ΤΕΛΗ ΟΧΤΩΒΡΗ 1940

Ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Γιάννη Λίλλη «Στα μεθυσμένα Βαλκάνια» το οποίο κυκλοφόρησε το 1946 από τις εκδόσεις Μάρη και Κοροντζή. Επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις 3Ε – ΕΛΙΚΡΑΝΟΝ.

 

%cf%83%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%b5%ce%b8%cf%85%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%ce%bb%ce%ba%ce%ac%ce%bd%ce%b9%ce%b1-copyΚατσούφιασαν πάλε τα μάτια μου. Μέσα τους κόλλησε μόνιμη ζωγραφιά η σκιερή κατήφια των βουνών της Κλεισούρας, η στείρα γύμνια του Τεπελενιού. Με πόση δροσιά πλούτηνε τη διψασμένη μου διάθεση το βουνίσιο νερό του Αώου, η γαλάζια φλεβίτσα του Δρίνου. Χιονάτο αγλυμένο χαλίκι στον πάτο, μεγάλες πέτρες που δέχονται το ακούραστο χάιδι του αφρού. Στάλαζε μέσα μου κλέφτικα η ειρήνη κι ας διάβαιναν τόσο κοντά μου τα κανόνια για το καινούργιο μέτωπο.

Ας έμενε, ω Φύση, ο άνθρωπος ένας καλός μαθητής σου.

Μέρεψε ολότελα η ψυχή μου απ’ το στενό κάμπο τ’ Αργυροκάστρου και σε λίγο ταπείνωνε τις ανησυχίες μου το γαλήνιο ξάπλωμα των χωριών της Δρόπολης.

Γελάστηκα γρήγορα. Αυτός ο κόσμος, αιώνες σκλαβωμένος, ήξερε καλά να κρύβει τα αισθήματά του. Άρχισε κι εδώ να μαυρίζει ο δρόμος απ’ τ’ αυτοκίνητα και τους στρατιώτες. Η αγωνία έβαλε σε δυσκολία την ανθρώπινη ανάσα. Οι Ιταλοί θα μπούνε από στιγμή σε στιγμή στην Ελλάδα. Και να ’ναι εδώ οι ίδιοι έλληνες, και να τους δίνει η μοίρα το δικαίωμα ν’ ανησυχούν μονάχα.

Απ’ την Κορυτσά ως τη Χειμάρρα τα ιταλικά κανόνια ανυπομονούν μπουκωμένα και το δάχτυλο του φαντάρου χαϊδεύει με ακαθόριστο τρέμουλο τη σκαντάλη του τουφεκιού.

Τα ελληνικά χωριά αυτές τις άνοστες νύχτες δεν μπορούν να κοιμηθούνε. Ο κόσμος βγαίνει στα παράθυρα και παρακολουθεί την ατελείωτη πολεμική προετοιμασία, ζωντανεύει μέσα του την πλημμύρα που θα ξεχυθεί στην πατρίδα του.

Σήμερα ήρθε ο Jacomoni[1] στ’ Αργυρόκαστρο. Έβγαλε λόγο για να ξεσηκώσει τον κόσμο, να πάνε εθελοντές να πολεμήσουν. Ο απλόκοσμος θαυμάζει τα περίσσια στολίδια του κι οι αγάδες καλοδέχουνται την τύχη τους. Χειροκροτούν μεθυσμένοι το μεγάλο αρχηγό τους και προσπαθούν να κεντρίσουν το προγονικό φιλότιμο του λαού.

Είχαν μεγάλα τσιουφλίκια στην Ήπειρο κι ελπίζουν τώρα να τα ξαναπάρουν στα χέρια τους. Άλλοι τρέχουν μονάχοι τους να πολεμήσουν κι άλλοι πληρώνουν τους φτωχούς να πάνε στη θέση τους.

– Θα σε βάλω γενικό επιστάτη μου στο γιαννιώτικο τσουφλίκι μου, φώναζε ένας μπέης στον ξυπόλητο ανθρωπάκο που δεν τον συγκινούσε εύκολα η …πατριωτική λύσσα του διψασμένου γαιοχτήμονα.

Κι έτρεχε ο φτωχόκοσμος για λίγες δεκάρες στο μέτωπο. Κατόπι δεν μπορούσε να χωρέσει στο κοιμισμένο μυαλό του, πως ένας άνθρωπος με τόσα στολίδια ήταν δυνατό να λέει ψέμματα… Όσο για τον αγά του, ήξερε πούταν ψυχοπονιάρικος άνθρωπος.

Η Ιταλία τάζει στην Αλβανία τα Γιάννενα και την Πρέβεζα, χύνει χρυσάφι – αλβανικό ιδρώτα – για να σπρώξει το λαό σ’ ένα μεγάλο φυλετικό έγκλημα. Δεν έχει ανάγκη από τους πέντε νηστικούς αλβανούς, αλλά φοβάται ακόμα και την τελευταία στιγμή το ξύπνημα της συγγένειας και προσπαθεί να χωρίσει με τα μίση δυο αδελφούς λαούς. Και το πέτυχε. Τον περισσότερο Αλβανικό κόσμο τον αδράνησε με την επιβλητική σκιά της, τους εμπόρους τους έκλεισε το στόμα με το χρήμα κι ένα μικρό μέρος το ρίχνει στη μάχη.

Κοιτώ τον κόσμο που με ποτίζει σήμερα με μια βαθειά αηδία, γεμάτη κακομοιριά και αλύγιστη περιφρόνηση. Ο αλβανικός λαός με φλαμπωμένα τα μάτια, καρτερεί ακόμα μουδιασμένος τους ηγέτες του που θα του δείξουν το δρόμο.

Είναι δεκαπέντε μέρες τώρα που τα ιταλικά κανόνια ξερνούν τις σκοτεινές αμαρτίες του φασισμού στην Ήπειρο.

Ένας μικρός λαός, σε μια ξεχασμένη γωνιά της Ευρώπης, τραβάει ξεμοναχιασμένος τον προγονικό δρόμο της λευτεριάς. Παρέσυρε σωστή θύελλα, τις ανθρώπινες αδυναμίες, έπνιγε την πολιτική μικροψυχία και τους αριστοκρατικούς δισταγμούς των αρχηγών του και τραβούσε μεθυσμένος απ’ το αίσθημα, για ν’ αντικρύσει γυμνός τ’ ατσάλινο μέτωπο. Την ώρα που ολόκληρη η Ευρώπη λούφαζε ντροπιασμένη, η προσκυνούσε με τρόμο τον καταχτητή.

Οι Ιταλοί τραυματίες γέμιζαν τα νοσοκομεία και κείνο το διαβολεμένο Καλιμπάκι δε λέει να σπάσει. Πάνε τόσες μέρες κι ο Καλαμάς ξεπέρασε αυτή τη χρονιά το Μυσισιπή.

Να πατήσουν το ελληνικό ψυχικό φρούριο. Δε ζητούν κι πολλά. Μονάχα που θα τους στοιχίσει ακριβά η πεποίθηση ότι δεν πολεμάει το μέταλλο, αλλά η περήφανη ψυχή.

Στην Κορυτσά μπήκε χτες ο ελληνικός στρατός. Η ώρα του Αργυρόκαστρου είναι πολύ κοντά. Ο μικρός αυτός λαός μοιράζει τις πρώτες ελπίδες στη νυσταγμένη Ευρώπη.

Σήμερα το πρωί κατέβηκα με τον ήλιο στον κάμπο. Σφυρίζω έναν πολεμικό σκοπό που μου τον επέβαλε ασυναίσθητα η ατμόσφαιρα που δημιούργησε με τόση απλότητα ο φαντάρος μας. Πρέπει να ’μαι χαρούμενος, γιατί νιώθω μια ανάλαφρη ζέστα να φωλιάζει μέσα μου.

Για μια στιγμή τα μάτια μου έπεσαν σ’ ένα ατελείωτο μπουλούκι που λερώνει με τη βόρειά του κατήφια τη γελαστή όψη της δημοσιάς. Παραμερίζω με προσποιητή ευλάβεια σ’ ένα απόμερο χωράφι και παρακολουθώ τις απειθάρχητες κινήσεις των ιταλών φαντάρων. Αξύριστα μούτρα που τάστιψε ο φόβος του θανάτου, μάτια υπόδουλα της βαθειάς στεναχώριας, χέρια και πόδια σκλαβωμένα απ’ το τρέμουλο του κιντύνου. Τσακισμένα ντουφέκια στην ταπεινωμένη πλάτη, αδειανά οπλοπολυβόλα που τα κρατάει κάποιο ξένο χέρι ανόρεχτα. Στοιχηματίζεις αυτή την ώρα πως πιο πέρα θα γλυστρήσουν στη γη.

Ώρες ολόκληρες κοιτώ τον άψυχο αυτόν κόσμο, χωρίς νάχω τη δύναμη να χαρώ για την ανθρώπινη αυτή κατάντια.

Οι ιταλοί αφού ξέχασαν την επιθετική τους ταχτική, αναβάλουν ακόμα και την αντεπίθεση για το Τεπελένι, ως που να καλέσουν τους γερμανούς να τους ξεβαλτώσουν. Η περιοχή μας έχει κάμποσες μέρες που λευτερώθηκε.

Τα χωριά μας δέχτηκαν με βαθειά ευγνωμοσύνη τα λιοκαμμένα στεγνά πρόσωπα των αδελφών μας. Ο κόσμος περιτριγυρίζει τους φαντάρους με μια δειλή δυσπιστία. Ειν’ αυτοί οι λιγοστοί φτωχοί άνθρωποι που κάναν τόσα θαύματα μέσα σε λίγες μέρες;

Καμαρώνω σήμερα με το θαυμασμό των αλβανών. Κυκλώνουν τους στρατιώτες και τους περιεργάζονται σαν παράξενα φαινόμενα. Χαϊδεύουν τα ντουφέκια τους και προσπαθούν να διώξουν και τους τελευταίους δισταγμούς τους.

Οι μεγάλοι τους κρύφτηκαν απ’ τη στενοχώρια στο σπίτι τους. Δεν είναι μικρό πράμα να χτίσεις τόσα όνειρα και τώρα να τρέμεις μη σου πάρουν και τα τελευταία τσιουφλίκια που σου απόμειναν, ιδιωτική κληρονομιά του Αλλάχ…

Αλλά ο ξυπόλυτος αλβανός, χωρίς να υποπτεύεται τη φυλετική συγγένεια που τον δένει με τον έλληνα φαντάρο, δεν έχει καμμιά σχέση με τα μονολιθικά εθνικιστικά αισθήματα του μπέη, που δεν μπορεί ποτέ να τα ξεχωρίσει απ’ τα παράνομα προνομιακά του συμφέροντα.

– Είναι να τους χαίρεσαι, μούλεγε χτες ο Νουρεντίν με το συνηθισμένο ύφος της λιάμπικης πονηριάς του. Παιδιά με μεγάλη καρδιά. Η το φέρσιμό τους… Να τους προσκυνάς φίλε μου. Περνούν οι κοπέλλες μας μπροστά τους και μαζεύονται να διαβούν, μη πάει κι αγγίξουν στο φουστάνι τους. Μα τον Αλλάχ μεγάλη δουλειά..

Τον κοίταζα με την υποψία να πιστοποιήσω την ειλικρίνεια του. Αλλά κάτι τους βασάνιζε ακόμα. Έβηξε, έστριψε το μουστάκι του και στο τέλος τ’ αποφάσισε.

– Όλα καλά. Πολύ καλά. Αλλά ένα πράμα μούντεσε στο λαιμό. Κείνο το πσι – πσίγα. Δεν χωνεύεται αυτό, δεν τους ταιριάζει.

Δεν καταλάβαινα τίποτα.

– Α, δεν το ξέρεις; Να αυτό το ψιτ – ψιτ  το κωροφύλακα.

Τον τρόμαζε το συνθηματικό κάλεσμα του χωροφύλακα που υπονοούσε το λιγότερο πρόστιμο, αν όχι φυλακή και μαλλιοτράβηγμα.

Θαύμαζε τον ελληνικό στρατό με τη μειονεχτηκότητα του ενόχου.

 

 

[1] Francesco Jacomoni. Ένα από τα μεγάλα στελέχη του ιταλικού φασισμού. Στον καιρό του Ζώγκου ήταν πρεσβευτής στα Τίρανα και σαν έμπειρος διπλωματικός μάγειρας, βοήθησε πολύ τη φασιστική του Κυβέρνηση για την κατάληψη της Αλβανίας. Διορίστηκε γι’ αυτό Γενικός Τοποτηρητής – Luogotenente Generale – Αντιβασιλέας, όπως θα λέγαμε, της Αλβανίας. Αρχικά διηύθυνε μόνος του τις επιχειρήσεις εναντίων της Ελλάδας. Η σύγχρονη ιταλική δημοκρατία τον κατεδίκασε σα δοσίλογο σε πολλά χρόνια φυλακή.

 

«Στα μεθυσμένα Βαλκάνια», εκδόσεις Μάρη και Κοροντζή, 1946, σελ 115-119

 

Σημείωση: Στο κείμενο έχει διατηρηθεί η αρχική ορθογραφία (εκτός από την προσαρμογή του κειμένου σε μονοτονικό κατά την μεταγραφή)

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook82Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση