ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΩΤΣΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΔΡΟΠΟΛΗΣ»

Τηλέμαχος Κώτσιας Στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων με γενικό τίτλο «Το χρονικό της Δρόπολης» οι οποίες διεξάγονται αυτή την περίοδο στην περιοχή της Δρόπολης, ο Τηλέμαχος Κώτσιας παραχώρησε μια σύντομη συνέντευξη στην φιλόλογο-μεταφράστρια Ελεάνα Ζιάκου, η οποία εμπνεύστηκε και επίσης  επιμελείται το όλο καλλιτεχνικό-πολιτιστικό πρότζεκτ. Στις 12.8.2016, θα γίνει στο Πολιτιστικό Κέντρο της Δερβιτσάνης η παρουσίαση του γνωστού συγγραφέα με καταγωγή από τα Βρυσερά. Θα μιλήσουν, η Κα. Ζιάκου και η καθηγήτρια του Τμήματος Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου Αργυροκάστρου Κωνστάντω Μπαρούτα – Ξέρρα.      

 

 

 

Ελεάνα Ζιάκου: Κ. Κώτσια ανήκετε σε ένα ιδιαίτερο είδος συγγραφέα που συνδυάζει πολλά χαρακτηριστικά: είστε αναγνωρισμένος συγγραφέας και στις δυο χώρες με πλούσιο λογοτεχνικό έργο σε δυο διαφορετικές γλώσσες· είστε «συγγραφέας της μεθορίου» με αναφορά στα θέματα το βιβλίων σας, αλλά συνάμα και διακεκριμένος «Ελλαδίτης συγγραφέας». Συνήθως, «οι μειονοτικοί συγγραφείς» της γενιάς που ανήκετε και που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους έζησαν στην Αλβανία, για πολλαπλούς λόγους δεν έχουν βρει στην Ελλάδα το αντίστοιχο κοινό τους. Τί αναζητά το ελληνικό κοινό από έναν «μειονοτικό συγγραφέα»;

Τηλέμαχος Κώτσιας: Να κάνω μια μικρή διόρθωση: είμαι σχετικά γνωστός στην Ελλάδα και στον έλληνα αναγνώστη, μάλιστα και βραβευμένος με τον Βραβείο Αθηνών (Athens Prize for Literature) όχι όμως όσο θα ήθελα και στην Αλβανία. Ωστόσο τα λίγα βιβλία που μεταφράστηκαν στα αλβανικά είχαν καλή αντιμετώπιση. Προέρχομαι από το χώρο της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία, η οποία ωστόσο δεν συνιστά αυτόνομο αναγνωστικό κοινό. Υπολογίζω στους συμπατριώτες μου δεν πουλάω πάνω από εκατό βιβλία. Το ότι επέλεξα να γράφω στην ελληνική γλώσσα, σημαίνει ότι απευθύνομαι στο ελληνόγλωσσο κοινό. Πολλοί συμπατριώτες αναγνώστες, και κυρίως η δική μου παλιά γενιά, διαβάζουν ευκολότερα στα αλβανικά, είναι η γλώσσα στην οποία καλλιεργήθηκαν, την γνωρίζουν καλύτερα από την ελληνική και σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως οι πρώην κάτοικοι πόλεων της Αλβανίας, γνωρίζουν την ελληνική επιφανειακά και ελλιπώς. Αν συνέχιζα να ζω στην Αλβανία και να απευθυνόμουν στο αλβανικό κοινό, ίσως να έγραφα στα αλβανικά. Τα ελληνικά είναι μεν η μητρική γλώσσα, η γλώσσα της ψυχής μου, όμως τα αλβανικά είναι η γλώσσα στην οποία εγώ σπούδασα, έστω αυτά τα λίγα, η γλώσσα στην οποία γνώρισα την παγκόσμια λογοτεχνία. Στην ηλικία των δεκαπέντε ετών υπέστην μια βίαιη αλλαγή στη γλωσσική μου εξέλιξη. Και στα σαράντα χρόνια ξαναβρήκα τη χαμένη μου γλώσσα, όμως με ελλείψεις, καθώς είχα χάσει πολλά επεισόδια στην καλλιέργειά της. Εκείνο που με βοήθησε στη συγκράτηση της ελληνικής γλώσσας ήταν τα δημοτικά τραγούδια και γενικότερα η προφορική δημοτική παράδοση που είχαν ριζωθεί ανεξίτηλα στην μνήμη μου, αλλά και η παρακολούθηση, έστω και κρυφά, του ελληνικού ραδιοφώνου και τηλεόρασης, κράτησε ζωντανή τη γλωσσική επαφή.

Κατά τη γνώμη μου στο συγγραφέα δεν χωράν εύκολα τα επίθετα, αλβανός, έλληνας, ιταλός, κλπ.

Ο συγγραφέας απευθύνεται στον άνθρωπο με την γλώσσα που χειρίζεται καλύτερα και με τη γλώσσα που κατανοεί καλύτερα ο αναγνώστης. Γι’ αυτό και μιλάμε για αγγλόφωνη, γαλλόφωνη, γερμανόφωνη, αλβανόφωνη κλπ λογοτεχνία.

Μοιραίως είμαι ο συγγραφέας της μεθορίου, των συνόρων, των ορίων, που έχουν λειτουργήσει ως ένας τεράστιος πυκνωτής στην ψυχή μου. Αν και βασανιστική, αυτή η κατάσταση αποτελεί δυνατό εφαλτήριο για έναν συγγραφέα. Γεννήθηκα ένα χιλιόμετρο μακριά από τα σύνορα, έζησα πάνω στη γραμμή των συνόρων για σαράντα χρόνια, εκεί που τελείωνε ο πραγματικός κόσμος και από κει και πέρα ξεκινούσε εκείνος της φαντασίας, των ονείρων. Κουβαλάω τα βιώματά μου, τα τυπικά βιώματα της Ελληνικής Μειονότητας, συν του γεγονότος ότι ανήκα στα μαύρα πρόβατά του καθεστώτος και ένιωσα έντονα τον αποκλεισμό από την κοινωνική ζωή και την καταπίεση να πέφτει ανελέητα πάνω μου, αυτή την ειδική καταπίεση που της είχαν δώσει ένα εντελώς άσχετο, ανόητο και εντελώς σουρεαλιστικό όνομα: ταξική πάλη.

Για να συνεχίσω να απαντώ στην ερώτησή σας:  όταν ζούσα στην Αλβανία, δεν ήμουν συγγραφέας, και πιστεύω ότι δεν υπήρχαν καν συγγραφείς εκείνον τον καιρό. Ο συγγραφέας εκφράζει τα αισθήματά του, ενώ εκείνοι που έγραφαν, ή που είχαν δικαίωμα να γράφουν, εξέφραζαν τις εντολές του Κόμματος και όχι τα αισθήματά τους. Γι’ αυτό και σήμερα δεν απέμεινε σχεδόν τίποτα από εκείνη την πληρωμένη παραγωγή. Σήμερα ο συγγραφέας έρχεται σε άμεση σύνδεση με τον αναγνώστη, βρίσκεται σε ελεύθερο ανταγωνισμό. Και για να αναφερθώ στα λόγια του διακεκριμένου αλβανού συγγραφέα, Ισμαήλ Κανταρέ, η ανάγνωση είναι δημοκρατική, ο καθένας διαβάζει ό,τι γουστάρει, ενώ η γραφή είναι αριστοκρατική: γράφουν μόνο οι άριστοι. Όμως όσο λίγοι κι αν είμαστε και με έντονο το πρόβλημα στην ανεπάρκεια της γλώσσας, εν τούτοις, έχουν διακριθεί κατά κάποιον τρόπο στα ελληνικά γράμματα ποιητές και πεζογράφοι που κατάγονται από το χώρο μας.

E. Zιάκου: Το εμβληματικό βιβλίο σας «Στην Απέναντι Όχθη» (Ψυχογιός, 2009) αποτελεί ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία της ιστορίας της μεθορίου και της τραγικότητας των εθνικών και ανθρώπινων συνόρων. Το συνοριακό σύνδρομο έχει στοιχειώσει όλους εμάς τους μεθοριακούς πληθυσμούς που στην προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της εθνικής μας ταυτότητας βρήκαμε καταφύγιο στη σύνθετη λέξη «Βορειοηπειρώτης». Ο Βορειοηπειρώτης της «Απέναντι Όχθης» τί κοινά και τι διαφορές έχει με τον μετα-κομμουνιστικό Βορειοηπειρώτη;

T. Kώτσιας: Ο όρος Βορειοηπειρώτης είναι από μόνος του μπάσταρδος και επινοήθηκε μετά τη χάραξη των συνόρων του 1913. Εμείς πληροφορηθήκαμε την έννοια αυτή όταν πήγαμε στην Ελλάδα μετά το 1990 και ορισμένοι κύκλοι, βολεμένοι ως επαγγελματίες Βορειοηπειρώτες, δεν μας ήθελαν ως Έλληνες, παρά μόνο ως ποίμνιο να δικαιολογήσουν κάποιες επιχορηγήσεις. Αυτό στην αρχή μας ξάφνιασε, αλλά αργότερα καταλάβαμε τη ρετσινιά του και όποιος μπορούσε το απέκρυβε, μέχρι που στη συνέχεια το συνηθίσαμε. Οι επόμενες γενιές, ευτυχώς ή δυστυχώς, θα το αποτινάξουν από πάνω τους, μαζί με τις ωραίες εναπομένουσες παραδόσεις.

Μας θεωρούν ηλιθιωδώς, ότι έχουμε το αίμα μας νοθευμένο με αλβανικό, όπως και τότε στα χρόνια του κομουνισμού, ότι είχαμε νοθευμένο ελληνικό αίμα, παρά τους όρκους μειοδοσίας ορισμένων για πιστότητα στο καθεστώς, παρά την εθελουσία αλλοίωση και εθνική απάρνηση – να βάζαμε στα παιδιά μας αλβανικά ονόματα για να αποδείξουμε την αλβανικότητά μας;

Αν δεν είναι αυτός ρατσισμός στην κλασική του έννοια, τότε τι είναι;

E. Zιάκου: Επιμένοντας στην «Απέναντι Όχθη», θα ήθελα να σας ρωτήσω για το λογοτεχνικό εργαστήριο σκέψης και σύλληψης αυτού του βιβλίου. Πότε ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του και που βασιστήκατε, κυρίως για τη συλλογή ιστορικών γεγονότων;

T. Kώτσιας: Είναι παλιά ιστορία. Βασικά από τότε που σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να γίνω συγγραφέας, συνέλαβα την ιστορία αυτή. Ό,τι έγραφα μέχρι τότε, τώρα το θεωρώ δοκιμαστικό για να μπορέσω να γράψω ένα μεγάλο βιβλίο, ως ιδιαίτερος συγγραφέας της μειονότητας, είτε με τη σωστή φορά στην Αλβανία, είτε με την αντίθετη, του Βορειοηπειρώτη, στην Ελλάδα. Ξεκίνησα να το γράφω πριν το 2000, αλλά στη συνέχεια το σταμάτησα όταν νόμιζα ότι είχα γράψει τα τρία τέταρτα της ιστορίας. Δεν ήξερα πώς να το τελειώσω. Αργότερα σκέφτηκα μια άλλη ιστορία συνόρων, μια ιστορία κατασκοπείας, και από το μπόλιασμα αυτών των δυο ιστοριών, το θέμα κούμπωσε και βγήκε αυτό το μυθιστόρημα.

E. Zιάκου: Χωρίς υπερβολή, το εν λόγω βιβλίο αποτελεί έναν άρτιο λογοτεχνικό και ιστορικό οδηγό για τις παλιές γενιές που έχουν βιώσει τα γεγονότα, αλλά και για τις νέες γενιές που ελάχιστα είναι σε θέση να κατανοήσουν, την παράνοια, τα αδιέξοδα, τα διλήμματα και την οδύνη εκείνης της περιόδου. Μπορεί η «Απέναντι Όχθη» να γεφυρώσει το χάσμα γενεών που προκάλεσαν οι αλλεπάλληλες συνοριακές και πολιτικές εξελίξεις σχετιζόμενες με την ελληνική μειονότητα;

T. Kώτσιας: Αυτό που μπόρεσε να κάνει το μυθιστόρημα αυτό, πιστεύω ότι είναι να ρίξει φως για την ιστορία μας στον έλληνα αναγνώστη. Το δράμα μας είναι ότι δεν μας γνωρίζει ο απλός Έλληνας. Για την κοινότητά μας το μυθιστόρημα συνιστά έναν τρόπο απεικόνισης των γεγονότων. Αυτό που με κάνει και χαίρομαι είναι αν κάποιοι βρίσκουν σε αυτό λογοτεχνικές αξίες. Οι νέες γενιές μπορούν να το διαβάσουν και ως βιβλίο γνώσεων.

E. Zιάκου: Εντός και εκτός της «Απέναντι Όχθης» έχεις την αίσθηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων της ελληνικής μειονότητας μετά την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού εξαναγκάστηκαν να συνεργαστούν με την Αλβανική Ασφάλεια βάσει του συνθήματος «η ζωή μου ο θάνατός σου» και αντίστροφα. Μετά το πέρας του βιβλίου, αισθανθήκατε κατά κάποιον τρόπο ότι η ωμή περιγραφή της κομμουνιστικής πραγματικότητας θα προκαλούσε μεγαλύτερη διχόνοια στους Έλληνες μειονοτικούς κατηγοριοποιώντας τους σε πρώην ασφαλίτες και μη;

T. Kώτσιας: Η ελληνική μειονότητα συντάχτηκε μόνη της με την Αριστερά της Αλβανίας και της Ελλάδας και συντέλεσε στην εγκαθίδρυση του κομουνιστικού συστήματος. Το τι συνέβη στη συνέχεια, τι εφιάλτες περάσαμε, είναι θέμα της Ιστορίας. Δεν είναι όμως αλήθεια ότι η πλειοψηφία συνεργάστηκε με την Αλβανική Ασφάλεια. Το ότι συνεργάστηκε με το καθεστώς, είναι άλλο θέμα.

Ένα πραγματικά τολμηρό βιβλίο πρέπει να φέρνει στο φως θέματα πρωτόγνωρα – αν και πιστεύω ότι δεν είμαι ο πρώτος που καταπιάστηκε με το θέμα αυτό. Η διαφορά είναι ότι ο καθένας προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράταξή του, είτε την κομουνιστική, είτε την αντικομουνιστική. Εγώ, παρότι η ιστορία μου είναι μυθιστορηματική, προσπαθώ να ρίξω φως από όλες τις οπτικές γωνίες και να βρω τα κίνητρα της κάθε πράξης. Γι’ αυτό και ίσως να το θεώρησε κάποιος προκλητικό. Όμως, η αλήθεια όπως λένε, δεν πρέπει να ντρέπεται να κυκλοφορεί γυμνή· αντιθέτως, το ψέμα, που με όσο ακριβά ρούχα κι αν καλύπτεται, πρέπει να ντρέπεται. Αυτή η αμεσότητα προκάλεσε ακόμα και στην κρατική επιτροπή διαμάχη, με συνέπεια να μην πάρω το κρατικό βραβείο εκείνης της χρονιάς.

Τώρα όλα αυτά τα θέματα ανήκουν στην Ιστορία, τα εγκλήματα έχουν παραγραφεί και μόνο κάποιος στενόμυαλος μπορεί να σκεφτεί ότι υπάρχει θέμα εκδίκησης. Ο χρόνος άλλαξε τα πρόσωπα της Ιστορίας, νέοι άνθρωποι γεννήθηκαν, παλιοί αποσύρθηκαν από τη ζωή.

E. Zιάκου: Η Δρόπολη και τα ηπειρώτικα στοιχεία είναι διάχυτα σε όλα τα βιβλία σας. Με αφορμή το τελευταίο σας βιβλίο «Οι δεινόσαυροι των Αθηνών/Ταξίδι σε λάθος χώρα» (Πατάκης, 2015) είναι αισθητή η μεταστροφή προς ένα άλλο είδος γραφής, πιο πειραματικό, το οποίο αποστασιοποιείται από το προηγούμενο λογοτεχνικό ύφος σας και από τα συνήθη θέματα που περιγράφετε στα βιβλία σας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα βιβλία σας, ο συσχετισμός με τα βορειοηπειρωτικά θέματα γίνεται με φειδώ και  υπό μια νέα οπτική γωνία. Πιστεύετε ότι ο Έλληνας αναγνώστης σας έχει κορεστεί με τις βορειοηπειρωτικές ιστορίες σας και ψάχνει κάτι πιο υβριδικό ή σηματοδοτεί μια νέα αρχή στη συγγραφική πορεία σας;

T. Kώτσιας: Ύστερα από σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, είναι φυσικό μέσα στο εργαστήρι του συγγραφέα να έχουν ζυμωθεί καινούργια θέματα. Είναι κάτι που το είχα σκεφτεί από το πρώτο μου βιβλίο: να τελειώνω με αυτά τα θέματα, όμως το φορτίο, το βάρος που είχα μέσα μου με τραβούσε πάντα προς τα πίσω. Και έτσι αφέθηκα στη μοίρα. Το 2007 κυκλοφόρησα το μυθιστόρημά μου «Τεκμήριο αθωότητας» από τις εκδόσεις Κέδρος, η υπόθεση του οποίου αφορούσε τα φακελάκια των γιατρών στην Ελλάδα. Αμέσως η κριτική, και συγκεκριμένα η Μικέλα Χαρτουλάρη στη στήλη της «Λοξή ματιά» στα Νέα, έγραψε ότι ο συγγραφέας αυτός κατέθεσε τα όπλα από την ωραία θεματολογία του και έγινε ένας συνηθισμένος συγγραφέας, ρίχνοντας το φταίξιμο στην ελληνική κριτική που δεν με πρόσεξε όσο θα έπρεπε. Στη συνέχεια κυκλοφόρησα το «Στην απέναντι όχθη» αλλάζοντας και εκδότη. Κατάλαβα ότι ήμουν ο προορισμένος για Βορειοηπειρώτης όμως αποφάσισα να μην ασχολούμαι με το τι θα πουν οι άλλοι για τη θεματολογία που θα επιλέξω. Έτσι το επόμενο μυθιστόρημα «Ο χορός της νύφης» δεν είχε θέμα Βορειοηπειρωτικό και ήταν και υποψήφιο για το βραβείο των Αθηνών. Ούτε και το μεθεπόμενο «Κώδικας τιμής», το οποίο απέσπασε το βραβείο αυτό, έχει θέμα Βορειοηπειρωτικό. Έχει αλβανικό, άσχετο, τον Κώδικα του Λεκ Ντουκαγκίνι.

Όσον αφορά το τελευταίο βιβλίο με δυο νουβέλες, «Οι δεινόσαυροι των Αθηνών – ταξίδι σε λάθος χώρα» ήταν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα και για τη γέννησή του ευθύνεται η ζέστη του Αυγούστου πρόπερσι στα Βρυσερά που δεν με άφηνε να βγω από το σπίτι. Είναι το μόνο βιβλίο που γράφτηκε στη γενέτειρά μου. Η πρώτη νουβέλα έχει σχέση με τη σημερινή κρίση στην Ελλάδα και τις τράπεζες, είναι πράγματι αλληγορική και σουρεαλιστική, ενώ η δεύτερη, με τα ευτράπελα της Ελληνικής Αστυνομίας. Ήρωες είναι ένας Σουηδός, διάφοροι Αλβανοί και ένας νεαρός Βορειοηπειρώτης ονόματι Φιλίππη-Νέζος.

Δυστυχώς, ή ευτυχώς, δεν γράφω αυτά που θέλει ο αναγνώστης, αλλά αυτά που αρέσουν σε μένα. Είναι κάτι σαν τον έρωτα: όταν τον κάνεις με άτομο της επιλογής σου είσαι ευτυχισμένος, όταν σε επιλέγει άλλος, είναι απλώς πορνεία. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω το δεύτερο, να γράψω μπεστ σέλερ. Είναι κι αυτό μια τέχνη, που δεν ξέρω αν την κατέχω.

Ο Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Βρυσερά της Δρόπολης, στην Αλβανία. Μαθητής του Λυκείου Αργυροκάστρου, διακρίθηκε για την κλίση του στα γράμματα.

Φοιτητής στο Ανώτατο Γεωπονικό Ινστιτούτο διώχθηκε για πολιτικούς λόγους. Με την αλλαγή του καθεστώτος άρχισε να δημοσιεύει ξανά στο Λογοτεχνικό Λαϊκό Βήμα, όργανο της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία. Ζει στην Αθήνα από το 1990. Σήμερα εργάζεται ως μεταφραστής στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων.

Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του “Στην απέναντι όχθη” ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω και του περιοδικού (Δε)κατα. Έχει μεταφράσει πλήθος αλβανικών έργων στα ελληνικά και αντίστροφα.

 

Φορέας εκδήλωσης: Connext Albania

13891838_138317456606642_6871630808405384651_n

 

 

 

Share on Facebook2Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση