Ο ΤΑΚΗΣ ΤΣΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Τάκης ΤσιάκοςΜέχρι στιγμής, στην ενότητα των Αναδιφήσεων, έχουμε παρουσιάσει παλιές ανταποκρίσεις σε ελληνικές εφημερίδες του 19ου αιώνα, στις οποίες γίνεται λόγος για περιστατικά και ειδήσεις από την περιοχή μας, καθώς κι ένα κείμενο από το ετήσιο λεύκωμα «Η Ήπειρος», της Ελπινίκης Μαυρογορδάτου που κυκλοφόρησε στην Πόλη το 1911.

Στο παρόν άρθρο θα εστιάσουμε σε κάτι που σχετίζεται πιο άμεσα με τον πρωταρχικό στόχο του Δρυός, δηλαδή, την προσπάθεια ανάδειξης δειγμάτων της λογοτεχνίας του ελληνισμού της Αλβανίας, καθώς και μελετών ή άλλων θεωρητικών κειμένων τα οποία θα μπορούσαν να φωτίσουν άγνωστες πτυχές της συγγραφικής παραγωγής του χώρου και να συμβάλλουν στην έστω και μερική κάλυψη του κενού που δημιουργήθηκε στον τομέα αυτό λόγω των δυσχερών ιστορικών συγκυριών.

Είναι τόσο έντονο το χάσμα, που λογοτέχνες με καταγωγή από τις περιοχές όπου διαβιοί η Ελληνική Μειονότητα, ήταν εντελώς άγνωστοι (για σχεδόν μισό αιώνα) στην ίδια τη Μειονότητα! Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γιάννη Λίλλη, το έργο του οποίου προσπαθούμε να επαναφέρουμε στην επικαιρότητα με το φετινό μας αφιέρωμα. Αλλά και η γνωστή λογοτέχνης Κατίνα Παπά και η ζωγράφος αδερφή της, Αγλαΐα. Ο λόγιος από την Πολύτσανη Αθανάσιος Οικονομίδης, ο γιός του Μιλτιάδης, ο πολύς Βασίλειος Μπαράς και άλλοι. Σχεδόν κανείς δεν ήξερε το έργο τους, πολύ λίγοι ήταν απλά ενήμεροι για την ύπαρξή τους! Ό, τι δεν συμβάδιζε με τις προσταγές της κυριαρχούσας ιδεολογίας ήταν καταδικασμένο στη λήθη.

Μια τέτοια άγνωστη μορφή είναι και ο ποιητής Τάκης Τσιάκος. Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1909 στο Αργυρόκαστρο, απ’ όπου έφυγε με την οικογένειά του το 1914 και εγκαταστάθηκε στην Πάργα. Τελείωσε το Γυμνάσιο στην Κέρκυρα και σπούδασε στην Αθήνα όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα. Εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές και είχε κάνει  αισθητή την παρουσία του στον τύπο με ποιήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και κριτικές, από το 1929 που ξεκινά η ενασχόλησή του με την ποίηση και για αρκετά μεγάλο διάστημα της ζωής του. Είχε γνωριστεί και με λογοτέχνες της εποχής, όπως ο Τέλος Άγρας, ο Λαπαθιώτης, ο Πορφύρας, ο Μαλακάσης και ο ίδιος ο Παλαμάς, η ποίηση του οποίου, όπως αναφέρεται,  αποτελούσε και την κύρια επιρροή του.

Σκοπός μας είναι να αναρτήσουμε στο μέλλον εκτενή βιογραφία, δείγματα του έργου του και κριτικές που ήδη βρίσκονται στην κατοχή μας ή που μπορεί να βρεθούν με την πάροδο του χρόνου.  Σήμερα, παρουσιάζουμε μια επιστολή του προς την εφημερίδα Ηπειρωτικό Μέλλον του έτους 1936, στην οποία ο ποιητής εκφράζει τη δυσαρέσκειά του προς τα “Ηπειρωτικά φύλλα” (περιοδικό που εξέδιδε ο Χρήστος Χρηστοβασίλης!)  επειδή στο τεύχος “αρ. 4 – 20 Σέπτ.” δημοσιεύουν το τελευταίο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη χαρακτηρίζοντάς το “ανέκδοτο”, ενώ όπως διαμαρτύρεται, είχε στείλει ο ίδιος το ποίημα “εδώ και τρία χρόνια στο Αθηναϊκό περιοδικό «Ξεκίνημα»”. Φρονούμε πως παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο ως ένα μικρό δείγμα της συμμετοχής του Τσιάκου στα ελληνικά λογοτεχνικά τεκταινόμενα της εποχής, αλλά και για οποιονδήποτε θα ήθελε να αντλήσει κάποια πληροφορία για το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Κώστας Καρυωτάκης πριν προβεί στο απονενοημένο διάβημα. Εναπόκειται στον αναγνώστη, το εάν θα συμφωνήσει με την αποφαντική διαπίστωση στο τέλος του κειμένου, πως: “Ότι πρόκειται για το τελευταίο ποίημα (σ.σ. του Καρυωτάκη), δεν γεννάτε αμφιβολία, αφού το δείχνει η σύγχυση των εννοιών”!

 

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Ηπειρωτικόν Μέλλον, Σάββατο 3 Οκτωβρίου, 1936.

ΚαρυωτάκηςΟ φίλος κ. Τάκης Τσιάκος μας απέστειλε την κάτωθι επιστολή την οποία και ευχαρίστως δημοσιεύουμε.

Φίλε Κύριε Διευθυντά.

Το με τον τίτλο «Το στερνό μου» ποίημα του μακαρίτη Κ. Καρυωτάκη, που δημοσιεύτηκε στα «Ηπειρωτικά φύλλα» (αρ. 4-20 Σεπτ.) δεν είναι ανέκδοτο, όπως ανεξέταστα χαρακτηρίζεται, αλλά έχει πρωτοδημοσιευτεί εδώ και τρία χρόνια στο Αθηναϊκό περιοδικό «Ξεκίνημα» (Μήνας Ιούλιος, φύλλο 7, τίτλος «Όταν…») κι αναδημοσιεύτηκε από τότε σ’ ένα σωρό εφημερίδες.

Στο «Ξεκίνημα», υπάρχει υποσημείωση, ότι το έστειλε ο υποφαινόμενος και λίγα λόγια για την ιστορία του, πως: το χειρόγραφο βρέθηκε ανάμεσα σε υπηρεσιακά έγγραφα της Νομαρχίας Πρεβέζης, από τον μετά τον κ. Τσάκα –προϊστάμενο του ποιητή- διευθυντή της, κ. Θαν. Γκέλη, που έβγαλε αντίγραφα στη γραφομηχανή. Ένα από τ ’αντίγραφα εκείνα έπεσε και στα δικά μου χέρια και το ’στειλα στο περιοδικό που συνεργαζόμουν. Τον τίτλο, έχοντας αμφιβολίες για την γνησιότητά του, τον άλλαξα.

Αν τα «Ηπειρώτικα φύλλα» έχουν, όπως ισχυρίζονται, το χειρόγραφο κι ο τίτλος είναι με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα (μα πρέπει να εξεταστεί κι ο του ποιήματος και χρειάζεται μια φωτοτυπία) τότε έκαμα άσχημα.

Ότι πρόκειται για το τελευταίο ποίημα, δεν γεννάτε αμφιβολία, αφού το δείχνει η σύγχυση των εννοιών κι ας είχε (κι έγραφε σχετικώς) αντιρρήσεις ο συγγενής του ποιητή, κ. Θ. Καρυωτάκης, τοποθετώντας για τελευταίο την «Πρέβεζα».

Συμπέρασμα: ότι τα «Ηπειρωτικά φύλλα» δεν πρέπει να ’ναι υπερήφανα.

Με εκτίμηση κι ευχαριστίες

Τ. ΤΣΙΑΚΟΣ

«Αλίευση», μεταγραφή, σχολιασμός: Ν. Θαλασσινός

 

 

ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στο πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posillipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

 

Σημείωμα της σύνταξης του περιοδικού Ξεκίνημα (φύλλο 7, Ιούλιος 1933):

Το ανέκδοτο αυτό τραγούδι του Καρυωτάκη, που είναι και το τελευταίο που έγραψε ο ποιητής – λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία του -, βρέθηκε από το διάδοχό του στην υπηρεσία της Νομαρχίας Πρεβέζης και σημερινό Δ/τή της κ. Θανάσην Γκέλην, ανάμεσα στα υπηρεσιακά έγγραφα. Ο φίλος νέος ποιητής κ. Τάκης Τσιάκος είχε την ευγενική καλοσύνη να μας το στείλει για δημοσίευση, αντιγράφοντάς το από το πρωτότυπο. Στο τραγούδι αυτό είναι φανερή η σύγχυση των εννοιών του ποιητή, που το έγραψε σε στιγμή φρικτής απελπισίας.

 

Το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη “Όταν κατέβουμε τη σκάλα” και το σημείωμα της σύνταξης του περιοδικού Ξεκίνημα είναι από την ιστοσελίδα: karyotakis.awardspace.com.
Κύρια φωτογραφία άρθρου: Επεξεργασία 2 σκίτσων από, toperiodiko.gr και zbabis.blogspot.gr

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση