ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ ΚΩΤΣΙΑ

τηλέμαχος κώτσιαςΠληροφορηθήκαμε πρόσφατα πως μέσα στις επόμενες εβδομάδες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ το νέο βιβλίο του συγγραφέα Τηλέμαχου Κώτσια. Επικοινωνήσαμε μαζί του και είχε την ευγενή καλοσύνη να μας παραχωρήσει μια σύντομη συνέντευξη.

 

 

 

Συγχαρητήρια για το καινούργιο σας βιβλίο. Τι μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας γι’ αυτό;

Σας ευχαριστώ για τις ευχές σας και για τη συνέντευξη. Το νέο μου βιβλίο περιλαμβάνει δυο νουβέλες που τιτλοφορούνται Οι δεινόσαυροι των Αθηνών και Ταξίδι σε λάθος χώρα, αντίστοιχα. Είναι η πρώτη φορά που κατά κάποιον τρόπο με καθοδηγεί ο σουρεαλισμός. Γι’ αυτό και περιμένω με αγωνία την αποδοχή από το κοινό και από την κριτική.

Υπήρξαν κάποιες στιγμές της σύλληψης των θεμάτων, κάποια συγκεκριμένα γεγονότα που θα λέγαμε πως πυροδότησαν την έμπνευση ή πρόκειται για θέματα που υπήρχαν μέσα σας ως μελλοντικά σχέδια  και χτίστηκαν με τον καιρό μέσα από διάφορα ερεθίσματα;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η σύλληψη ήρθε αυθόρμητα και γράφτηκε αυθόρμητα, όπως στα διηγήματα. Μπορώ να πω ότι είναι προϊόν στιγμιαίας έμπνευσης, όπως να πούμε κεραυνοβόλου έρωτα, κάτι που δεν συμβαίνει στα μυθιστορήματα τα οποία κυοφορούνται για πολλά χρόνια μέσα στη σκέψη. Μάλιστα μέσα στο μυαλό μου κυοφορούνται πολύ περισσότερα από όσα μπορώ να γράψω και τελικά βλέπουν το φως μόνο εκείνα που επιμένουν.  Η ενασχόληση με τη γραφή ενός μυθιστορήματος συνιστά μεγαλύτερη ευθύνη.  Είναι όπως ένας πετυχημένος μακρόχρονος γάμος μεταξύ της έμπνευσης και της επιμονής για εργασία.

Πόσο χρόνο σας πήρε η ολοκλήρωση του βιβλίου;

Η πρώτη νουβέλα ήρθε στο νου μου μια μέρα που περίμενα στην τράπεζα λίγο πριν φύγω πέρυσι τον Αύγουστο για το χωριό. Εκεί είπα να γράψω ένα διήγημα, μα τελικά βγήκε νουβέλα. Η ολοκλήρωση έγινε στην Αθήνα, μετά τον Αύγουστο. Όσον αφορά το δεύτερο, ήταν  μια προσπάθεια να γράψω ένα σενάριο ταινίας, πάνω σε ένα θέμα που με απασχολούσε από καιρό,  αλλά επειδή έχω, ως φαίνεται, κάποιο πρόβλημα με την έκταση, το χώρο δηλαδή, έγινε σενάριο ταινίας μεσαίου μήκους και ίσως μια μέρα γυριστεί. Προς το παρόν το διασκεύασα σε νουβέλα.

Η συγγραφή του υπήρξε μια επίπονη διαδικασία; Γενικά πώς είναι η συγγραφή ενός βιβλίου για σας; Με την εμπειρία έρχεται και η ευκολία ή εξαρτάται από το εκάστοτε θέμα (ίσως και την προσωπική διάθεση).

Όπως σας είπα και παραπάνω, η συγγραφή ενός διηγήματος είναι θέμα έμπνευσης και γράφεται μονοκόμματα. Αργότερα χτενίζεται, ίσως εμπλουτίζεται  και διορθώνεται. Όσο για το μυθιστόρημα, απαιτεί μια αρχιτεκτονική σύλληψη μέσα στο νου, τόσο άπιαστη που καμία σημείωση, κανένα προσχέδιο δεν μπορώ να κάνω και να τα έχω υπόψη. Είναι πράγματι επίπονη δουλειά να μεταφέρεις μια σκέψη, ασαφή και αφηρημένη, και να της δώσεις σάρκα και οστά πάνω στο χαρτί. Είναι κάτι που μερικές φορές με τρομάζει.  Η εμπειρία στη γραφή, έρχεται ασυναίσθητα, κι όμως σε κάθε φράση, σε κάθε διατύπωση της σκέψης, νιώθω πάντα αρχάριος.

Έχετε μια σταθερή παρουσία πια στα Ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα. Αυτό σας δημιουργεί κατά κάποιο τρόπο μια αίσθηση ευθύνης, ας πούμε για το επόμενο πάντα βιβλίο ή σας έρχεται θα λέγαμε φυσικά (ως δημιουργική ροή) ή τελικά σαν διαχρονική ανάγκη έκφρασης;

Στην τέχνη η ευθύνη έχει σχέση μόνο με την ποιότητα. Αν ένα βιβλίο αποτύχει κάνει μεγάλη ζημιά στα επόμενα που σχεδιάζεις να γράψεις.  Ίσως κάποια στιγμή πω στον εαυτό μου «Κάτσε στ’ αβγά σου τώρα!» που όμως ακόμα δεν το βλέπω. Στο συγγραφέα η ανάγκη έκφρασης σχετίζεται με το αναγνωστικό κοινό. Μπορείς να θέλεις να πεις κάτι, αλλά πρέπει να υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να σε ακούσουν.

Είσαστε βορειοηπειρώτης λογοτέχνης ή λογοτέχνης; Θα ήταν εύλογος ένας τέτοιος διαχωρισμός;

Είμαι ένας πεζογράφος. Το ότι είμαι Βορειοηπειρώτης, αυτό πολλές φορές μου υπαγορεύει και τη θεματολογία. Πιστεύω ότι ο συγγραφέας είναι συγγραφέας και γράφει σε μια συγκεκριμένη γλώσσα. Η θεματολογία βρίσκεται λίγο πολύ σε συνάρτηση με την ιστορία της ζωής του, αν και δεν είναι απαραίτητο.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε για Βορειοηπειρωτική λογοτεχνία; (Υπήρχε δηλαδή ανέκαθεν ή έχει δημιουργηθεί με τον καιρό κάποιο χαρακτηριστικό ύφος στα έργα Βορειοηπειρωτών λογοτεχνών ή είναι η κοινή δεξαμενή άντλησης των θεμάτων που τους προσδίδει μια ταυτότητα;)

Για Βορειοηπειρωτική λογοτεχνία άρχισαν οι άνθρωποι να μιλάνε μετά την αποκοπή μας από το υπόλοιπο έθνος.  Υπήρχαν και πριν το 1914 συγγραφείς με καταγωγή από τα μέρη μας για τους οποίους δεν είχε τότε κανένα νόημα να διαχωριστούν ως βορειοηπειρώτες. Στη συνέχεια, και μέχρι σήμερα, ναι, μπορούμε να μιλάμε. Και αυτός ο όρος θα υπάρχει μέχρι να υπάρχουν συγγραφείς που να ασχολούνται με αυτή τη θεματολογία, ή και να μένουν στα πατρογονικά εδάφη.  Για τα νέα παιδιά που ζουν στην Ελλάδα και θέλουν να ασχοληθούν με τη λογοτεχνία, δεν θα έχει κανένα νόημα να διαχωριστούν. Δηλαδή θα ξανάρθει η μέρα της πνευματικής συγκόλλησής μας με το υπόλοιπο έθνος. Προσωπικά θα προτιμούσα να χαρακτηριζόμουν συγγραφέας προερχόμενος από την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, καθώς  η ευρύτερη έννοια της Βορείου Ηπείρου δεν νομίζω ότι έχει στις μέρες μας κάποια σχέση με τα ελληνικά γράμματα. Ωστόσο η μακροχρόνια αποκοπή  από τον εθνικό κορμό δίνει στους δικούς μας ανθρώπους των γραμμάτων κάποια κοινά χαρακτηριστικά, ως προς τη χρήση της γλώσσας, την νοοτροπία, τα γούστα, την κοινή παιδεία κλπ.

Σας ευχαριστούμε πολύ. Να ελπίζουμε για μια πιο εκτενή συνέντευξη ή μια γενικότερη παρουσίαση του έργου σας στο μέλλον;

Είναι μεγάλη χαρά και τιμή για μένα και σας συγχαίρω για αυτή την προσπάθειά σας. Όπως και να ‘ναι, αν και ισχύει λιγότερο στην τέχνη, μου αρέσει να χρησιμοποιώ  και σε αυτή την περίπτωση, την αρχαία ρήση «η ισχύς εν τη ενώσει».

 

O Τηλέμαχος Κώτσιας κατάγεται από τα Βρυσερά της Δρόπολης. Έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων. Το μυθιστόρημα  του «Κώδικας τιμής» (εκδ. Ψυχογιός, 2013) τιμήθηκε με το “The Athens prize for Literature” του περιοδικού (δε)κατα.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση