ΤΟ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ ΤΟΥ ΑΓΑ

ΔερβιτσάνηΟ Γιάννης Λίλλης γεννήθηκε στην Δερβιτσάνη Δερόπολης, το 1916. Αποφοίτησε από τη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων και συνέχισε Λογοτεχνία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία και την λογοτεχνία. Εξέδωσε την ποιητική συλλογή Πνιγμένοι καημοί (Κέρκυρα 1945), τις περιγραφικές εντυπώσεις Στα μεθυσμένα Βαλκάνια (1946), ενώ το 1947 τις Βορειοηπειρωτικές Σελίδες. Χρονογραφήματα και άλλες μελέτες, ποιήματα και διηγήματά του φιλοξενήθηκαν στον τύπο της εποχής. Ήταν γνωστός τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία λόγω της παρουσίας του στον αλβανικό τύπο. Πέθανε το 1965 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας σε ηλικία μόλις 49 ετών. Το διήγημα Το καλαμπόκι του αγά προορίζονταν για την συλλογή Οι σκλάβοι του κάμπου η οποία δεν είναι γνωστό αν ολοκληρώθηκε ποτέ.

 

 

Δεν έμεινε άλλη μέρα.

Τα πρωτοβρόχια τούτη τη χρονιά έπεσαν πολύ γρήγορα. Μπορεί να πλημμυρίσει το αγριοπόταμο της Σουχάς από στιγμή σε στιγμή και να μην αφήσει ούτε αστάκι  από το καλαμπόκι που ’μασε με τόσες λαχτάρες τρεις μέρες τώρα. Και το ’χει σωριάσει σε μια άκρια του χωραφιού να το ’χει έτοιμο.

Ήξερε καλά τα τρελά κατεβάσματα του ποταμού. Περήφανη η καταγωγή του, απ’ τ’ απάτητα χιόνια της Νεμέρτσικας, χιμούσε τον κατήφορο, πλουτισμένο στο βιαστικό διάβα του απ’ τ’ αχαμνά αυλάκια και τα νερομαζώματα των δρόμων και ξεμπούκαρε θυμωμένο απ’ τη Γκρίκα. Απ’ εκεί τίποτα δεν το σταματούσε να ξαπλώσει ακράτητο στα κοντινά χωράφια απ’ τα Βαρικά και ως κάτω στη Δρόπολη.

Όχι, δεν της έμενε καιρός. Ύστερα, της το ’πε ο αγάς ξεκάθαρα:

-Αύριο το θέλω. Κειμώνας κάνει, δεν κάνει κουβαλήσει σπίτι μου.

Πρέπει να κινήσει με τα χαράματα. Δεν την πιάνει ο τόπος. Βγαίνει στη χαμηλή πόρτα του φτωχόσπιτου προγονικού και σηκώνει τα μάτια ψηλά. Πίσα ο ουρανός. Ούτε ένα αστέρι δεν ξεχωρίζει για να ξεγελάσει τη στενοχώρια της. Ο βοριάς γαλήνεψε ολότελα. Ο νοτιάς γέμισε τη νύχτα με τις υγρές ανασασμιές  του πρωτοβροχιού. Πέρα, μακριά, κάπου έβρεχε.

Άφησε να βαϊσει το κεφάλι απελπισμένα προς τη γη, υποταγμένη στη μοίρα της που την είχε δέσει απ’ τα πρώτα της χρόνια με το σκλαβωμένο αυτό χώμα. Πόσο σκοτάδι μέσα της απόψε. Τυφλή κι η καμπίσια άπλα μπροστά της τέτοια ώρα. Λείπει αυτές τις μέρες κι η συρτή παραπονιάρικη φωνή του αγωγιάτη. Σου ’δινε κι αυτή κάμποσο κουράγιο, μαλάκωνε κάπως την ερημιά της νύχτας.

Έσπρωξε στα τελευταία το σκουληκιασμένο πορτόφυλλο  και μπήκε μέσα με τα μούτρα κατεβασμένα. Κείνο το παρδαλό τραγούδισμα  στις φαγωμένες σιδερένιες κλάπες θα την τρόμαζε τέτοια ώρα αν ήταν από ξένη πόρτα. Αλλά το συνήθισε κι αυτό κι είναι σα να το περιμένει όταν τη σπρώχνει ή την ανοίγει.

Σαν μπήκε στο δωμάτιο παραξενεύτηκε που είδε τα ρούχα στρωμένα για ύπνο. Ξέχασε που τα κατέβασε η ίδια απ’ το σεντούκι εδώ και λίγη ώρα. Τόσο ήταν αφηρημένη. Και τώρα, η ζέστα που υπόσχεται το παχύ κατακάθαρο πάπλωμα, την καλεί να χαϊδέψει το κατάκοπο κορμί της. Μα θα την κολλήσει ο ύπνος απόψε; Α, αυτό το καλαμπόκι…αλήθεια, πώς να ξεχάσει το άγριο σουλούπι του αγά; Ήρθε προχτές στο χωράφι του, εκεί που μάζευε με την αντραδέρφη της τ’ αστάκια. Στάθηκε πάνω της με το σαρκαστικό ύφος του ανθρώπου που βρήκε την ευκαιρία να ξοφλήσει έναν παλιό λογαριασμό. Με την αρβανίτικη πονηριά του άφηνε ξέσκεπο τον αυταρχικό εγωισμό  του ιδιοκτήτη, περιπαίζοντας με την γυναικίσια αδυναμία. Η φάτσα του δεν επέτρεπε καμιά αντίρρηση ότι δεν τ’ ανήκουν μόνο τα χωράφια, αλλά έχει δικαιώματα και στο ξεζουμισμένο κορμί της που το θρέφει από το χώμα του…Κι έλεγε και ξανάλεγε τα λόγια που γνώριζε πως τρόμαζαν τη γυναίκα:

– Θα το δώκω αλλού το κωράφια. Να’ χεις το γκνώμη σου.

Πίσω του το κοκκινότριχο άλογο συντρόφευε με το χλιμίντρισμα την αυταρχικότητα του αφέντη του. Αυτός πάλε του ’σφιγγε πιότερο τα γκέμια για να το θυμώσει, για να συμπληρώσει έτσι το ζώο την κουρασμένη του μεγαλοπρέπεια. Ενδόμυχα, δανείζονταν κάτι από τα νιάτα του αλόγου, μια που τ’ αμαρτωλά χρόνια του, του αφαίρεσαν γρήγορα την ευλυγισία του ατίθασου που πίστευε πως μονάχα αυτή ταίριαζε σ’ έναν αφέντη με τόσα τσιφλίκια. Του ’μεινε τώρα η πλούσια άνοστη κοιλιά του, κληρονομικό προνόμιο των τεμπέληδων της μπέικης φαμίλιας του. Τον κοίταζε η γυναίκα με τη σιωπή της σκλάβας που πάλευε πολύ μέσα της για να πνίξει το ανώφελο μίσος. Στο πρόσωπό της όλο και πύκνωνε το συναίσθημα της αηδίας.

* * *

Πού να την κολλήσει ο ύπνος όλη τη νύχτα απόψε! Αφικράστηκε πολλές φορές μην ακούσει το μπουρίνι που φοβότανε μην πέσει από ώρα σε ώρα. Κείνες οι αστραπές προς το νοτιά δεν ήτανε για καλό.

Πολύ πριν φέξει ήτανε στο πόδι. Κείνα τα λόγια του δεν έφευγαν απ’ τ’ αυτιά της. Γύρισε ασυναίστητα τα κουρασμένα μάτια της στην ανατολική γωνιά της κάμαρας που ’ταν στηριγμένο ένα σκουληκιασμένο κόνισμα. Το βλέμμα της έκλεινε όλη την άρρωστη κείνη καρτερικότητα της γυναίκας του τόπου της. Η μοίρα της, της είχε μουδιάσει την ψυχή απ’ τις δυσκολίες και τα βάσανα. Ωστόσο το στόμα της είχε ακόμα το κουράγιο να επαναλάβει τη φράση που τόσα χρόνια τη μουρμούριζε από μέσα της: –

– Θε μου, δεν θα ’ρθει καμιά φορά αυτός ο άνθρωπός μου!

Γνώριζε καλά την απάθεια της Παναγιάς, που μόλις διακρίνονταν το γλυκό πρόσωπό της, αλλά κάθε φορά που σήκωνε τα μάτια πάνω της, ένιωθε ένα παράξενο ξαλάφρωμα. Είχε αποχτήσει μεγάλη οικειότητα με το μουντζουρωμένο αυτό ξύλο. Δεν είχε έναν ώριμο άνθρωπο πλάι της να τη συμπονέσει κι αυτό το κόνισμα είχε αποχτήσει τα δικαιώματα του βουβού προστάτη της ζωής της. Έπαιρνε στα χέρια της το σκουληκοφαγωμένο ξύλο, το χάιδευε με άφοβη κατάνυξη και μιλούσε μ’ εμπιστοσύνη μαζί του. Άπειρα παράπονα, ατέλειωτοι και αστείρευτοι καημοί.

Στο μακρύ αυτό πάλεμα της ψυχής της γύριζε ασυναίστητα τα μάτια στο μοναχοπαίδι της. Το χαίρονταν με την ξεγνοιασιά της ηλικίας του, με τα δροσερά μπράτσα του κι έτσι πεισματάρικα ριγμένα έξω απ’ τα σκεπάσματα. Δεν ένιωθε μόνο τον απαλό εγωισμό του δημιουργού μέσα της, αλλά στο φροντισμένο αυτό γεμάτο κορμί έβλεπε στοιβαγμένους όλους τους μόχτους και τις αγωνίες της. Έκοψε από το ψωμί της για να το μεγαλώσει, σκλαβώθηκε στο χώμα χειμώνα – καλοκαίρι για να το κουναρήσει. Πολλές φορές νυχτοξημέρωσε με αγωνία πάνω του για να το γλιτώσει στις παιδικές του αρρώστιες με μόνο γιατρό την αγάπη της και την πείρα των φτωχών που την κληρονομούν με κατάνυξη από τους παλιούς.

Το κοίταζε τώρα κι η αγάπη της να το σφίξει την αγκαλιά της, να κολλήσει το δροσερό κορμί του στην πονεμένη σάρκα της. Ήτανε τόσο δικό της αυτό το σώμα, σα να ’τανε μόνο δικό της.

Για μια στιγμή το παιδί τεντώθηκε ανήσυχα. Άπλωσε τα χέρια του ασυναίσθητα ν’ αγκαλιάσει τη μάνα του. Η χειρονομία του αυτή έτσι χαριτωμένη κι αδέξια φανέρωνε μια από την πρώτη συνήθεια του μωρού που ’ρχεται στον κόσμο. Μια κίνηση που τη δημιουργεί το ένστικτο της ζωής κι όχι η μίμηση ή η ανθρώπινη πείρα. Όταν τα χέρια του έπεσαν με δυσαρέσκεια στο αδειανό μέρος της μητέρας του, μουρμούρισε κλαψιάρικα, με την έκφραση του ανθρώπου που στέκεται στην αναποφάσιστη κατάσταση του γλυκού ύπνου και της ανάγκης ν’ ανοίξει τα μάτια:

-Μη – τέ – ρααα.

Η φτωχιά κάμαρα γέμισε από παράπονο κι απογοήτευση. Ο μικρός έδειχνε όλη τη γλύκα με το ξάπλωμά του κι αντάμα όλη τη στενοχώρια ξυπνώντας τις ώριμες αυτές ώρες της νύχτας. Φανέρωνε ακόμα η έκφραση του προσώπου του την ενόχληση που του ’δινε το νυσταγμένο φως της λάμπας δίπλα του, γιατί σκέπασε γρήγορα τα μάτια του με την ανάποδη της παλάμης. Η μάνα δεν αποφάσιζε στην αρχή να του μιλήσει. Τελευταία δεν κρατήθηκε:

-Νίκο, εδώ είμαι μάτια μου, είναι γλήγορα ακόμα, κοιμήσου…

Το παιδί επανέλαβε σαν απάντηση συλλαβιστά, με τόνο που ζύγωνε το κλάμα:

– Μμμμμμ – μη – τέ – ρααα…

Ξέσυρε από πάνω του με φανερή νωχέλεια το πάπλωμα, ικανοποιημένος που ξεσκέπασε τα πόδια του σα να ’θελε έτσι να απαλλαγεί απ’ τη ζέστα.

Η μάνα του τώρα καμάρωνε με κρυφή χαρά το μεστωμένο κορμί του. Το κοίταζε με προσήλωση, με τη θηλυκή απλότητα, με την αυθόρμητη εκείνη αφοσίωση της μητέρας.  Στο πονεμένο χαμόγελό της παιχνίδιζε η ταπεινή γυναικίσια περηφάνια του δημιουργού. Στα δεκατρία χρόνια του μάντευε το ώριμο παλικάρι, που άρχισε από τώρα να μοιάζει του καλοκαμωμένου πατέρα του. Κι ήταν η μεγάλη στιγμή τούτη που συγχωρούσε ολόκαρδα τον άντρα της, τον άνθρωπο που την καταδίκασε με την πολύχρονη απουσία του στο σιγανό μαράζωμα. Δέκα χρόνια στην Αμερική. Καταραμένοι αυτοί οι αφεντάδες του κάμπου που δεν αφήνουν τη γη λεύτερη να φάει ο φτωχός ένα κομμάτι ψωμί κοντά στο σπίτι του. Κι αναγκάζονται έτσι, χρόνια πολλά τώρα, οι πιότεροι αρσενικοί του τόπου  να παίρνουν τα μάτια τους. Σχίζουν ξέρες και θάλασσες για να ξενοδουλέψουν. Και πολλές φορές ν’ αφήσουν το κορμί τους σε ξένο χώμα.

Έτσι την άφηκε κι ο δικός της με το μωρό στην αγκαλιά. Δέκα ολόκληρα χρόνια νιώθει κρύο το στρώμα της. Γυναίκα νια στον ανθό της, νυχτοξημέρωνε στ’ άχυρο κι αν συχνά την έσπρωχνε το ζουμερό κορμί της να λογιάζει στα κρυφά το παλικάρι που διάβαινε δίπλα της, μονομιάς μπροστά της τη φοβερίζανε οι άγραφτοι νόμοι του τόπου, η ντροπή και η ταπείνωση που θα την κέρναγε πρόθυμη η αυστηρή χωριάτικη κοινωνία. Κατόπι, ο Θεός! Το στεφάνι! Α, ποτέ, ποτέ δεν θα γίνει αυτό. Θα καρτερέσει αυτόνε, μονάχα αυτόνε… κι αν δεν γυρίσει ποτέ, ε, έτσι της ήτανε γραφτό.

Το αίμα της έβραζε κι άπλωνε στο κορμί της μια γλυκιά μουγιάδα. Κάτι σαν να φούντωνε μέσα της, που της ζάλιζε το νου. Αλλά η παράδοση τα στρίμωχνε και τα ’πνιγε όλα μέσα της.

Έτσι ήταν στον τόπο μας.

Αλλά παράξενο απόψε. Σαν να τον νιώθει μπροστά της τον άντρα της. Και να, την αγκαλιάζει μια αλλόκοτη ζέστα κάπου εκεί στα νεφρά. Ζωντάνεψαν όλες οι νυχτερινές σκηνές απόψε. Συμπλέγματα παράφορα, λαχανιάσματα, κομμένες φωνές, αναπνοές που έβραζαν απ’ τον πυρετό, ρουθούνια σα να ’βγαζαν φωτιά, οι πρώτες αλησμόνητες βραδιές της. Εδώ και δεκατρία χρόνια. Και μόνο που τα θυμάται αυτά, αιστάνεται κάτι σα γλύκα. Ντρέπεται τον εαυτό της απόψε.

Μα, πόσο του μοιάζει αλήθεια το σφιχτό τούτο κορμί.  Το χέρι της τρέμει κει που το σκεπάζει να μην κρυώσει. Σήμερα κοιτάζει το παιδί της κάπως αλλιώτικα. Ένα ανάλαφρο ρίγος περπατάει γρήγορα κι επίμονα στην πλάτη της. Πασκίζει να προλάβει τη μεθυστική τρεμούλα που προμαντεύει να απλώνει στα πόδια της.

Ακόμα δεν καλογεννήθηκε η σκέψη που φώλιαζε ύπουλα στα σκοτάδια του κοιμισμένου θηλυκού ενστίχτου και κοιτάζει τον εαυτό της με την αυστηρότητα του ένοχου. Στον αποτροπιασμό του προσώπου της μαντεύεται εύκολα η σκέψη, που ζητάει να εκδηλωθεί σε παράκληση: «Θε μου, συγχώρεσέ με!».

Δέκα χρόνια…Η νύχτα, η χειμωνιάτικη ζέστα της κλειστής κάμαρας, το νυφικό της πάπλωμα, που τη σκεπάζει και κρατάει ακόμα την αρσενικιά μυρουδιά, τον πλούσιο ιδρώτα της πυκνότριχης μασχάλης του, έκλεινε κάτι απ’ τ’ άγριο άρωμα του άγουρου καρυδιού. Κατόπι, κατόπι πόσο του μοιάζει το κατακάθαρο τούτο ασχημάτιστο κορμάκι…

Κινήθηκε απότομα κλωτσώντας την κολασμένη σκέψη και με μια νευρική βιασύνη άρχισε να τοιμάζεται για το ξεκίνημα. Πόσο σιχαίνεται τον εαυτό της…

Σε λίγο, η καλοσύνη που γλυκόσταζε απ’ τη μετάνοια, έλουζε με κάποια φρεσκάδα την αναστατωμένη ψυχή της.

Σκέπασε για τελευταία φορά το γιο της. Κοιμότανε ήσυχα.

*  * *

Είναι δυο ώρες που περπατούνε μέσα στη νύχτα. Η Βάνθω, η αντραδέρφη της, μια γεροδεμένη γυναικάρα, την περίμενε έτοιμη έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Με τέτοιον καιρό η καρδιά πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη στον άνθρωπο που σε συντροφεύει.

Σιγοκουβέντιαζαν στο δρόμο σα να φοβότανε τη φωνή τους. Σα να ’νιωθαν κάποιον κίνδυνο κει δίπλα τους να τους παραμονεύει και προσπαθούσαν κλέφτικα, γλιστρώντας ανάλογα, να γλιτώσουν. Το φοβισμένο πλατσάρισμα των βημάτων τους το ρουφούσε λες το σκοτάδι προτού γεννηθεί.

Τούτο πάλε όλο και πύκνωνε από τα βαριά σύννεφα του χινοπωριού  που χαμήλωναν βάρβαρα προς τη γη. Σωστό χυμένο μολύβι που ξάπλωνε αργά, δισταχτικά, περιπαίζοντας πιότερο με την ανθρώπινη αδυναμία.

Ήταν μια από τις σπάνιες στιγμές που νιώθεις τιποτένια κι άσκοπη την ύπαρξή σου μπρος στην αγριότητα της φύσης.  Μ’ όλο που είναι απόλυτη ησυχία γύρω σου κι ούτε ένα φύλλο δεν κινιέται. Πόση ερημιά μέσα σου, πόση ταπεινότητα την ώρα που η φύση δεν υπολογίζει καν την παρουσία σου. Ίσα-ίσα αιστάνεσαι την πρωτόγονη έχτρα  της να σε ζυγώνει ασφυχτικά. Και στην ψυχή σου κατακάθεται ένα δέος, μια παράξενη μουγκαμάρα που κατασταλάζει σε απόγνωση.

Κατεβάζεις τώρα τα μάτια προς το χώμα κι αιστάνεσαι να το βαραίνει κάτι σαν δουλοπρέπεια. Είναι τόσο κοντά σου, είσαι τόσο δικός του. Νιώθεις την κακομοιριά του, τη δική σου. Προμαντεύεις ακόμα τη δίψα του. Στραγγισμένο απ’ τ’ αυγουστιάτικα μεσημέρια καρτερεί τη βροχή. Σου μοιάζει ακόμα ν’ αγκομαχάει. Κι άθελα σηκώνεις με φόβο τα μάτια σου στα φορτωμένα σύννεφα. Η ανάσα σου κονταίνει λαχανιασμένα, όλο και πυκνώνει το προμάντεμα του μπουρινιού. Νιώθεις κάτω από τα γυμνά πόδια σου τη βουβή παράκληση της γης προς τα σύννεφα. Αυτή η στιγμή κλείνει μια βαθιά θρησκευτικότητα. Και κάπου δίπλα σου να μυρίζει θυμίαμα.

Δειλιάζεις. Να, όπου να’ ναι θα νιώσεις στο πρόσωπό σου, στα χέρια σου, τις πρώτες δισταχτικές στάλες. Θέλεις να γυρίσεις, αλλά «κειμώνας κάνει δεν κάνει», θέλει το βιο του σήμερα.

Έπεσε η πρώτη σταλαματιά μπροστά σου, στο σκονισμένο χώμα. Δεν βλέπεις τίποτα, αλλά αιστάνεσαι. Τέτοιες στιγμές η αφή κι η ακοή βρίσκονται σε υπερένταση.

Να, ακούς κι άλλη κοντά σου, κι άλλη. Πλατιές κι ανάριες στην αρχή, ταλαντεύουνται ψηλά σου και πέφτουν ηχηρά στη γη που λες κι άνοιξε τα στήθια της να τις ρουφήξει.

Τρίζουν παραπονιάρικα τα άρρωστα φύλλα, χαμήλωσαν ταπεινωμένα τα λιγοστά δέντρα του κάμπου της Δρόπολης.

Η φύση τώρα ικανοποιεί σπάταλα τα στοιχεία της. Ένας πρωτόγονος κραδασμός που δεν γνωρίζει καμιά πειθαρχία.

Κι η βροχή σωστό αγρίμι καλπάζει πίσω από τα βουνά προς τον κάμπο.

Μια παχιά μυρουδιά μεθάει το νου και την καρδιά σου την αγκαλιάζει ο τρόμος. Κάτι από φρεσκοκομμένη καλαμιά, κάτι από σάπια πεπόνια που ρίχτηκαν κάπου εδώ στους τράφους. Και πάνω απ’ όλα η πυκνή μυρουδιά των φύλλων της ντομάτας που αρχίζει να δευτεροκλαδιάζει με τις πρώτες νυχτερινές δροσιές του Σεπτέμβρη. Όλο εκείνο το άτσαλο βαρύ άρωμα των καρπών του μποστανιού, χωρίς να λείπει η πνιχτικότητα από τα σωματικά περισσέματα των ζωντανών.

Νιώθεις την ανάγκη ενός χεριού, που με τα νεύρα του, με τη θέρμη του, θα στηρίξει τη λιγοθυμισμένη ψυχή σου.

– Κοντά μου, Βάνθω. Δώσ’ μου το χέρι σου. Έτσι…

Μουρμουρίζει χαμηλόφωνα η γυναίκα, ζητιανεύοντας κουράγιο απ’ την τολμηρή συννυφάδα της.

Είναι ακόμα στη μέση του κάμπου;

Το σκοτάδι τους τάζει ένα ατέλειωτο μάκρος. Το κεφάλι σκυφτό προσπαθεί να κρυφτεί, να χωθεί αν μπορεί στο σώμα, σαν να αποτελεί μονάχα αυτό την ανθρώπινη ύπαρξη.

Δεν λέει ακόμα να φέξει κι η νύχτα γύρω τους πνίγει την άρρωστη υπομονή τους. Η βροχή τώρα πυκνή μεστώνει την απελπισία τους. Απ’ τα γόνατα και κάτω είναι μούσκεμα. Τα πόδια πάλε κολυμπούνε στα λαστιχένια παπούτσια τους κι αιστάνονται αηδιαστική την γλυστεράδα που προκαλεί η λάσπη ανάμεσα στα γυμνά δάχτυλα. Όσο για τ’ άλλο κορμί, πρόλαβαν κι έριξαν πάνω τους έναν βασανισμένο μουσαμά, αμερικάνικες ξεχασμένες αντίκες.

Οι αστραπές έσχιζαν διαβολεμένα τις τελευταίες ώρες της νύχτας που δειλιάζουν στις απότομες λάμψεις, προκαλώντας ένα λύγισμα στα γόνατα του ανθρώπου που σκίζει τέτοιες στιγμές τον μακρινό κάμπο.

Πίσω τους τα μπουμπουνητά που μακροσέρνονταν ρουχαλιστά  προς τα βουνά, πλαταίνουν ανυπολόγιστα την ερημιά και το φόβο.

Οι δυο γυναίκες στη μέση του κάμπου μόλις τολμούν να κάνουν το σταυρό τους, μουρμουρίζοντας:

– Θέ – μας, τ’ είναι τούτο το κακό! Βοήθα μας, Παναγιά μας!…

Άλλο, ούτε λέξη. Με τέτοια κατάνυξη που κύλησαν αυτά τα λόγια, λες και δεν ταίριαζε άλλη φράση απ’ αυτή.

Τα δυο ζώα που αιώνες τώρα μάλαξε τη ράτσα τους η ανθρώπινη αδυναμία, ζυγώνουν πιότερο στις γυναίκες, τρίβονται κοντά τους σα να μοιράζουν τους παλμούς του ίδιου κιντύνου. Πόσο είναι ανθρώπινη κι η αναπνοή τους ακόμα, κι αυτός ο φόβος τους, όπως τον εμετάγγισε η νοικοκυρίστικη δειλία μας.

Τα ’σερναν οι γυναίκες απ’ το καπίστρι. Ήταν φανερό πως κι αν τ’ άφηναν λεύτερα, θα τις ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαιναν. Να τα καβαλίκευαν, ούτε που το σκέφτηκαν. Τέτοιες στιγμές δεν πάνε βήμα, αν δεν νιώθουν οδηγό μπροστά τους.

Το χινοπωριάτικο μπουρίνι πλατάγιζε τώρα μανιασμένα σαν να χιμούσαν από το βουνό προς τον κάμπο χιλιάδες πεταλωμένα αγριάλογα.

Στις απανωτές αστραπές που σπάθιζαν το σκοτάδι, μόλις πρόκαναν να γυαλίσουν οι στάλες και τα μπουμπουνητά έσπρωχναν σε μεταφυσικά μάκρη τον ανθρώπινο φόβο.

Πόσο μικρή η ψυχή στη βλοσυρή μεγαλοπρέπεια της φύσης!

Για μια στιγμή, η μάνα θυμήθηκε το παιδί της. Τ’ άφησε ήσυχο βέβαια, βυθισμένο στον ύπνο και δεν πρέπει να ανησυχεί. Αλλά αν ξυπνήσει και τη ζητήσει; Αν τρέξει μ’ αυτόν τον καιρό, πίσω της; Το’ χε καλομαθημένο και δεν ξεκολλούσε από τη σκιά της. Κατόπι, είπε από χτες και της κυρ’ Αγαθής, της γειτόνισσας, να’ χει λιγάκι το νου της, αλλά καμιά φορά…Η Βάνθω μάντεψε την ανησυχία της και τη γλυκομάλωσε έτσι σα να της χάιδευε την πλάτη.

– Καημένη Μάχη κι εσύ, πως κάνεις. Σαν να μην έχουν οι άλλες μανάδες παιδιά…

Η Μάχη γύρισε άλλη μια πίσω της προς το χωριό, δανείστηκε το λίγο θάρρος που της χρειάζονταν και συνέχισαν σκυφτές το δρόμο τους. Λες και μπορούσε να ξεχωρίσει ποτέ το φτωχικό της στο πυκνό αυτό υγρό σκοτάδι, λες κι ήταν μπορετό να ιδεί το παιδί της να κοιμάται ήσυχο.

Δεν ακούγονταν τίποτα έξω από το νερό και τα λασπωμένα βήματά τους. Κι ακόμα βρέχει. Μια αστραπή χάραξε μονομιάς τις όχτες του ξεροπόταμου που χώριζε τα τελευταία χωράφια του αγά. Σταμάτησαν λίγο φοβισμένες και πέρασαν με τεντωμένη προφύλαξη το λιγοστό λερωμένο νερό της Σουχάς.

– Προκάναμε, της λέει η Βάνθω, ξαλαφρωμένη από το φόβο, την ώρα που πάτησαν την άλλη όχτη. Δεν θ’ αργήσει τώρα να κατεβάσει της χρονιάς της…

Στη φράση αυτή χώρεσε όλη η ικανοποίηση του ανθρώπου που ’κανε μια δύσκολη πράξη. Ξεφόρτωσαν στο ποτάμι τις ατέλειωτες αγωνίες τους κι ανάλαφρες τώρα χαίρονται τον κάμπο που διάβηκαν με τέτοιον καιρό. Στη σκέψη τους διαγράφονταν ασυναίσθητα ο καινούργιος δρόμος που θα συνεχίσουν. Η αγωνία και η πάλη με τ’ άγρια στοιχεία μια ολόκληρη νύχτα στοιβάχτηκε στη μνήμη, μια καινούργια βασανισμένη ιστορία στη μαρτυρική ζωή τους.

Χόρτασε η γη νερό και μπουχτισμένη το ξερνάει σε μικρά αυλάκια, σε ποτάμια, σε πλημμύρες που κουβαλούνε τους καημούς και τον άφθονο ιδρώτα των σκλάβων του κάμπου, για να τους αδειάσουν στις θάλασσες, στην ασυγκίνητη λήθη.

Γλυκοχάραζε μια κατακάθαρη μέρα. Εκεί κάτω προς την πόλη, το λιθαρένιο γεφύρι της Σουχάς είναι ψηλό και γερό. Χωράει όσο νερό κι αν σύρουν οι πλημμύρες.

* * *

Μια κοντινή αστραπή ανάστησε για μια στιγμή όλο το χωριό, το αλάφρωσε λίγο από το σκοτάδι, για να το βουλιάξει σε μεγαλύτερη αφάνεια. Πρόκαναν ωστόσο τα μάτια να ξεχωρίσουν τις στέγες των σπιτιών, τις γωνίες των δρόμων και το σιωπηλό ψήλωμα των δέντρων. Και σε κάποια αυλή το λυπημένο κορμί του αργοπορημένου βοδιού που άδικα μούγκριζε ώρες ολόκληρες για να ανοίξει το κατώι.

Η λάμψη χίμηξε από τις σχισμές των παραθυρόφυλλων στην ήσυχη κάμαρα του φτωχόσπιτου. Ένα απότομο φύσημα που έδιωξε το σκοτάδι κι άστραψαν οι γωνιές και η γύμνια της κάμαρας.

Το μπουμπούνισμα που ακολούθησε τάραξε συθέμελα το χαμηλόστεγο προγονικό.  Ο μικρός κουνήθηκε με δυσαρέσκεια  και με κλεισμένα ακόμα τα μάτια, ζήτησε να κρύψει το φόβο του στην αγκαλιά της μάνας του. Αλλά άδεια η θέση της. απλώνει το χέρι από την άλλη μεριά. Κι από εδώ τίποτα.

– Μμμμμμ – ττέ – ραααα!…

Το συλλαβιστό παράπονο έφτασε γρήγορα στο κλάμα. Φωνάζει, αλλά δεν έρχεται η απάντηση που περιμένει. Σηκώνεται και, ψαχουλίζοντας τον τοίχο, φτάνει στην εξώπορτα. Παλεύει να την ανοίξει. Είναι κλεισμένη απ’ έξω. Φουντώνει ο φόβος του και αυξαίνει πιότερο τη δύναμή του και το γέννημα αυτό του θυμού ξεχύνεται πάνω στην πόρτα. Τώρα, πιότερο προσπαθεί να βγει απ’ αυτό το σκοτάδι. Θυμήθηκε γρήγορα το σίδερο του άλλου πορτόφυλλου. Το σηκώνει βιαστικά κι όρμησε κλαίγοντας μέσα στη νύχτα. Η γειτόνισσα που τον καλούσε πίσω του ’δινε πιότερο θάρρος να συνεχίσει.

– Μη – τέ – ρα!…

Ήξερε από χτες ακόμα ότι η μητέρα του θα πήγαινε το καλαμπόκι στον αγά. Και τον καθησύχασε πως θα τον πάρει κοντά της στην πόλη. Χίμηξε μέσα στον κάμπο και τρέχει μ’ όλη τη θυμωμένη δύναμή του να την προλάβει. Φωνάζει, αλλά δεν παίρνει καμιά απάντηση. Η κλαψιάρικη φωνή του πνίγεται στο πλατάγισμα της βροχής, αναστατώνεται με τις χινοπωριάτικες βροχές.

Ο μικρός, ολομόναχος στον λασπωμένο κάμπο, ένιωθε τώρα τον εαυτό του ζωσμένο απ’ όλες τις μεριές από αόρατες σκοτεινές δυνάμεις. Μπροστά και πίσω το ίδιο σκοτάδι, δεξιά κι αριστερά τον έπνιγε ο ίδιος φόβος. Και η βροχή. Ακατάπαυστος ο μονότονος απελπιστικός ήχος της. Η γη χορτασμένη νερό το ξερνούσε τώρα σε μύρια μικρά αυλάκια που νόμιζε πως έφερναν όλα γύρω του σαν διψασμένα φίδια.  Κι εκείνο το χιλιόστομο μουρμουρητό του θολωμένου νερού που κουβαλάει πίσω του τα μικρά χαλίκια του δρόμου. Κατόπι, σαν φτάνει το αυλάκι στον τράφο, όταν πέφτει δισταχτικά στη γούρα, κλουκ – κλουκ – κλουκ – κλουκ – κλουκ –  κλουκ … Πόσο μεστώνει κι αυτό τη μοναξιά!

Μπήκε το νερό στο κορμί του. Ένας καινούργιος τρόμος τον τίναξε απάνω. Έφτασε αυτό να του ξεμουδιάσει απότομα τη σκέψη. Ναι, τώρα θυμάται. Η μάνα που ’φυγε μπροστά για το καλαμπόκι. Το χωριό πίσω έρημο χωρίς αυτή. Κατόπι, αλήθεια, έτσι δεν του έλεγε πολλές φορές; «Δεν μ’ αγαπάς, Νίκο, πολλές φορές μ’ αφήνεις μονάχη και φεύγεις να παίξεις». Ω, πως τον καίει αυτό τώρα μέσα του.

Μια καινούργια αστραπή του δείχνει το δρόμο. Τρέχει. Πόσο μονάχος στη μέση του κάμπου! Παλεύει τόση ώρα να βγάλει μια λέξη. Επιτέλους νίκησε το σκοτάδι, νίκησε το φόβο:

– Μάννννννννννάα! Μάνα μου –μου-μου-μου!

Το τραγικό παράπονο που κλείνεται στις γεμάτες αυτές λέξεις, μακραίνει παράξενα μέσα στη νύχτα. Το λιανοχάραγμα σταθμεύει  ακόμα πάνω από τα σύννεφα και δεν λέει να μερέψει το σκοτάδι.

Και τρέχει. Ένα βήμα στην άδεια όχτη. Ένα γλυκό τρέμουλο στις φτέρνες των ποδιών, στη μέση, σ’ όλο το κορμί. Ο ίλιγγος.

– Μάαααν…

Δεν πρόκανε να τελειώσει τη λέξη. Την τελευταία συλλαβή την κατάπιε το λασπωμένο νερό της θυμωμένης Σουχάς. Ένα «μπλουμ»  και τίποτα άλλο. Ένας περίσσιος όγκος στο σούρο του ποταμιού.

* * *

Ο ήλιος έσταζε όλη την καθυστερημένη καλοσύνη του στη γδαρμένη γη. Τα φύλλα έσερναν πάνω τους με κουρασμένη αγαλλίαση τις τελευταίες στάλες της χινοπωριάτικης βροχής. Τα μαμούνια ζεσταίνουν την υγρή πλάτη τους κάτω από τον ήλιο κι οι σαύρες δείχνουν μ’ ευχαρίστηση την άσπρη κοιλιά τους ή παίζουν τα μάτια τους με το καθάριο ηλιοφώς. Ένα σπουργίτι τίναξε τη φτερούγα του, ψείρισε λίγο το μαλακό σταχτί χνούδι του στήθους του και άλλαξε με έμπειρη πονηριά το χαμόκλαδο που κάθονταν, μόλις άκουσε τις πατησιές που το ζύγωναν. Στο δρόμο ξεχύθηκαν ανήσυχα τα μυρμήγκια, πρόθυμα να διορθώσουν τις βλάβες, που σώριασε στη φωλιά τους η πλημμύρα. Πέρσευε κι από την πιο ασήμαντη ύπαρξη το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης απέναντι στον ήλιο, στο μεγάλο προστάτη τους.

Αυτή η γεμάτη στιγμή τις γυναίκες τις βρήκε στα πρώτα σπίτια του Αργυροκάστρου. Φόρτωσαν βιαστικά στο χωράφι τα σωριασμένα αστάκια, έραψαν πρόχειρα με βούρλο τα βασανισμένα σακιά, που όλο σκίζονταν από το υγρό βάρος, τα ’ριξαν στ’ άλογα μ’ άφθονα γυναικίσια βογγητά και μ’ ένα καινούργιο κουράγιο που το δίνει η δύσκολη δουλειά, που μόλις τελείωσε, συνέχισαν το δρόμο προς την πόλη. Ο πόνος τους δεν ξεχνούσε κάπου – κάπου και τα κουρασμένα ζώα.

– Ντεεεε! Άϊντε μάτια, άϊντε!…

Ο ήλιος ξεγέλασε τη στενοχώρια τους κι ο γλυκός κατακάθαρος αγέρας ξέσυρε ολότελα από πάνω τους τις θυμωμένες ρυτίδες. Θα’ θελαν να χαμογελάσουν λιγάκι, να χαρούνε, αλλά τους φαίνονταν ακόμα πολύ απότομο. Περιορίζονταν μόνο σε λίγες συγκρατημένες λέξεις:

– Φτάσαμε!

– Είδες, κι αν δεν τραβήξαμε!…

Γύριζαν κάπου-κάπου πίσω για να μετρήσουν με ικανοποίηση τους κιντύνους που πέρασαν. Αλλά έκανε τι έκανε η μάνα, δεν μπορούσε να διώξει τη γνώμη από το παιδί της.

– Αυτό το παιδί, ποιος ξέρει που βρίσκεται…

Και η αντραδέρφη διάλεγε τα καλύτερα λόγια για να την καθησυχάσει.

Πέρασαν τον απότομο ανήφορο  της πόλης με καινούργια αγκομαχητά κι έφτασαν στα στενά καλντερίμια των τούρκικων μαχαλάδων. Σε λίγο ξεφόρτωναν τα σακιά στην αυλή του αγά. Τούτος, με την επισημότητα που παίρνει ο μεγάλος νοικοκύρης στο σπίτι του, βγήκε να κοιτάξει το καλαμπόκι.

– Το κάνατε όλο νερός, να βαρύνει. Φέρε απάνω!

Οι δυο γυναίκες βιάζονταν να τελειώσουν. Η μάνα ζαλώθηκε και το τελευταίο σακί και ανηφόρισε με το εξαντλημένο απόθεμα του κουράγιου που μας δίνει το τέλος μιας δύσκολης πράξης, τις υγρές λιθόσκαλες  του παλιού σαραγιού. Τ’ άδειασε και τοιμάστηκε να φύγει.

– Κάτσε, μω, να ξεκουράσεις…

Κοίταξε τον τούρκο με θηλυκή υποψία, έτοιμη ν’ αμυνθεί.

– Ντεν τέλεις ένα καφέ;

– Όχι αφέντη, με περιμένει το σπίτι.

– Πο, αυτό το γκριμάδι κι εκείνο το τρελό άντρα σου, σου πήραν στο λαιμό. Ντεν σου το ’λεγκα εγκώ νύφη που ’σουνα στο κωράφι; Το θυμάσαι εκείνο το κρόνια;

Η γυναίκα χαμήλωσε ολότελα το κεφάλι, αμίλητη. Αν τα θυμάται, λέει; Και πώς να ξεχάσει τη σκύλινη μούρη του, που σέρνονταν λασπωμένη στο χώμα, τη γριά μαυλίστρα που της έταζε φλουριά, τη φυλακή τ’ αντρός της, κατόπι το ξεσπίτωμα για να γλιτώσει από το σάπισμα της φυλακής; Δέκα τόσα χρόνια στα ξένα ο δικός της. Και για όλα αυτά ήταν αυτός ο αίτιος. Α, πού να τα ξεχάσει! Θέριζε στο χωράφι του νύφη, δροσάτη κοπέλα πάνω στα νιάτα της. Έφαγε τα σίδερα ο τούρκος να τη χαρεί, δάγκωνε όλο το μεσημέρι το χώμα. Μήνυσε αυτή του Κώστα, του άντρα της που ’ταν σε άλλο χωράφι ψηλότερα κι έτρεξε με το τσαπί στο χέρι, γεμάτος χώματα όπως σκάλιζε το νιόφυτο καλαμπόκι. Χίμηξε πάνω του με το μακρόξυλο του κοφτερού εργαλείου και τον μαύρισε στο ξύλο.  Στα νευρωμένα χέρια του μαζεύτηκε το γινάτι ολόκληρων χρόνων σκλαβιάς της φυλής του και στο πρόσωπο του αγά ένιωθε τη συγκεντρωμένη απατηλή ικανοποίηση πως εκδικιέται όλη την αδιάντροπη ράτσα του. Κόντεψε πάνω στο θυμό του να του κόψει και το κεφάλι με το τσαπί, αν δεν έμπαινε στη μέση ο γεροπατέρας του, που δεν μπορούσε να κρύψει και τη χαρά του για το γερό και φιλότιμο παλικάρι που ’φερε στον κόσμο.

Την άλλη μέρα τον Κώστα τον έπιασε η τούρκικη αστυνομία και τον έριξαν στα μπουντρούμια του υγρού Καλιά του Κάστρου. Δυο χρόνια ολόκληρα.  Κι αν δεν το ’σκαγε απ’ το παράθυρο με την τριχιά που του ’στελνε αυτή κάθε τόσο στο ψωμί, ακόμα εκεί θα σέπονταν.

Πώς να τα ξεχάσει; Τον κοιτάει κατακόκκινη και τοιμάζεται να τα πετάξει όλα αυτά στα μούτρα του, να χιμήξει με τα νύχια πάνω του, αλλά αυτός ο θυμός μαλακώνει απότομα απ’ την εικόνα του παιδιού της.

Δεν του ’πε λέξη. Δρασκέλισε δυο-δυο τις πέτρινες εξώσκαλες  και πήδησε αλαφιασμένη στη μεγάλη πόρτα.

– Πάμε! Πάμε γρήγορα!

Αυτό μονάχα μπόρεσε να της πει της αντραδέρφης της που την κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα.

Ο μακρινός δρόμος για το χωριό κατάπιε ολότελα το θυμό της. Η θέρμη της γης που άπλωνε φιλικά μπροστά τους, μέρεψε την αναστατωμένη ψυχή της. Τα πουλιά χαίρονταν ξετρελαμένα την ολοκληρωμένη ομορφιά. Ο μεσημεριάτικος ήλιος βρίσκονταν στη χινοπωριάτικη δόξα του.

* * *

Το βράδυ δεν έκλεισε μάτι.

Την άλλη μέρα κουβάλησαν το παιδί της τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Τα νερά της Σούχας που ξεχείλιζαν όλη τη νύχτα στα πλαϊνά χωράφια, ξέβρασαν το κορμί του σε μια απόμερη όχτη. Το μούτρο του κατάμαυρο από τα χτυπήματα κι η κοιλιά του πρησμένη σα φουσκωμένο δερμάτινο κατσιούπι. Στην αρχή δεν μπόρεσε να το γνωρίσει, δεν ήθελε να πιστέψει. Κάποια ελπίδα την ξεγελούσε ακόμα πως δεν είναι το παιδί της τούτο. Το ξεγύμνωσε, το ’ψαξε καλά κι έμπηξε τις φωνές:

– Νίκο μου-ου-ου-ου-ου!…

Στην αρχή είδαν κι έπαθαν οι δικοί της να την τραβήξουν απ’ το αγνώριστο αυτό κορμί που άρχιζε από τώρα να μυρίζει άσχημα. Αλλά ο μητρικός σπαραγμός σταμάτησε απότομα. Έβραζε μέσα της σαν βουβή κατάρα, φούντωνε σαν τα σιωπηλά χινοπωριάτικα νερά της Σουχάς, που γρήγορα θα ξεσπάσουν. Ο θυμός ποτάμι, που θα φτάσει στην ιερή εκδίκηση για να ησυχάσει.

Την ώρα που ισοπέδωνε για καλά η νύχτα με το σκοτάδι της τις πτυχές της γης, η μάνα ανάλαφρη γλίστρησε από το προγονικό της και τράβηξε για την πόλη. Κανένα αγκομαχητό, κανένας φόβος δεν τη συντρόφευε. Ένας δρόμος μονάχα μπροστά της, τη στιγμή που όλα κοιμούνται γύρα της.

Τα ξημερώματα ο αγάς βρέθηκε πνιγμένος. Μπροστά στο λαιμό του διακρίνονταν μονάχα κάτι μαύρες δαχτυλιές.

Η μάνα ξύπνησε το χωριό με παράξενες φωνές που κλόνιζαν συθέμελα την ανθρώπινη ψυχή.

– Ξύπνα, παιδί μου, δεν θα ξαναπάω ποτέ στον αγά.

Κι όλος ο λαός που δεν έσκυψε ποτέ δουλικά τη ράχη του, ένιωθε μια αλλόκοτη ικανοποίηση για την εκδίκηση της μάνας. Κι έναν σπαραχτικό πόνο, έναν απέραντο οίχτο  γι’ αυτή που τρελάθηκε.

Ηπειρωτική Eστία, σελ. 731-736,  και σελ. 864-867. 

   (Ενώ στην ορθογραφία εφαρμόστηκε το μονοτονικό, δεν έγινε καμία παρέμβαση στη γλώσσα του κειμένου)

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση