Η ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑΣ ΝΥΦΗΣ

Από το λεύκωμα “Η Δρόπολις Βορείου Ηπείρου”.


 

Δροπολίτισσα
Νύφη από την Κάτω Δρόπολη

Ή στολή της Δροπολίτισσας νύφης δεν ήτο βαρύτιμος, όπως της Λιούντζης π.χ. ή του Ζαγορίου, άλλ’ ήτο λεπτή και ανοιχτόχρωμη, όπως η Δρόπολις. Ή νυφιάτικη στολή ερράβετο εις το Κάστρο παλαιότερα, που υπήρχαν καλοί και έμπειροι ραφτάδες, τα τελευταία όμως χρό­νια της Αλβανικής κατοχής, οι Δροπολίται της Κάτω Δροπόλεως επροτιμούσαν τον Κίτσο Κίκη από την Καλογοραντζή, το, Κώτσιο Μάσσιο από τη Δερβιτσάνη και το Γιαννάκη Κόντο και Φώτο Σιώκο από τη Γράψη. Πρώτος δίδει σύντομον περιγραφήν της δροπολίτικης στολής ο υπό το ψευδώνυμον ΔΕΥΣ τον Οκτώβριον του 1913 γράψας τας εντυπώσεις του από μίαν εκδρομήν εις την Λιούντζην και την Δρόπολιν. Ο ΔΕΥΣ δίδει την εξής σύντομον περιγραφήν της δροπολίτικης στολής. «Άσπρο μακρύ υποκάμισο έως κάτω από τα γόνατα κ’ επάνω ένα πάλι άσπρο μάλλινο ή λινό φόρεμα στενά κολλημένο στο κορμί και με κόκκινα κρόσια στις άκρες. Μπροστά είναι ανοιχτό και πίσω δύο τριγωνικά κομμάτια από μαύρο ή βαθύ πράσινο ύφασμα, σαν να σφίγγουν τις πλά­τες έως τη μέση, πού ζώνεται με ζωνάρι πλουμι­στό. Κεντητή ποδιά μπροστά και στα μανίκια πούχαν μανικέτια από βελούδο. Άσπρο μαντήλι τεχνικά δεμένο στεφανώνει το κεφάλι και δίνει τον τόνο σ’ όλη τη στολή, πού άσπρη στο βάθος φαντάζει με τες ολίγες χρωματιστές γραμμές των γαϊτανιών και του βελούδου. Απλή κ’ εύγραμμη η στολή αυτή, ελαφρή και ταπεινή συγ­χρόνως ταιριάζει τόσο καλά στη σκληρή δουλειά του κάμπου. Χωρίς να παραγεμίζει, αναδείχνει κα­θαρά κάθε γραμμή του σώματος και δίνει ελευ­θερία στην κίνησι και αέρα στο σύνολο. Έτσι λιτή και αυστηρή χαρακτηρίζει θαυμάσια την αφελή και γερή ζωή της ελεύθερης δουλειάς και του ανοιχτού κάμπου. Την ίδια τούτη φορεσιά έχουν όλα τα χωριά της Δρόπολης κι απέναντι από το Λυμπόχοβο και κάτω». (Μιλτ. Α. Οικονομίδου, Ηπειρωτικόν  Ημερολόγιον 1914, σελ. 160).

ΔεροπολίτισσαΣυνήθως ή δροπολίτικη στολή αποτελείτο από πόχες με τελατίνι κόκκινο, καμωμένες εις τούς τσαρουχάδες του Αργυροκάστρου, και εις τα τελευταία χρόνια, ως τα 1930 πού ήσαν εν χρήσει, ηγοράζοντο από το δροπολίτικο τσαρουχάτικο του Θ. Λέκκα από την Καλογοραντζή. Τις κόκκινες αυτές πόχες, με την ωραία φούντα μπλε ή άσπρη, φορούσε ή νύφη την δευτέραν ημέραν του γάμου, όταν θα εγίνοντο οι «βίσντες» εις τα συγγενικά σπίτια, διά να φάγουν τηγανίτες με το μέλι και να πιουν ρακή με το πεκμέζι. Απα­ραίτητος ήτο διά την νύφην, αλλά και διά την επίσημον δροπολίτικην στολήν ή chήτα, επενδύτης χωρίς μανίκια. Την chήταν, πού προεξείχεν όπισθεν, την έρραβαν ειδικευμένοι ραφτάδες από σιαγιάκι πολύτιμον με πολλά σειρήτια μεταξωτά εις τις γωνίες, την εφορούσεν ή νύφη σαράντα ημέρας συνεχώς και έπειτα κατά τας μεγάλας εορτάς του χρόνου, κατά τα τρία πρώτα έτη του γάμου της. Κάτω όμως από την chήταν εφορούσε το διπλάρι, καμωμένο από καλό βαμβάκι, από τα μανίκια του οποίου αναρτούσαν τεχνηέντως τα «απανωμάνικα», μεγάλα μανίκια, όπως του παπά και κεντημένα με ταντέλλες πλεκτές με το χέρι, πού προεξείχαν και έδιδαν εις την όλην εμφάνισιν κάτι τι το αέρινον. Κάτω από το διπλάρι, από τη μέση ακριβώς, εκρέματο το φουστάνι, ολόλευκο και με πολλές πτυχές, πού έδιδε με την λευκότητά του μια αγγελική θωριά εις την νύφην· το φουστάνι το έσφιγγεν ή νύφη με τη «ζώνη», ένα μεγάλο ζωνάρι κατακόκκινον, μήκους δύο περίπου μέτρων, πλεγμένον εις τούς καλύτερους αργαλειούς και το όποιον δεμένον με επιδεξιότητα, κατέληγεν εις κρόσια με πολλούς γύρους χρυσοϋφασμένους. Το φουστάνι, πού ελέγετο παλαιότερον «ρουτί» έφθανεν ως τον αστράγαλον. Εις τα πόδια ή νύφη φορούσε τις «κάλτσες», πλεγμέ­νες με το χέρι ή τον αργαλειόν, πού έφθαναν επάνω από το γόνατον· επάνω εις τις «κάλ­τσες» εφορούσε «τις πατούνες ή πατούσες», κεντησμένες με λουλούδια ή πουλιά εις λευκόν φόν­το. Επάνω από το διπλάρι εφορούσε το «γελέκι», από βελούδο κόκκινον ή πράσινον με πολλές σει­ρές κουμπιά και το όποιον, διά να δώση λεπτήν εμφάνισην εις την νύφην, εσφίγγετο επάνω με το ζωνάρι, πλεγμένον με το χέρι, αλλά και καμμιά φο­ράν, αν ή νύφη ήτο πλουσία, ήτο και ασημοζώναρο με δυο μεγάλες ασημένιες ή φλωροκαπνισμένες πόρπες. Εις το κεφάλι ή νύφη έφερε τη «σκούφια» ολοκόκκινην από κατηφέ ή τσόχα. Ή σκούφια εκάλυπτε το επάνω μέρος της κεφαλής και έφθανεν ως το μέσον του μετώπου· είχε ή σκούφια γύρω γύρω πολλά κρόσια μεταξωτά, κόκ­κινα και μαύρα ανακατωμένα. ‘Όλος ό γύρος της σκούφιας είχε σειρές φλωριά ή φλωροκαπνισμένα ευτελή νομίσματα, συνήθως οβολούς ή διώβοβολα χάλκινα, φέροντα την εικόνα του Γεωργίου Α’ και έτος το 1872.

Στολή Δερόπολίτισσας νύφηςΑπό τα αυτιά της νύφης, πού ήσαν τρυπημένα, εκρέμαντο σκουλαρίκια πολύτιμα. Απαραίτητον στόλισμα της νύφης ήτο ή τραχηλιά. Και αυτή είχε πολλά φλωριά, αν ή νύφη ήτο πλούσια, ή φλωροκαπνισμένα χάλκινα ελληνικά ή ιταλικά νομίσματα. Εκείνο όμως που έδιδεν ιδιαιτέραν χάριν εις την δροπολίτικην νύφην, ήτο το δέσιμο της κεφαλής, το «πόσι» ή το «τσάλμα», όπως ελέγετο εις την Γορίτσαν και τούς Τεριαχάτες και εις μερικά άλλα χωριά της Κάτω Δροπόλεως. Το πόσι αποτελείτο από λευκόν ύφασμα, μήκους δύο μέτρων, το όποιον περι­έβαλε την κεφαλήν με μεγάλην χάριν και κατέληγεν εις σχήμα χωνίου. Την ημέραν του γάμου ή νύφη, διά να φαίνεται ωραία ή σκούφια με τα πολλά φλωριά, δεν έδενε το κεφάλι με το πόσι, αλλ’ απλώς εκάλυπτε το επάνω μέρος με μεταξωτόν μαντήλι. Το επίσημον δέσιμον εγίνετο την πρώτην Κυριακήν μετά τον γάμον, όταν ή νύφη θα επήγαινεν εις την εκκλησιά, διά να πάρη την ευχήν από τον ιερέα του χωριού. Εις το δέσιμον της κεφαλής διεκρίνοντο, κατά τα τελευταία χρό­νια προ του πολέμου, αι Δουβιανίτισσαι, διότι με μεγάλην επιδεξιότητα και χάριν έδεναν το «πόσι». Διά τούτο και αι άλλαι δροπολίτισσαι έλεγον χαριεντιζόμεναι, διά να πειράξουν συγχωριανήν των διά το λεπτόν δέσιμον του «πόσι»: «σα δουβιανίτισσα έδεσες το πόσι σου». Αι ανύπαντραι δροπολίτισσαι εφορούσαν «τη μονέτρα», λεπτόν λευκόν ύφασμα, ριγμένον εις την κεφα­λήν με απλότητα και το όποιον εκάλυπτε ολό­κληρον το μέτωπον.

Την νυφιάτικη δροπολίτικην στολήν εθαύμασαν και αυτοί οι ρώσοι καλλιτέχναι, οι όποιοι, κατά πρόσκλησιν του άρχοντος του αλβανικού Κρεμλίνου, Έμβέρ Χότζα επεσκέφθησαν το Αργυρόκαστρον και την Δρόπολιν το 1948. Από την Δερβιτσάνην επήρε ό Χότζα την ωραίαν στολήν της Άγ. Μάνου, συζύγου του αγαπητού μου Μ. Μάνου, και την προσέφερεν εις αυτούς ως δώρον. Σήμε­ρον ή στολή αύτη είναι εκτεθειμένη εις το εν Μόσχα Μουσείον Λαϊκών Τεχνών της Βαλκανικής. (Την πληροφορίαν ταύτην οφείλω εις τον φίλον Μ. Μάνον).

Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος

 

Λεύκωμα “Η Δρόπολις Βορείου Ηπείρου”. Εκδόσεις της εν Αθήναις Ενώσεως Δροπολιτών Ο ΔΡΙΝΟΣ (Τύποις SCRIPTA, Κρατίνου 11, Αθήναι) 1965, σελ. 34-35.

Οι φωτογραφίες που πλαισιώνουν το κείμενο είναι από το λεύκωμα Η Δρόπολης, ενώ η κύρια φωτογραφία του άρθρου (Το κόσμημα του στήθους), από την ιστοσελίδα gewrgoutsates.blogspot.gr

 

Share on Facebook117Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση