ΤΟ ΕΠΑΡΑΤΟΝ ΧΩΡΙΟΝ

Άγιος Ιωάννης Θεολόγος

Προσκεκλημένοι φιλοφρόνως από τον Ηγούμενο της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, αείμνηστο Φιλήμονα (…) φτάσαμε επί τέλους στο μοναστήρι, που έμοιαζε ως φωλιά αετού αναρτημένη σε βράχο…

 

Το εύγεων και εύανδρον πεδίον Δελβίνου…

 

01Αγαπητέ φίλε αναγνώστη και συμπατριώτη,

βαδίζοντας ξανά στα μονοπάτια της μνήμης του τόπου μας, θα ξεφυλλίσουμε σήμερα το ετήσιο λεύκωμα «Η Ήπειρος», που κυκλοφόρησε στην Πόλη το 1911 σε επιμέλεια Ελπινίκης Μαυρογορδάτου.

Ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα γραπτά, τράβηξε την προσοχή μας ένα κείμενο που κάνει λόγο για την περιοχή Δελβίνου. Το έχει γράψει ο γιατρός Αλέξανδρος Γεωργίτσης, γνωστός και από άλλες εργασίες του για την ιστορία και τις παραδόσεις της περιοχής. Διαβάζοντάς το είτε στο πρωτότυπο είτε μεταγλωττισμένο, εντυπωσιάζεται κανείς από τον πλούτο των στοιχείων και τον ποιητικό τρόπο περιγραφής τους. Η μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου μοιάζει  «ως φωλέα  αετού επί βράχου», ενώ η Κέρκυρα «παράκειται των ακτών της [Ηπείρου], ως μήτηρ παρά το λίκνον του τέκνου της». Από όσα μέχρι σήμερα έχω διαβάσει δεν βρήκα τόσο ωραία παρομοίωση για τις σχέσεις Κέρκυρας και Ηπείρου, τις  οποίες αγνοούμε σε μεγάλο βαθμό, επηρεασμένοι μάλλον από την εποχή των ερμητικά κλειστών συνόρων. Είναι ένα κεφάλαιο που αξίζει να μελετηθεί σε βάθος, καθώς πολλοί Ηπειρώτες εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα συμβάλλοντας στην προκοπή του νησιού, αλλά και η ίδια η Ήπειρος επωφελήθηκε από τις επαφές αυτές.

Αναφέρω ενδεικτικά ότι στην Κέρκυρα υπάρχει ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Ξένων, που δέχονταν ως αδελφούς «όσους ξένους χριστιανούς [ήταν] από τα μέρη της στερηάς». Επιπλέον, ο Δροβιανίτης λόγιος Αθανάσιος Πετρίδης, σε άρθρο του στη «Φωνή της Ηπείρου» (10.5.1896), μας πληροφορεί ότι είχε υποβάλει στον Άγγλο πρέσβυ στην Κωνσταντινούπολη σχέδιο βάσει του οποίου «Η θάλασσα της λάσπης [εννοεί μάλλον την Πηλώδη λίμνη του Βουθρωτού] … δύναται να αποξηρανθή, και ο ποταμός Σιμόεις (Μπίστριτζα) να αποκαταστή πλωτός έως Μεσοποτάμου, και ούτω διευκολυνθή το εμπόριον μεταξύ Κερκύρας και Δελβίνου». Η σύλληψη ενός τέτοιου -έστω και απραγματοποίητου- σχεδίου δείχνει ότι οι δύο ακτές λειτουργούσαν ως πραγματικά συγκοινωνούντα δοχεία.

Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του γραπτού είναι ο «γηραιός διδάσκαλος εκ Δροβεανής, αρχαίος μαθητής του διδασκάλου του γένους αειμνήστου Αναστασίου Σακελλαρίου», ο «πολλά ιδών και πολλά μελετήσας», που μαρτυράει ότι ο τόπος μας υπήρξε όχι μόνο εύγεως αλλά και εύανδρος, με ευλογημένα δηλαδή χώματα και σοφούς ανθρώπους.

Εκείνο όμως που προσωπικά με ενθουσίασε είναι τα όσα λέγονται στο κείμενό μας για τον Κάλοψο και τον Κάκοψο, τις δυο πηγές που είχαν εντυπωσιάσει τους τρόφιμους της μονής με τις ιδιότητές τους. Τα χρόνια πέρασαν, κανένας από την σοφή εκείνη παρέα δεν ζει πια. Όμως ο Κάλοψος και ο Κάκοψος παραμένουν στις θέσεις τους και έχουν να μας διηγηθούν πολλά για τα περασμένα. Μοιάζουν με φλέβες που τις αγγίζεις και νιώθεις τον παλμό και τον χορό του χώρου και του χρόνου.

Για τα τοπωνύμια, μάρτυρες της γλώσσας και της ιστορίας της «όμορφης και παράξενης πατρίδας μας», θα μιλήσουμε σύντομα σε ειδικό αφιέρωμα του ΔΡΥΟΣ.

                                                                                                                                                                        Δώρης Κ. Κυριαζής

 

 

 

ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ

«Η Ήπειρος»,  ετήσιο λεύκωμα Ελπινίκης Μαυρογορδάτου, Κωνσταντινούπολη, 1911

 

Επισκεφθήκαμε το Βουθρωτό (…) το λιμάνι του στην Πηλώδη λίμνη ή τη Λιμνοθάλασσα…
Επισκεφθήκαμε το Βουθρωτό (…) το λιμάνι του στην Πηλώδη λίμνη ή τη Λιμνοθάλασσα…

Όταν το 1878 εργαζόμουν ως γιατρός στο Δέλβινο, ο μεγαλόψυχος και αείμνηστος Ηπειρώτης, Χρηστάκης Ζωγράφος, είχε στείλει στα Ιωάννινα, στον τότε Μητροπολίτη, σεβαστό ποσό χρημάτων για την περίθαλψη των πέντε χιλιάδων ομοεθνών, τους οποίους η τότε θύελλα τους είχε αφήσει άστεγους, γυμνούς και πεινασμένους. Από την άλλη, η Α(ρχιερατική) Σ(ύνοδος) για να εκτελέσει την εντολή του μεγάλου ευεργέτη, συγκρότησε επιτροπή υπό την προεδρία ενός άλλου πατριώτη, του λογίου Νικόλαου Τσιγαρά και την έστειλε στο Δέλβινο.  Ως οικογενειακός μου φίλος, ο Τσιγαράς διέμεινε στο σπίτι μου και, αφού, από κοινού με τον αρχιερατικό επίτροπο και τους αξιότιμους προύχοντες του Δελβίνου, εξετέλεσαν στο ακέραιο την τιμητική αυτή αποστολή, που τους ανέθεσαν, διοργανώσαμε αρχαιολογικές εκδρομές, καθώς ήταν μανιώδης εραστής, στις γύρω ερειπωμένες πόλεις, όπου ο εύφορος τόπος του Δελβίνου βρίθει από τέτοιες. Επισκεφθήκαμε το Βουθρωτό, η πρώτη πρωτεύουσα του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα, το λιμάνι του στην Πηλώδη λίμνη ή τη Λιμνοθάλασσα, τα ιχθυοτροφεία της οποίας έδωσαν στο Βουθρωτό το όνομα Βιβάρι, τον Αγχίασμο, την ερημωμένη Σωρωνία ή Σαρωνειά, την Παλαιά Αυλή, τη Φοινίκη, όπου παλαιά, σύμφωνα με τον Πολύβιο (11.5.8), μετά την πτώση της βασιλείας των Μολοσσών, ήταν η σπουδαιότερη πόλη και το νομισματοκοπείο της Ηπειρωτικής Συμμαχίας. Τώρα είναι έρημη, όπου σώζονται απομεινάρια  Κυκλώπειων τειχών, ως μάντρα αιγών, σε περίλαμπρη θέση, ενώ στις υπώρειες του λόφου αγροτικός οικισμός από 15-20 καλύβες διαιωνίζει το όνομά της, προς ειρωνεία της μοίρας, κατά κάποιον τρόπο, αφού ονομάζεται Φοινίκι. Sic transit gloria mundi! (Έτσι παρέρχεται η δόξα του κόσμου!), ψιθυρίσαμε περίλυποι, αναχωρώντας από την αρχαία ξακουσμένη πόλη, παίρνοντας ως ανάμνηση από ένα κλωνί δάφνης και από ένα λιθαράκι.

Προσκεκλημένοι φιλοφρόνως από τον Ηγούμενο της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, αείμνηστο Φιλήμονα, για να παράσχουμε ο μεν ένας την υλική συνδρομή, από την οποία είχαν απομείνει ελάχιστα ψίχουλα, ο δε άλλος για να παράσχει ιατρική  βοήθεια στους επίσης κακοποιημένους υπηρέτες του μοναστηρίου, μετά από εφτά ώρες οδοιπορία καβάλα σε μουλάρια, όπου τον κάματο τον ανακούφιζε η θέα της ποικίλης βλάστησης των αλλεπάλληλων λόφων των Ριζών, όπως λέγεται η ορεινή αυτή περιοχή του Δελβίνου, το κελάρυσμα προ των ποδών μας των αιώνιων ρυακιών και πηγών  και το κελάηδισμα των πτηνών, φτάσαμε επί τέλους στο μοναστήρι, που έμοιαζε ως φωλιά αετού αναρτημένη σε βράχο.

Η θέα της παραλίας από το σημείο του μοναστηριού είναι ό, τι το γοητευτικότερο. Από τη μια η εύπορη πεδιάδα της Κεστρίνης, όπως ονομαζότανε παλαιά σύμφωνα με τον Ηπειρώτη Α. Πάλλη, το όμορφο τούτο μέρος της Χαονίας, όπου βρίσκεται η Φοινίκη. Η πεδιάδα αρδεύεται από τον Κέλυνδο και τους Σαμόεντα και Σκάμανδρο, όπως ονόμασε τους δύο ορμητικούς ποταμούς, που εκβάλουν στην Παμβώτιδα λίμνη, η νοσταλγία των αιχμάλωτων Τρώων  του γιου του Αχιλλέα και, περιμένει μόνον τη σπορά για να παράγει άφθονους δημητριακούς καρπούς όλων των ειδών, προπαντός ρύζι και βαμβάκι. Κατάφυτη επίσης από πλήθος κουμαριών από τις οποίες οι κάτοικοι εξάγουν οινόπνευμα. Από την άλλη τα Κεραύνεια όρη με τις κωμοπόλεις τους, τις βρεχόμενες από τα νερά του πορθμού που χωρίζει την Ήπειρο από την Κέρκυρα, η οποία στέκει κοντά στις ακτές ως μητέρα δίπλα στην κούνια της θυγατέρας της.

02Είχαμε ακούσει στο Δέλβινο σχετικά με τα νερά δύο πηγών, τα οποία λόγω των ιδιοτήτων τους, έβραζαν τα όσπρια το μεν ένα γρήγορα, το δε άλλο αργά, με συνέπεια οι πηγές να λέγονται Κάλοψος και Κάκοψος. Η προθυμία του Αγίου ηγουμένου, να μας φέρει ο υπηρέτης του μοναστηριού νερό και, η περιέργειά μας να διαπιστώσουμε αν αληθεύει η φήμη, μας ώθησαν να κάνουμε κάποιο πείραμα. Πράγματι, βράζοντας με το νερό της μιας πηγής, είδαμε ότι έβραζαν γρήγορα και τα ρεβίθια και οι φακές και τα φασόλια, Έτσι, δικαίως το νερό αυτό ονομάστηκε Κάλοψο. Με το νερό της άλλης πηγής, αν και έβραζαν όλη τη μέρα και αρκετές ώρες από τη νύχτα, με τις κατσαρόλες του μοναστηριού να κοχλάζουνε πάνω σε ασταμάτητη φωτιά, πάλι μισοβρασμένα έμειναν τα όσπρια. Το Κάκοψο νερό δικαίωσε το όνομά του. Εναπόκειται στους επιστήμονες γιατρούς του Δελβίνου να βεβαιώσουν διαμέσου της χημικής εξέτασης τα συστατικά του περίεργου τούτου φαινομένου των δύο πηγών.

Την ώρα που ασχολούμασταν με τα πειράματά μας, έφτασε ένας γηραιός δάσκαλος από τη Δρόβιανη, παλαιός μαθητής του Δάσκαλου του Γένους, αείμνηστου Αναστάσιου Σακελλαρίδη. Είχε δει πολλά και είχε μελετήσει περισσότερα και έγινε έτσι ανεξάντλητη πηγή ωραίων ανεκδότων και ιστοριών. Τα ανωτέρω, προσθέτοντας εδώ και την φυσική του ευφυΐα, τον έκαναν ευχάριστο και απολαυστικό. Φυσικά, ο λόγος έπεσε στις αρχαιότητες της Κεστρίνης.

– Δάσκαλε, ρώτησε ο Νικόλαος Τσιγαράς, τι απέγιναν τα λείψανα των κατοίκων της Φοινίκης, που περισώθηκαν;

– Είναι γνωστή από την ιστορία, απάντησε ο γηραιός δάσκαλος, η αφορμή της καταστροφής της ένδοξης πολιτείας. Μετά την πτώση της δυναστείας των Αιακιδών η καταραμένη διχόνοια διέσπασε την ενότητα της Ηπείρου και κάθε πόλη και κοιλάδα αποτελούσε, κατά κάποιο τρόπο, αυτόνομο κράτος, αλλά ανίσχυρο και βραχύβιο, με συνέπεια να υποπίπτει σε εμφύλιους πολέμους και να είναι ευάλωτο απέναντι στους ξένους επιδρομείς. Παραμελώντας επίσης και την χρήση των όπλων, εμπιστεύονταν την ασφάλειά τους σε βάρβαρους μισθοφόρους. Οι Φοινικαίοι είχαν την περίοδο εκείνη ως φρουρούς 800 Γαλάτες, απ’ αυτούς που είχαν πλημμυρίσει τότε την Ελλάδα, πότε ως επιδρομείς και πότε ως μισθοφόροι. Είναι γνωστό το επίγραμμα όπου ο Πύρρος έγραψε στο ναό της Ιτωνίδος Αθηνάς.

Και, ο σεβαστός δάσκαλος με δυνατή φωνή και λάμψη στα μάτια από τον ενθουσιασμό του, απήγγειλε:

Τις ασπίδες αυτές κρέμασε δώρο στην Ιτωνία Αθηνά
απ’ τους θρασείς Γαλάτες ο Πύρρος ο Μολοσσός,
καταστρέφοντας όλον το στρατό του Αντιγόνου. Δεν είναι θαύμα,
οι Αιακίδες και τώρα και παλιά ήταν πολεμιστές.*

– Αλλά, η παράλειψη του καθήκοντος, συνέχισε ο γηραιός δάσκαλος, αργά η γρήγορα επιφέρει αυστηρή και αμείλικτη τιμωρία. Στίφη ληστρικών Ιλλυριών πολιόρκησαν τη Φοινίκη, αλλά αδυνατώντας να την αλώσουν, συνεννοήθηκαν με τη ληστρική φρουρά των Γαλατών ώστε να μοιράσουν την λεία και, δια της προδοσίας εκείνων, εισήλθαν στην πόλη και τη λεηλάτησαν. Πρώτο τους έργο, όμως, ήταν να ανταμείψουν τους πονηρούς συμμάχους τους. Κατασφάξανε τους Γαλάτες μέχρι τον τελευταίο, γιατί όπως γίνεται συνήθως, την προδοσία τη θέλουν αλλά τους προδότες όχι. Πρώτα φονεύσανε τους Γαλάτες και μετά κατάστρεψαν την πόλη. Η Νέμεση επήλθε βαριά.

Και ο δάσκαλος πρόσθεσε ως φιλόσοφος:

Ο προδίδων το καθήκον έχει αμοιβή του μόνη
τη σφαγή του Εφιάλτη, του Ιούδα την αγχόνη.

– Αυτά λέει η ιστορία, είπε ο αγαθός δάσκαλος, ενώ η παράδοση αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Φοινίκης που περισώθηκαν, μετοίκησαν στα βουνά τούτα, όπου και συγκρότησαν τις δύο κώμες του χωριού Δρυοβιανή ή Δρόβιανη. Αναφέρει ακόμα για ένα άτομο, με καταγωγή από το χωριό Κρα, το οποίο συμμετείχε στην προδοσία και πρόδωσε στη «Μονοβύζα» τη Φοινίκη, την οποία και ταυτίζουν με τη μονή του Αγίου Νικολάου στο Διπόταμο**, την οποία και υπερασπιζότανε τριακόσιοι καλόγεροι. Οι καλόγεροι καταράστηκαν τον προδότη, η γενιά του οποίου διαλύθηκε ταχύτατα, όπως και το χωριό του. Από τότε, το καταραμένο Κρά δεν υπερβαίνει τα 12 σπίτια και, εάν χωρίσουν δύο αδέλφια και ο καθένας χτίσει ξεχωριστή κατοικία, τότε ή θα καταστραφεί η μία από τις δύο ή μία από τις παλαιότερες κι έτσι, πάλι δώδεκα θα μείνουν. Το Κρα είναι καταραμένο.

-Τι λες, σεβαστέ δάσκαλε, είπα, η κατάρα αυτή θα συνεχιστεί αιώνια;

-Ηπειρώτης είσαι, μου απάντησε οργισμένος ο δάσκαλος, δεν γνωρίζεις ότι όσοι αδικούνε τα χωριά ή τα αγαθά έργα και ο λαός τους κάνει «λιθοσωριές», καταστρέφονται ή στην πρώτη ή στη δεύτερη γενιά; Δείξε μου έστω και έναν απ’ αυτούς που υπηρέτησαν τον Αλή και συμμετείχανε στις αδικίες του, που να σώζονται οι απόγονοί τους.

Και πρόσθεσε σοβαρός την παροιμία:

– «Της αδικίας το γέννημα εις τον καταποντισμένο μύλο…»

-Δάσκαλε, παρενέβη εγκαίρως ο Τσιγαράς, κάνοντάς μου νεύμα να σωπάσω, αφού η κουβέντα έπαιρνε δυσάρεστη τροπή, ποια ήταν άραγε η «Μονοβύζα» αυτή που η παράδοση την παριστάνει ως γενναία και μαχητική, αλλά με κακό χαρακτήρα και εκδικητική; Ήταν μήπως η Ολυμπιάδα ή η Δαδάμεια***;

– Σωπάστε, Νικόλαε, διέκοψε ο δάσκαλος. Κατά πάσα πιθανότητα η «Μονοβύζα» θα ήταν η βασίλισσα των Ιλλυριών, Τεύτα. Τούτο εξάγεται από το γεγονός ότι στα παράλια της Ηπείρου σώζεται η παράδοση αυτή, όπου και έγιναν οι ληστρικές και πειρατικές επιδρομές της, ενώ στο εσωτερικό, όπου αυτή δεν έφτασε, δεν αναφέρεται.

Είχαν περάσει ήδη τα μεσάνυχτα και καληνυχτίζοντας τον αγαθό δάσκαλο, πήγαμε για ύπνο. Πιστεύω ότι αυτό θα πράξει κι εκείνος που θα λάβει τον κόπο να διαβάσει τούτο το μακροσκελές άρθρο.

  Ιωάννινα                                                                                                                                              ΑΛ. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ

 

* Το κείμενο είναι από τα Αττικά του Παυσανία και η μετάφραση στη δημοτική από τη φιλολογική ομάδα Κάκτου.
**Διπόταμο – σήμερα Μεσοπόταμο.
***Δαδάμεια – η αδελφή του Πύρρου, Δηιδάμεια.

Σημείωση: Ο Αλ. Γεωργίτσης (1853-1914) με καταγωγή από το Δίκορφο Ζαγορίου, σπούδασε γιατρός στο Παρίσι και εργάστηκε στη Μαγνησία, Χειμάρρα, Κουκούλι, Νεγάδες. Εκτός από την ιατρική, έδειξε ενδιαφέρον και για τους αρχαίους συγγραφείς. Έγραψε: Ηθικά αναγνώσματα, Περί Χειμάρρας, Λεξιλόγιον Ηπειρωτικόν.

Μεταγλώττιση στη δημοτική: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

 

4
Sic transit gloria mundi! (Έτσι παρέρχεται η δόξα του κόσμου!), ψιθυρίσαμε περίλυποι, αναχωρώντας από την αρχαία ξακουσμένη πόλη, παίρνοντας ως ανάμνηση από ένα κλωνί δάφνης και από ένα λιθαράκι…

 

 

ΤΟ ΕΠΑΡΑΤΟΝ ΧΩΡΙΟΝ

«Η Ήπειρος», λεύκωμα ετήσιον Ελπινίκης Μαυρογορδάτου, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1911

 

03
Μωσαϊκό από την αρχαία πόλη Όγχησμο (Άγιοι Σαράντα)

Ότε διέτριβον εν έτει 1878 ως ιατρός εν Δελβίνῳ, μεγάθυμος Ηπειρώτης, ο αείμνηστος Χρηστάκης Ζωγράφος, είχε στείλῃ εις Ιωάννινα τῷ τότε Μητροπολίτη σεβαστόν ποσόν χρημάτων προς περίθαλψιν των πεντακισχιλίων ομοεθνών, ους η τότε θύελλα είχεν αφήσῃ αστέγους, γυμνητεύοντας και πεινώντας· η δε Α.Σ, προς εκτέλεσιν της εντολής του μεγάλου διαθέτου, καταρτήσασα επιτροπήν υπό την προεδρείαν ετέρου φιλοπάτριδος, του λογίου Νικολάου Τσιγαρά, έπεμψεν αυτήν εις Δέλβινον. Φίλος οικογενειακός ο Νικόλαος κατέλυσε παρ’ εμοί, αφού δε, μετά του αρχιερατικού επιτρόπου και των αξιοτίμων προυχόντων Δελβίνου εξετέλεσεν ευσυνειδήτως την ανατεθείσαν αυτῷ τιμητικήν εντολήν, ετράπημεν εις αρχαιολογικάς εκδρομάς, ων ήτον μανιώδης εραστής, των πέριξ ηρειπωμένων πόλεων, ων βρίθει το εύγεων πεδίον του Δελβίνου. Επισκεφθέντες το Βουθρωτόν, την πρώτην πρωτεύουσαν του Νεοπτολέμου του υιού του Αχιλλέως, τον λιμένα του τον Πηλώδη, ή μάλλον την λιμνοθάλασσαν ένθα τα ιχθυοτροφεία τα δόντα και εις το Βουθρωτόν το όνομα Βιβάρι, τον Άγχεσμον, την έρημον Σωρώνειαν ή Σαρωνειάν, την παλαιάν Αυλήν, την Φοινίκην, ήτις πάλαι μεν ήτο κατά τον Πολύβιον (11, 5, 8), μετά την πτώσιν μάλιστα της βασιλείας των Μολοσσών, η σπουδαιοτάτη πόλις και το νομισματοκοπείον της Ηπειρωτικής συμμαχίας, νυν δε είνε έρημος, ένθα σώζονται των Κυκλωπείων τειχών της τα ερείπια, νομή αιγών, εις λαμπροτάτην θέσιν, και εις το πρανές του λόφου της αγροτική έπαυλις 15-20 καλυβών διαιωνίζει το όνομά της, οιονεί προς ειρωνείαν Φοινίκη επίσης καλουμένη. Sic transit gloria mundi! Ούτω παρέρχεται η δόξα του κόσμου! Εψιθυρίσαμε περιλύπως απερχόμενοι της πάλαι περιπύστου πόλεως, αφού ελάβαμεν προς ανάμνησιν ανά κλώνα δάφνης και μικρόν λίθον.

Προσκληθέντες φιλοφρόνως παρά του ηγουμένου της μονής «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» αειμνήστου Φιλήμονος όπως παράσχωμεν, ο μεν την υλικήν συνδρομήν, ης ελάχιστα είχον μείνῃ λείψανα, ο δε την ιατρικήν του περίθαλψιν εις τους επίσης δεινώς κακοποιηθέντας του μοναστηρίου υπηρέτας, μετά επτάωρον βραδείαν επ’ ημιόνων οδοιπορίαν, ης τον κάματον ανακούφιζεν η θέα της ποικίλης Χλωρίδος των αλλεπαλλήλων λόφων των «Ριζών», ως καλείται η ορεινή εκείνη περιοχή του Δελβίνου, ο ψίθυρος των προ των ποδών μας αείποτε ρεόντων ρυάκων και πηγών και των πτηνών το κελάδημα, εφθάσαμεν τέλος εις την μονήν, ήτις είνε αναρτημένη ως φωλεά αετού επί βράχου.

Η από του μοναστηρίου άποψις προς την παραλίαν είνε τι γοητευτικόν πανόραμα· αφ’ ενός το γονιμώτατον πεδίον της Κεστρίνης, ως εκαλείτο πάλαι, κατά τον Ηπειρώτην Α. Πάλλην, το εύφορον τούτο μέρος της Χαονίας, ένθα έκειτο η Φοινίκη, αρδευόμενον υπό του Κελύδνου και του Σαμόεντος και Σακαμάνδρου, ως ωνόμασε τους δυο εις τον Πηλώδη λιμένα εκβάλλοντας ορμητικούς ποταμούς η νοσταλγία των Τρώων αιχμαλώτων του υιού του Αχιλλέως, και την σποράν μόνον περιμένον όπως παραγάγῃ αφθόνους παντός είδους δημητριακούς καρπούς και δη και όρυζαν και βάμβακα, κατάφυτον δε από πλήθους κομαρεών αφ’ ων οι κάτοικοι εξάγουν οινόπνευμα, αφ’ ετέρου δε η σειρά των Κεραυνίων στεφομένη υπό κωμών και βρεχομένη υπό του πορθμού του χωρίζοντος την Ήπειρον της Κερκύρας, ήτις παράκειται των ακτών της, ως μήτηρ παρά το λίκνον του τέκνου της.

Είχομεν ακούσῃ εν Δελβίνῳ περί των δύο πηγών, αίτινες ως εκ της ιδιότητος των υδάτων αυτών του να έψουν τα όσπρια η μεν ταχέως, η δε βραδέως εκλήθησαν Κάλοψον και Κάκοψον. Η προθυμία του Αγίου Ηγουμένου κομίσαντος ημίν ύδωρ διά του υπηρέτου της μονής, και η περιέργεια ημών ίνα ίδωμεν, αν αληθεύῃ η φήμη, ώθησεν ημάς όπως πειραματισθώμεν· πράγματι βράσαντες επανειλημμένως διά του ύδατος της μιας όσπρια, είδομεν ότι ταχέως έβραζον και οι ερέβυνθοι και αι φακαί και οι φασήολοι· διό και δικαίως εκλήθη Κάλοψον· διά του ύδατος όμως της άλλης, καίτοι δι’ όλης της ημέρας και μέρους της νυκτός διά πυράς συνεχούς εκόχλαζον αι χύτραι του μοναστηρίου, πάλιν ημίβραστα έμειναν τα όσπρια· η Κάκοψος εδικαίου την επωνυμίαν της.

Εις τους επιστήμονας ιατρούς και φαρμακοποιούς του Δελβίνου εναπόκειται δι’ αναλύσεως χημικής να βεβαιώσουν τα συστατικά του περιέργου τούτου φαινομένου των δύο πηγών.

Ενώ ενησχολούμεθα εις τα πειράματα του ύδατος των δυο πηγών μας ήλθε γηραιός διδάσκαλος εκ Δροβεανής, αρχαίος μαθητής του διδασκάλου του γένους αειμνήστου Αναστασίου Σακελλαρίου· πολλά ιδών και πολλά μελετήσας, ήτον πηγή ανεξάντλητος χαριεστάτων ανεκδότων και ιστοριών, ας η φυσική ευφυΐα του καθίστα τερπνοτάτας. Φυσικώς ο λόγος έπεσε περί των αρχαιοτήτων της Κεστρίνης.

-Διδάσκαλε, ηρώτησεν ο Νικόλαος Τσιγαράς, τι να έγειναν τα λέιψανα των περισωθέντων κατοίκων της Φοινίκης;

-Εκ της Ιστορίας είνε γνωστή, απήντησεν ο γηραιός διδάσκαλος, η αφορμή της καταστροφής της ενδόξου πόλεως· μετά την πτώσιν της δυναστείας των Αιακιδών η επάρατος διχόνοια διέσπασε την ενότητα της Ηπείρου και πάσα πόλις και κοιλάς απετέλει οιονεί αυτόνομον κράτος, αλλά κράτος ασθενές και βραχύβιον υποκείμενον και εις εμφυλίους πολέμους και ευάλωτον εις ξένους επιδρομείς. Παραμελήσαντες δε και την άσκησιν των όπλων ενεπιστεύοντο την ασφάλειάν των εις μισθοφόρους βαρβάρους. Οι Φοινικαιείς είχον τότε ως φρουρούς 800 Γαλάτας εκ των πλημμυρισάντων τότε την Ελλάδα, οτέ μεν ως επιδρομέων, οτέ δε ως μισθοφόρων. Γνωστόν βεβαίως το επίγραμμα, όπερ ο Πύρρος επέγραψεν επί του ναού της Ιτωνίδος Αθηνάς.

Και ο σεβαστός διδάσκαλος διά φωνής ηχηράς και οφθαλμών λαμπόντων εξ ενθουσιασμού απήγγειλε.

Τους θυρεούς ο Μολοσσός Ιτωνίδι δώρον Αθάνα
Πύρρος από θρασέων εκράμασε Γαλατάν,
Πάντα τον Αντιγόνου καθελών στρατόν· ου μέγα θαύμα
Αιχνήται και νυν και πάρος Αιακίδαι.

Αλλ’ η παράλειψις του καθήκοντος, εξηκολούθησεν ο γηραιός διδάσκαλος, επιφέρει ταχέως ή βραδέως την τιμωρίαν, αυστηράν, αμείλικτον.

Στίφη ληστρικών Ιλλυριών επολιόρκησαν την Φοινίκην·  μη δυνάμενα δε να την αλώσωσι, συνεννοήθησαν μετά της ληστρικής φρουράς  των Γαλατών επί διανομή της λείας, και διά της προδοσίας τούτων εισήλθον εις την πόλιν, ην και ελεηλάτησαν. Πρώτον έργον των όμως ήτο άπιστοι προς απίστους απιστούντες, ν’αμείψωσιν ως τοις έπρεπε τους πονηρούς συμμάχους των. Έσφαξαν τους Γαλάτας όλους μέχρις ενός. Πρώτον εφόνευσαν τους Γαλάτας και είτα κατέστρεψαν την πόλιν. Η Νέμεσις επήλθε βαρεία· και ο διδάσκαλος προσέθηκε φιλοσοφικώς.

Ο προδίδων το καθήκον έχει αμοιβήν του μόνην
Την σφαγήν του Εφιάλτου, του Ιούδα την αγχόνην.

05Και ταύτα μεν η Ιστορία, είπεν ο αγαθός διδάσκαλος, η δε παράδοσις αναφέρει ότι οι περισωθέντες της Φοινίκης κάτοικοι μετώκισαν εις τα όρη ταύτα, ένθα απετέλεσαν τας δύο ενορείας του χωρίου Δρυοβιανή ή Δρόβιανη· ως συμμέτοχον δε της προδοσίας αναφέρει κάτοικον τινά του χωρίου Κρα, όστις επρόδωκεν εις την «Μονοβύζα» την Φοινίκην, ην ταυτίζουσιν μετά της μονής του Αγίου Νικολάου του Διποτάμου, υπερασπιζομένην υπό τριακοσίων καλογήρων. Οι καλόγηροι κατηράσθησαν και τον προδότην, ου η γενεά ταχέως εξίτηλος εγένετο, και το χωρίον του. Έκτοτε Κρα το κατηραμένον, Κρα το επάρατον δεν υπερβαίνει τας 12 οικίας· και εάν χωρίσουν δύο αδελφοί και κτίσωσιν ιδιαιτέραν οικίαν  έκαστος, είτε μία των νεοκτίστων θα καταστραφῇ είτε μία των αρχαιοτέρων και πάλιν θα μείνουν 12. Το Κρα είνε κατηραμένον.

-Και πώς, σεβαστέ διδάσκαλε, είπον, η κατάρα αυτή θα είνε αιωνία;

-Ηπειρώτης συ, μοι απάντησε θυμοειδώς ο διδάσκαλος, δεν γνωρίζεις ότι όσοι αδικούσι κοινότητας ή αγαθοεργήματα και τοις ανεγείρει ο λαός «λιθοσωρείας» καταστρέφονται είτε εις πρώτην είτε εις δευτέραν γενεάν; Δείξον μοι έναν μόνον εκ των υπηρετησάντων τον Αλήν και συμμετασχόντων των αδικιών του, ου να σώζονται οι απόγονοι; Και προσέθηκε σοβαρός την παροιμίαν.

Της αδικίας το γέννημα εις καταποντισμένον μύλον …

-Διδάσκαλε, υπέλαβεν ετοίμως ο Τσιγαράς, βλέπων ότι η συνομιλία ελάμβανε δυσάρεστον τροπήν και νεύων μοι να σιωπήσω, ποία άρα γε να ήτο η «Μονοβύζα» αύτη, ην η παράδοσις παριστά ως γενναίαν μεν και πολεμικήν, αλλά κακού χαρακτήρος γυναίκα και εκδικητικήν; Ήτο άρα γε η Ολυμπιάς ή η Δαδάμεια …..

-Ευφήμει, Νικόλαε, διέκοψεν ο διδάσκαλος. Κατά πάσαν πιθανότητα η «Μονοβύζα» θα ήτο η βασίλισσα των Ιλλυριών Τεύτα· τούτο δ’ εξάγεται ότι η περί αυτής παράδοσις μόνον εις τα παράλια της Ηπείρου σώζεται, ένθα εξετείνοντο αι ληστρικαί και πειρατικαί αυτής επιδρομαί, ουχί δε και εις τα μεσόγεια, όπου αύται δεν έφθασαν.

Είχον παρέλθῃ ήδη τα μεσάνυκτα και καλονυκτήσαντες τον αγαθόν διδάσκαλον ετράπημεν προς ύπνον. Πιστεύω ότι αυτό τούτο θα πράξῃ και ο λαβών τον κόπον ν’ αναγνώσῃ το μακρόν τούτο άρθρον.

Ιωάννινα                                                                                                                                                ΑΛ. ΓΕΩΡΓΙΤΣΗΣ

 

«Αλίευση», μεταγραφή και επιμέλεια: Δώρης Κ. Κυριαζής

 

 

Φωτογραφίες:
Μοναστήρι Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου: Τσερκοβίτσα Θεολόγο.
Βουθρωτό: Frédéric Boissonnas, Λεύκωμα Θεσπρωτία.
Ερείπια αρχαίας Φοινίκης: Wikipedia.
Μωσαϊκό από την αρχαία πόλη Όγχησμο: Iστολόγιο filipjovanis.blogspot.gr

 

 

6

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση