ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΗΣΤΟ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟ

Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο καταγόμενος από τη Χειμάρρα Χρήστος Αρμάντο Γκέζος έχει να επιδείξει μία αξιόλογη παρουσία τα τελευταία χρόνια στα λογοτεχνικά πράγματα στην Ελλάδα. Από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση στο χώρο, με την βραβευθείσα ποιητική συλλογή Ανεκπλήρωτοι Φόβοι, αναγνωρίστηκε το γνήσιο ταλέντο του. Οι θετικές κριτικές συνεχίστηκαν και για το μυθιστόρημα Λάσπη και το πιο πρόσφατο βιβλίο του, την συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα (Εκδ. Μελάνι, 2016).

Η ωριμότητα, η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και η τολμηρή προσέγγιση των θεμάτων που πραγματεύεται, αποτελούν συστατικά στοιχεία ενός προσωπικού λογοτεχνικού ύφους.

Οι πλείστες δημοσιεύσεις σε περιοδικά, παρουσιάσεις βιβλίων και συμμετοχές σε διάφορες εκδηλώσεως καταδεικνύουν το πάθος και την σοβαρή ενασχόλησή του με το αντικείμενο κι όπως έχει τονιστεί από ειδικούς και μη, το γεγονός πως εκτός από στόφα συγγραφέα ο Χρήστος Γκέζος έχει και μέλλον.

Με αφορμή την πρόσφατη προβολή της μικρού μήκους ταινίας Καρδιές για φάγωμα που βασίστηκε στο ομώνυμο διήγημα από την τελευταία συλλογή του, παραχώρησε μια συνέντευξη στην Ελεάνα Ζιάκου για λογαριασμό του Δρυός. Τους ευχαριστούμε και τους δύο.   

 

 

E. Zιάκου: Έχετε βραβευτεί με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα για το πρώτο σας βιβλίο, την ποιητική συλλογή «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι», μπήκατε δυναμικά στον χώρο της πεζογραφίας με το πρώτο μυθιστόρημα σας «Η λάσπη» και ύστερα γίνατε ευρύτερα γνωστός με την πρώτη συλλογή διηγημάτων σας «Τραμπάλα». Ποιητής, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος. Πότε ξεκινήσατε να γράφετε; Πότε νιώσατε την ανάγκη να απευθυνθείτε σε ένα ευρύτερο κοινό;

Χ. Γκέζος: Ξεκίνησα να γράφω γύρω στα 19, όταν ήμουν στο δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο. Είχα αρχίσει εκείνη την περίοδο να διαβάζω συστηματικά κι αυτή μου η ενασχόληση έγινε η αφορμή για να ξεπηδήσει από μέσα μου μια ανάγκη που, όπως μπορώ να κρίνω τώρα, υπέβοσκε για πολλά χρόνια. Ο Πόε ήταν ο πρώτος συγγραφέας που με εντυπωσίασε και τον λάτρεψα, με αποτέλεσμα να ζηλέψω τον αντίκτυπο που είχε ένας άνθρωπος άλλου τόπου κι άλλου χρόνου πάνω μου. Έτσι, στην πορεία κι όσο συνέχιζα να γράφω, ήθελα να δω αν μπορώ να καταφέρω κι εγώ κάτι τέτοιο, αν μπορεί κάποιο άτομο έξω από τα όρια του δικού μου κόσμου να συγκινηθεί από όσα εγώ αποτυπώνω, εγωιστικά κινούμενος σε πρώτο επίπεδο, στο χαρτί. 

E. Zιάκου: Ποίηση – μυθιστόρημα – διήγημα. Ο ενδιάμεσος λογοτεχνικός σταθμός είναι και ο μακροσκελέστερος. Μοιάζει με «λογοτεχνικό αναγραμματισμό» το πέρασμα από το μυθιστόρημα στο διήγημα. Συνήθως για έναν νέο συγγραφέα η γραφή προσανατολίζεται από τη μικρή φόρμα του διηγήματος σε αυτήν του μυθιστορήματος. Η επιλογή της λογοτεχνικής φόρμας είναι αποτέλεσμα μιας «κατευθυνόμενης έμπνευσης» ή μια τυχαία επιλογή;

Χ. Γκέζος: Ωραία παρατήρηση. Η αλήθεια είναι πως από την αρχή έγραφα τόσο ποίηση όσο και διήγημα, ενώ σύντομα κάποια στιγμή ολοκλήρωσα κι ένα μυθιστόρημα το οποίο επέλεξα να μην εκδοθεί. Οπότε ο προσανατολισμός όπως φαίνεται από τις μέχρι τώρα επιλογές μου είναι μάλλον παραπλανητικός, μάλλον έτυχε περισσότερο τα κείμενα που μου φαίνονται ώριμα και άξια προς δημοσίευση να ανήκουν κάθε φορά σε άλλο είδος. Για παράδειγμα, το πρώτο μου εκδοτικό βήμα ήταν ποιητική συλλογή επειδή θεώρησα τότε ότι από τα κείμενα που είχα έτοιμα, τα πιο αξιοπρεπή ήταν τα ποιήματα. Η φόρμα γενικά καθορίζεται από το είδος της ιστορίας που θέλεις να πεις, άλλες πρέπει ή καλό είναι να τις διηγηθείς σύντομα, άλλες πιο εκτενώς. Το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη ζωή ως μια ολότητα, μια ρέουσα συνέχεια· το διήγημα ως ένα σύνολο θραυσμάτων. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει την καθοριστική σημασία που παίζει ο χρόνος ως καταλύτης της ύπαρξης και της εμπειρίας· το διήγημα αναδεικνύει την ανυπολόγιστη σημασία της στιγμής και του απρόσμενου.

E. Zιάκου: Η επιλογή των τίτλων, και αναφέρομαι κυρίως στη Λάσπη και στην Τραμπάλα προήλθε μετά το πέρας της συγγραφής των βιβλίων αυτών ή υπήρχε από πριν; Γιατί Λάσπη, γιατί Τραμπάλα; Είναι τίτλοι – σύμβολα, υπό την έννοια ότι εμπεριέχουν για σας κάποιον ιδιαίτερο συμβολισμό;

Χ. Γκέζος: Όλοι οι τίτλοι έχουν προκύψει μετά την ολοκλήρωση των βιβλίων και είναι μάλλον προϊόντα ασύνειδων διανοητικών διεργασιών, τις οποίες προσπαθώ να ερμηνεύσω εκ των υστέρων. Στο μυθιστόρημα, για παράδειγμα, η λέξη «λάσπη» εμφανίστηκε στο μυαλό μου λίγο καιρό αφότου είχα τελειώσει το γράψιμο και όσο την επεξεργαζόμουν τόσο περισσότερο μου φαινόταν ότι ταίριαζε: η λάσπη που εκτοξεύεται προς όλες τις κατευθύνσεις για να μεταθέσει ή να δημιουργήσει ευθύνες· η λάσπη στην οποία κυλιέται ο πρωταγωνιστής και την οποία βλέπει να καλύπτει τους ανθρώπους και τα κτήρια γύρω του· η λάσπη του χρόνου στην οποία επιπλέουν όλες οι γλωσσικές εκφορές του ανακατεμένες, μέσω των οποίων αποκλειστικά δομείται. Στην Τραμπάλα, από την άλλη, η επιλογή ήταν λίγο πιο εύκολη, καθώς υπάρχει ένα ομώνυμο διήγημα το οποίο θεώρησα ότι αντικατοπτρίζει τόσο το πνεύμα της συλλογής και την αμφιθυμία των ηρώων, όσο και τη στιλιστική εναλλαγή που παρατηρείται μεταξύ αρκετών εκ των διηγημάτων.

E. Zιάκου: Οι πρωταγωνιστές σας διηγούνται τις ιστορίες τους/σας πάντα σε πρώτο πρόσωπο. Έχετε σκεφτεί στις επόμενες αφηγήσεις σας να αλλάξετε πρόσωπο ή θεωρείτε ότι η επιλογή σας αυτή αποτελεί ένα λογοτεχνικό γνώρισμά σας, που θα θέλατε να διατηρήσετε ως κεντρικό στοιχείο της γραφής σας;

Χ. Γκέζος: Η επιλογή του προσώπου δεν είναι αυτοσκοπός, εξυπηρετεί κι αυτή κάποιες αφηγηματικές κι αισθητικές λειτουργίες. Μέχρι τώρα η αμεσότητα του α’ προσώπου έχει σταθεί απαραίτητη στον τόνο που θέλω να έχουν τα γραπτά μου. Στο μέλλον δεν θα το εγκαταλείψω, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα το διαπλέξω περισσότερο και με άλλα πρόσωπα.

E. Zιάκου: Με αφορμή την ταινία μικρού μήκους «Καρδιές για φάγωμα» που προβλήθηκε πρόσφατα στον κινηματογράφο και η οποία βασίστηκε στο ομότιτλο διήγημά σας από τη συλλογή Τραμπάλα, πως ξεκίνησε αυτή η συνεργασία; Υπήρχαν άλλες προτάσεις για κινηματογραφικό σενάριο;

Χ. Γκέζος: Το διήγημα, πολύ πριν κυκλοφορήσει η Τραμπάλα, είχε διακριθεί σε έναν διαγωνισμό κι έτσι αναρτήθηκε στη σελίδα των διοργανωτών. Έτυχε να το διαβάσει η Ειρήνη Κούτουλα η οποία μου ζήτησε αμέσως την άδεια για να το γυρίσει. Ήταν μεγάλη η έκπληξή μου γιατί το συγκεκριμένο διήγημα, σε αντίθεση ίσως με άλλα, δεν το είχα φανταστεί σε κάποια κινηματογραφική εκδοχή, όμως χάρηκα πάρα πολύ που η Ειρήνη το ανέλαβε και το παρουσίασε στη μεγάλη οθόνη με τον δικό της τρόπο.

E. Zιάκου: Τι ρόλο κατέχει η γενέτειρά σας στη γραφή σας; Και στα τρία βιβλία σας, ο αναγνώστης συναντάει διάφορες λέξεις ή στοιχεία που αφορούν τον τόπο προέλευσής σας. Η τεχνική της ενσωμάτωσης των ιδιωματισμών και των τοπικών στοιχείων στην πλοκή των έργων, υπάρχει επίσης και σε έναν άλλο συγγραφέα της γενιάς σας, τον Δημοσθένη Παπαμάρκο. Πρόκειται για μια βαθιά ανάγκη που κουβαλάτε πάντα μαζί σας;

Χ. Γκέζος: Όταν ξεκίνησα να γράφω, αυτές οι επιρροές ήταν σχεδόν αδιόρατες και εκφράζονταν με τρόπο άρρητο. Στα ποιήματα, για παράδειγμα, δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές ούτε στη Χιμάρα ούτε στην εμπειρία της μετανάστευσης, αν και πλέον μπορώ να πω ότι αρκετά ποιήματα είχαν τέτοια υποσυνείδητα ελατήρια. Στην πορεία χρησιμοποίησα τέτοια στοιχεία πιο συνειδητά, αφενός επειδή μεγαλώνοντας απεγκλωβίζεσαι σταδιακά από τη στενή ιδιωτική σου σφαίρα, αφετέρου επειδή αντιλήφθηκα ότι αυτή η γλώσσα διαθέτει και εκφραστικό πλούτο και συναισθηματική δύναμη, στοιχεία που μπορούν να αξιοποιηθούν για την αφήγηση συναρπαστικών ιστοριών, διαφορετικών από αυτές που ίσως με απασχολούν συνήθως και για τις οποίες μεταχειρίζομαι άλλου είδους γλώσσα.

E. Zιάκου: «Η λάσπη» είναι το πρώτο απ´ τα βιβλία σας που θα μεταφραστεί για πρώτη φορά σε μια ξένη γλώσσα, και όλως τυχαίως στη γλώσσα της χώρας που γεννηθήκατε. Το γεγονός της επικείμενης μετάφρασης της Λάσπης στα αλβανικά, σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζετε καθόλου, αλλά σε μια χώρα με την οποία σας συνδέουν στην Ελλάδα, τί συναισθήματα σας προκαλεί;

Χ. Γκέζος: Ανυπομονώ για το μεταφραστικό αποτέλεσμα, για το εξώφυλλο, για τη γνωριμία με Αλβανούς αναγνώστες. Η μετάφραση, σε οποιαδήποτε γλώσσα, είναι ό, τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε ένα κείμενο, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια χώρα με – για πολλούς λόγους – ειδικό βάρος όπως η Αλβανία. Ιδιαίτερα η Λάσπη, λόγω των αναφορών της, πιστεύω ότι έχει πράγματι ένα επιπλέον ενδιαφέρον για τους Αλβανούς, αλλά και για μένα όσον αφορά τον τρόπο που θα διαβάσουν και θα ερμηνεύσουν το βιβλίο. 

E. Zιάκου: Έχετε σκεφτεί να πειραματιστείτε με άλλα είδη λογοτεχνικής γραφής, όπως το δραματικό είδος;

Χ. Γκέζος: Ναι, θέλω πολύ κάποια στιγμή να γράψω ένα ολοκληρωμένο σενάριο ή ένα θεατρικό έργο.  Δεν είμαι έτοιμος ακόμα όμως και θα το επιχειρήσω όταν νιώθω ότι είναι ώριμες οι συνθήκες. Θέλω επίσης να γράψω και ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, κάτι που αν όντως γίνει θα είναι στο πολύ μακρινό μέλλον.

E. Zιάκου: Σε ποια φάση βρίσκεστε αυτή την περίοδο;

Χ. Γκέζος: Γράφω πού και πού κάποιο διήγημα και έχω ξεκινήσει ένα μυθιστόρημα, που θα βγει λογικά αρκετά μεγαλύτερο από ό, τι έχω μέχρι τώρα γράψει.

 

 

 

 

 

Share on Facebook311Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση