθυντής Εμπορίου του νομού Αγίων Σαράντα. Πολύ ευγενικός, το χαμόγελο περίσσευε. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω  πώς βρέθηκε τόσο νωρίς εδώ στη Λιβαδειά.

Κοίταξε – με διέκοψε στα γρήγορα – είμαι καθοδόν για τη  Σκάλα και το  Μουρσί. Η κακοκαιρία εκεί προκάλεσε μεγάλες ζημιές σε καταστήματα κι αποθήκες. Ο σύντροφος Β. μου άνοιξε την πόρτα, αλλά  έφυγε επειγόντως για το Δέλβινο, ενώ ο σύντροφος Θ. ίσως  καθυστερήσει. Παρακαλώ, έλα να πάμε μαζί ως το τάγμα του στρατού των  συνόρων, να δούμε μία αποθήκη. Το τάγμα θα μετακομίσει την έδρα του στην πόλη των Αγίων Σαράντα, σκεπτόμαστε να νοικιάσουμε μία  μεγάλη αποθήκη.

Εντάξει, του είπα, τελείως αμήχανα. Ύστερα από λίγο, ο διευθυντής προχώρησε προς το παράθυρο, κοίταξε έξω, μετά το ρολόι του χεριού του, χαμογέλασε τελείως τυπικά και αποφάσισε να βγει πρώτος. Η απόσταση ήταν μικρή με τα πόδια.

Ήταν η πρώτη φορά που ανταλλάξαμε δύο-τρία λόγια  με τον διευθυντή κι αυτά  ήταν σχετικά με τον καιρό. Η κακοκαιρία της περασμένης βραδιάς ήταν το κάτι  άλλο, ήταν πραγματική θεομηνία. Ο αγέρας φύσαγε μανιασμένα όλη τη νύχτα από τα βορειοδυτικά και με τις βροχές και τις βροντές πήγε να πνίξει τον τόπο. Το ποτάμι δίπλα στη Μεσαία Γεωργική Σχολή φούσκωσε επικίνδυνα και τα  θολά, ορμητικά νερά του σκέπασαν περίπου όλο  το ξερό γήπεδο. Tα δύο ξύλινα δοκάρια άντεξαν, φαίνεται πως έπαιρναν θάρρος το ένα από το άλλο.

Στο κτήριο της σχολής, το οποίο ήταν κτισμένο με κόκκινα τούβλα, περίπου στα εκατό μέτρα στο τέλος κι αριστερά του γηπέδου, δεν φαινόταν άνθρωπος, ψυχή. Ποτέ το ποτάμι δεν είχε «θυμώσει» τόσο πολύ. Mετά το στενό γιοφύρι o χαλικόστρωτος δρόμος, λόγω κακοτεχνιών ήταν γεμάτος  λακκούβες και λασπόνερα. Ενώ εγώ εύκολα έβρισκα σημεία στερεά να στηρίξω τα πόδια μου, επειδή ήμουν συνηθισμένος  σε τέτοιες καταστάσεις, ο διευθυντής όμως έτρεμε από την ανασφάλεια. Με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει αλλά ούτε που ήθελε να μου ζητήσει  βοήθεια. Στα δεξιά, το μεγάλο αγρόκτημα του Γεωργικού Συνεταιρισμού  έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο.

Οι πορτοκαλιές μέσα σε μια βραδιά έχασαν όλη  τη σοδιά τους την τελευταία στιγμή  πριν από την συγκομιδή. Σωροί από πορτοκάλια κολυμπούσαν μέσα σε μια  λίμνη  χαλαζόπτωσης. Τα σύννεφα και σήμερα «κρέμονται» από τον πολύ το φόρτο και δεν καταλαβαίνεις από πού έρχονται και που πάνε. Ετοιμάζονται για την νέα κατεβασιά τους. Το βουνό της Μηλιάς δεξιά, μ’ όλη την ανεμοθύελλα που  είχε ξεσπάσει επάνω του όλη τη νύχτα, έστεκε ατάραχο.  Αγέρωχο, ψηλό κι όρθιο κοιτάζει τους ορίζοντες και του  πελάγου τα  μάκρη.  Στις άκρες του δρόμου 5-6 συνεταιριστές τεμάχιζαν με  τσεκούρια  δύο ξεριζωμένα  δέντρα λεύκας. Το πιο μεγάλο από τα δύο είχε σωριαστεί από την μία έως την άλλη άκρη του χωματόδρομου, ακριβώς στο σημείο της στροφής προς το τάγμα του στρατού. Φαίνονταν πολύ βιαστικοί και ούτε που σήκωσαν το κεφάλι να μας δούνε. Μόνο ο νεότερος  μας κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο κι αμέσως έσκυψε.

Μόλις πλησιάσαμε την πύλη εισόδου, ένας φαντάρος  ψηλός κι αδύνατος, με το κόκκινο αστέρι στο τετράγωνο, πράσινο  καπέλο με γείσο, άνοιξε τη μεγάλη σιδερένια πόρτα. Δίπλα του στέκονταν όρθιος   ένας αξιωματικός του στρατού συνόρων. Με τον διευθυντή ανταλλάξανε χαμόγελα αλληλοσεβασμού ο ένας προς τον άλλον και για επιβεβαίωση κούνησαν και οι δύο το κεφάλι. Δεν μας ρώτησαν ούτε ποιοι είμαστε, ούτε πού πάμε και ούτε ποιόν θέλουμε  να συναντήσουμε. Τον  γνωρίζουν τον διευθυντή, νόμισα, προσωπικότητα του νομού είναι. Αυτό φάνηκε και από την υποδοχή που του επιφύλαξαν. Εκείνος  μπροστά κι εγώ πίσω προχωρήσαμε στο μεγάλο κτίριο αριστερά. Στο βάθος του διαδρόμου, ακριβώς στην τελευταία πόρτα  ένας «σύντροφος με μαύρο παλτό», έκανε νόημα στο διευθυντή «κλείνοντας  το μάτι» και μπήκε αμέσως στο γραφείο. Προς τα εκεί κατευθύνθηκε ο διευθυντής  κι εγώ πίσω του. Μέσα  ήταν δύο αστυνομικοί και τρείς άντρες με πολιτικά, όλοι όρθιοι. Δεν κατάλαβα πώς σε κλάσματα δευτερόλεπτου βρέθηκα μπροστά από τον διευθυντή και απέναντι από το «σύντροφο με το μαύρο παλτό». Άντρας  ψηλός, με φαρδείς ώμους, με πλατύ μέτωπο και σγουρά, πυκνά μαλλιά. Το βλέμμα του παρατηρητικό και πολύ επιβλητικό. Δεν προλάβαμε να πούμε ούτε καλημέρα.  Χωρίς να χάσει χρόνο με ρώτησε:

– Είσαι ο Βαγγέλης Καραθάνος;
– Εγώ είμαι!
– Στο όνομα του λαού συλλαμβάνεσαι!

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση