ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΠΑΠΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΔΕΛΜΟΥΖΟ

Στο αφιέρωμα του περιοδικού Νέα εστία τον Οκτώβριο του 1958 για τον Αλέξανδρο Δελμούζο, συμμετέχει και η λογοτέχνης Κατίνα Παπά με ένα κείμενο που αποτελείται από δύο σκέλη. Στο πρώτο παρατίθενται πληροφορίες και σκέψεις της για τη ζωή και το έργο του, ενώ στο δεύτερο περιγράφεται μια επίσκεψή του στο σπίτι των αδελφών Παπά κατά την οποία προέκυψε και το πορτραίτο του, φιλοτεχνημένο από την ζωγράφο Αγλαΐα Παπά.

Ο Αλέξανδρος Δελμούζος (1880 – 1956) ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Θεωρείται από τους κύριους εκπροσώπους του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου (μαζί με τους Μανόλη Τριανταφυλλίδη και Δημήτρη Γληνό), ανώτατος επόπτης της Δημοτικής εκπαιδεύσεως, διευθυντής του Μαρασλείου Διδασκαλείου, καθηγητής της παιδαγωγικής στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κτλ.

 

 

ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΕΛΜΟΥΖΟΥ

***

Ένα καλοκαιριάτικο πρωινό κτύπησε την πόρτα μας ο Δελμούζος. Μόλις μπήκε «δε μου λέτε»; είπε ζωηρά και απότομα. «Εσείς μπορείτε να εργαστείτε τα βράδια μ’ αυτή την τρομερή τζαζ του «Extase» και το μεγάφωνό του;

– Όχι.

– Και τι κάνετε;

– Δεν εργαζόμαστε.

Χαμογέλασε.

– Εγώ όμως πρέπει να εργαστώ· δεν έχω καιρό για να χάνω. Σας έφερα να υπογράψετε μια αναφορά στην Αστυνομία για να πάψει ο θόρυβος, τουλάχιστον τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Τη συνέταξα και την υπέγραψα πρώτος· εσείς θα κάμετε τον κόπο, αφού την υπογράψετε, να την τριγυρίσετε στους γείτονες για να την υπογράψουν κι εκείνοι. Τη Δευτέρα θαρθώ να την πάρω.

– Γιατί να κάμετε τον κόπο, θα σας τη φέρομε εμείς.

– Μα θέλω και να τα πούμε.

Καταχαρήκαμε.

Είδε το πορτραίτο του Παπαντωνίου.

– Πέτυχες τον άνθρωπο· τούδωσες όλη τη δύναμη του ματιού του. Μόνο στο χρώμα τον έκαμες λίγο χλωμότερο από το πραγματικό. Ήτανε πιο ψημένος ο Παπαντωνίου, ηλιοκαμένος βουνίσιος, είπε στην αδελφή μου, και γυρίζοντας σε μένα.

– Θα κάμω τη σκιαγραφία του Γληνού, είπε απότομα και σταμάτησε, σαν να περίμενε την εντύπωση.

Δε μίλησα.

Πήγε κι ήρθε νευρικά στο δωμάτιο. Ύστερα από λίγο στάθηκε απέναντί μου και με σταυρωμένα τα χέρια, όπως συνήθιζε, συνέχισε.

– Είχε πολλές αρετές ο Γληνός· πρώτο· εξαιρετικά ξάστερο μυαλό, δεύτερο· διατυπωτική δύναμη, τρίτο· έμφυτο ρητορικό τάλαντο, τέταρτο· μεγάλη οργανωτική ικανότητα και πέμπτο· επιστημονική σκέψη. Επί πλέον ήταν ανώτερος χρημάτων· ποτέ δε θάκανε ο Γληνός τίποτε για τα χρήματα!

Σταμάτησε.

– Κι όμως πάψατε να τον αγαπάτε.

Με κοίταξε αυστηρά, σχεδόν θυμωμένα.

– Ήτανε πολιτικάντες!

– Εδώ διαφωνούμε.
– Θα σου φέρω παραδείγματα και θα πεισθείς.

– Όταν ο Γληνός προσχώρησε στο κίνημα του Βενιζέλου κι έφυγε κρυφά για τη Θεσσαλονίκη μου έγραψε πως ήταν κατάλληλη η ευκαιρία να πάω κι εγώ για να πείσουμε το Βενιζέλο να βάλει με νόμο τη δημοτική στα σχολεία. Τότε είχα την τύχη να διοριστώ σ’ ένα γαλλικό πλοίο και μπορούσα κάλλιστα να πάω, αλλά δεν πήγα.

– Κρίμα που δεν πήγατε.

– Α όχι, γιατί το πλοίο… τορπιλλίστηκε!

– Τότε ευλογημένη η ώρα που δεν πήγατε· αλλά γιατί αυτή την ενέργεια την λέτε «πολιτικάντικη»;

– Γιατί δεν είχαμε ακόμη βιβλία.

– Τα βιβλία θα τα φτιάχνατε σεις και ο Τριανταφυλλίδης με κατάλληλα συνεργεία από δασκάλους και λογοτέχνες. Άλλως τε είχατε έτοιμο υλικό: τις παραδόσεις του λαού μας· τα τραγούδια του και τα παραμύθια του· έφταναν αυτά για τα πρώτα βιβλία. Είναι κρίμα που δε συμφωνήσατε, θα είχε μπει από τότε με νόμο η Δημοτική στα σχολεία μας και θα τελείωνε η κακοδαιμονία μας.

Δεν το δέχεται.

– Στάσου ν’ ακούσεις το δεύτερο. Όταν έπεσε ο Βενιζέλος και ήρθε ο Ζαΐμης συμφωνήσαμε με το Γληνό να παραιτηθούμε και οι τρεις. Ο Τριανταφυλλίδης δε συμφωνούσε, μα τον πείσαμε. Τόσο και τόσο θα μας έπαυαν, γιατί να μη προλάβουμε να παραιτηθούμε; Εγώ τον γνώριζα το Ζαΐμη, γιατί ήταν γιατρός του Παπαδιαμαντόπουλου του υπασπιστή του βασιλέως και εξαδέλφου μου. Μπήκαμε και οι τρεις στο υπουργικό γραφείο. Μόλις με είδε ο Ζαΐμης… «Καλώς τον Αλέκο μου, καλώς ήρθες…» και άλλες διαχύσεις.

Το βλέπει αυτό ο Γληνός και με τραβάει από το σακκάκι.

– Μη τη δώσεις (την παραίτηση). Άσε να δούμε, μου ψιθύρισε. Εννοείται δεν τον άκουσα και την έδωσα!

– Τι κρίμα που δεν τον ακούσατε, θα μπορούσατε να επηρεάσετε το Ζαΐμη.

– Όχι, όχι. Σε λίγο έβγαλαν εντελώς τη Δημοτική από τα σχολεία και ξανάφεραν τα «ωά» και τα «ία». Αυτό ωφέλησε περισσότερο το Δημοτικισμό, γιατί οι δάσκαλοι τότε μόνον είδανε καθαρά και φώναξαν πως ήτανε καλύτερα τα «αυγά» και οι «μενεξέδες».

– Σωστά, μα δε βλέπω γιατί η στάση του Γληνού στα δύο αυτά επεισόδια ήτανε πολιτικάντικη και όχι φρόνιμη στάση ανθρώπου που θέλει να πετύχει το σκοπό του, που δεν ήτανε και παίξε γέλασε αυτός ο σκοπός.

– Έκανε πολιτική! είπε θυμωμένος.

– Η πολιτική δεν είναι έγκλημα, τόλμησα να πω κι εγώ κάπως έντονα, με τη σειρά μου. Η πολιτική είναι επιστήμη, νομίζω, που τη σπουδάζουνε χρόνια, και είναι και τέχνη μαζύ, γι’ αυτό και τόσο δύσκολη. Ο Γληνός τα είχε έμφυτα και τα δύο και την τέχνη και την επιστήμη.

Εδώ αγρίεψε ο Δελμούζος, μα κρατήθηκε. «Πολιτικός» μάλιστα το παραδέχομαι πως ήτανε, αλλά μπορεί να πετύχει κανείς οτιδήποτε στη ζωή χωρίς πολιτική; Και για το πιο παραμικρό πράμα, για να βρήτε, ας πούμε, μια καλή θέση σε μια παράσταση του Εθνικού θεάτρου χρειάζεστε πολιτική, αλλοιώς θα σας δώσουν τη χειρότερη. Γιατί την περιφρονείτε την πολιτική;

Η αδερφή μου πίσω από το καβαλέτο της σχεδίαζε. Παρά τη νευρικότητά του και την αεικινησία του τον είχε σκιτσάρει. Ο Δελμούζος το κατάλαβε.

– Αν ζωγραφίζεις εμένα μη το καταπιαστείς· δεν είμαι πια για ζωγράφισμα έτσι στραπατσαρισμένος που είμαι. Εδώ και είκοσι χρόνια, μάλιστα.

– Τι κοκεταρία! Εμένα τώρα μ’ αρέσετε, είπε η αδελφή μου εξακολουθώντας να τον σχεδιάζει. Γύρισε το καβαλέτο της και μας έδειξε το σχέδιο: Ορθός, με σταυρωμένα τα χέρια, με το σιγάρο στα δάχτυλα και το κεφάλι γυριστό πλάγια ανασηκωμένο και θυμωμένο.

– Έτσι άγριος είμαι; Μ’ έκαμες πολύ θυμωμένο.

– Έτσι είσαστε, πριν λίγη ώρα.

– Η αδελφή σου φταίει! Όμως δεν είναι το ύφος μου αυτό: αγέρωχο και θυμωμένο.

– Σταθείτε· θα σας ξεθυμώσω αμέσως. Παφ, πουφ με το κουρελάκι, που κρατούσε στο χέρι της, έσβησε το κεφάλι.

Ο Δελμούζος λυπήθηκε· «Γιατί τόσβησες»;

– Θα το ξανασχεδιάσω πιο ήσυχο. Αλλά, αλλάξετε και σεις τη συζήτηση.

Του άρεσε φαίνεται, γιατί άλλαξε αμέσως ύφος· ξαναγύρισε προς το μέρος μου.

– Εσύ, που είσαι ψυχολόγος, μπορείς να μου πεις γιατί, όταν γράφω για άλλους, γράφω γλαφυρά και με έξαρση και όταν πρόκειται να υπογράψω εγώ, γράφω δέκα σελίδες αμέσως και ύστερα τις στραγγίζω, τις στραγγίζω, όσο που στο τέλος γίνονται στεγνές. Ο Παπαντωνίου μου είπε μια φορά για κάτι που έγραψα: «Μου δίνεις, σε παρακαλώ, το πρώτο χαρτί σου;!» Το πρώτο ήτανε το καλύτερο. Πως το εξηγείς;

– Απλούστατα. Σε κείνο που θα υπογράψετε σεις, υπερισχύει μέσα σας ο Δάσκαλος από τον καλλιτέχνη και κάνετε μεγάλη αφαίρεση, ώσπου φτάνετε στο σκελετό. Κι ο σκελετός είναι βέβαια η αλήθεια, όχι όμως και η ομορφιά.

Του άρεσε φαίνεται η εξήγηση. Του άρεσε και το κεφάλι, όπως το ξανασχεδίασε η αδελφή μου.

– Τη Δευτέρα θάρθω να τα ξαναπούμε… μας είπε.

– Και ας υπερισχύσει αυτή τη φορά ο καλλιτέχνης, κ. Δελμούζο από το Δάσκαλο, για να μου ποζάρετε.

Έφυγε γελώντας.

Όταν ξανάρθε ήταν φρεσκοξυρισμένος, καλοχτενισμένος και με ατσάκιστη φορεσιά. Είχε αποφασίσει να ποζάρει.

Έτσι άρχισε το πορτραίτο του στις 20 Ιουνίου 1948.

Κατίνα Γ. Παπά

Νέα Εστία, 1 Οκτωβρίου 1958

 

 

Σημείωση: Κατά την μεταγραφή διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία του κειμένου, εκτός από τη μεταφορά σε μονοτονικό.

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση