Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΠΙΣΤΡΙΤΣΑΣ (ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΤΡΙΔΗ)

Ανάμεσα στους θρύλους που κατέγραψε στις πολυετείς του έρευνες ο λόγιος Αθανάσιος Πετρίδης είναι και ο σχετικός με το στοιχειό του ποταμού Μπίστριτσα, ο οποίος ήταν διαδεδομένος στην επαρχία Δελβίνου. Αν στην προκειμένη περίπτωση η αφήγηση καθαυτή φαίνεται να συμπίπτει στο μεγαλύτερο μέρος με τις λαϊκές δοξασίες, χρήζει ενδιαφέροντος και προσοχής η εκ μέρους του τοποθέτηση του συμβάντος στα Χαμογιόφυρα όπως και ο σχολιασμός που ακολουθεί.  

Ο πρωταγωνιστής γέρος που απάλλαξε τον τόπο από το δράκο, ταυτίζεται με τον άγιο Δονάτο, έναν έτερο δρακοκτόνο του οποίου ο μύθος είναι επίσης γνωστός στις όμορες περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό της συγχώνευσης των δύο παραδόσεων, έχουμε και τη συσχέτιση των Χαμογέφυρων, όπου κατά τον Σωζομενό (5ος αιών. μ.Χ.) «εφώλευε ο δράκοντας», με ορισμένα γεφύρια πλησίον του χωριού Καινούργιο τα οποία κατά τον Πετρίδη φέρουν και στην εποχή του την ίδια ονομασία. Πρόκειται για μία από τις πολλές απόπειρές του, να εντοπίσει σε σημεία κοντινά της ιδιαίτερης πατρίδας του, οικισμούς και τοποθεσίες που απαντώνται σε έργα αρχαίων συγγραφέων  –απόπειρες οι οποίες αποτέλεσαν πηγή αντιπαραθέσεων με άλλους λογίους που έγραψαν για την Ήπειρο. 

Ωστόσο, στον σχολιασμό του διαχωρίζει τους συμβολισμούς των δύο θρύλων τοποθετώντας σε μια αρχαιότερη εποχή τον σχετικό με τη Μπίστριτσα, καθώς μέσω αυτού «εξηγείται» το πώς δημιουργήθηκε η λίμνη του Βουθρωτού, ενώ ο αφορών τον άγιο εντάσσεται στη θαυματουργή του δράση. Ασχέτως της ορθότητας ή μη των ερμηνειών του, η μνεία στη «θάλασσα της λάσπης» στα χωριά και στον κάμπο, αποτελεί  αφορμή ώστε να μας παραθέσει μερικές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την περιοχή.

 

 

Στα Χαμογιόφυρα μια φορά τον παλιό καιρό ήταν ένα φίδι μεγάλο, ένας δράκος που κάθονταν μέσα στο λόγγο και άμα πεινούσε σφύριζε τόσο δυνατά ώστε έτρεμε ο λόγγος και ο τόπος όλος. Ορμούσε λοιπόν και άρπαζε βόδια, πρόβατα, ανθρώπους, ό, τι και αν εύρισκε και ρήμαζε ο τόπος από το φόβο. Κανείς δεν τολμούσε να περάσει από το δρόμο αυτόν προς το Βιβάρι. Όσοι πέρασαν τους έφαγε ο δράκος. Όλος ο κόσμος συλλογιόταν πως να γλυτώσουν από το φοβερό θεριό και κανένας δεν μπορούσε να βρει τρόπο. Τότε ένας γέρος[1] είπε: Ε, παιδιά, εγώ θα γίνω θυσία κι αν γλυτώσω, καλά, αλλιώς ας χαθώ. Μόνο να μου φέρετε έναν γάιδαρο, επειδή ο δράκος τα γαϊδούρια αγαπάει περισσότερο να τρώει. Να είναι φορτωμένος κάρβουνα αναμμένα από μέσα να μη καίγονται τα σακιά. Εγώ θα πάρω το γάιδαρο, θα τον πάω εκεί κοντά, θα σφυρίξω και ο δράκος θα ορμίσει να τον χάψει. Τα αναμμένα κάρβουνα θα κάψουν τα σωθικά του θεριού και θα ψοφήσει και θα γλυτώσουμε με τη δύναμη του Θεού. Έτσι κι έγινε.

Πήγε ο γέρος με το γαϊδούρι φορτωμένο, το έδεσε σε ένα δέντρο, και σφύριξε. Άκουσε ο δράκος και πήδηξε τα κλαριά, ώστε έτρεμε ο λόγγος και ο γάιδαρος από το φόβο του γκάριξε. Τότε όρμισε πάνω του και τον έκανε μια χαψιά. Αλλά δεν πέρασε ώρα πολλή και τ’ αναμμένα κάρβουνα έκαιγαν τ’ άντερα του θεριού. Και εξαιτίας τούτου άρχισε να σφυρίζει τρομερά, να πέφτει τ’ ανάσκελα, φούσκωσε η κοιλιά του, πρήστηκαν τα μάτια του απ’ όπου έβγαιναν φλόγες και φυσούσε τόσο που έτρεμε ο κάμπος όλος. Ο γέρος τα έβλεπε όλα αυτά κρυμμένος σε ένα βράχο. Τέλος πάντων, μπήγει μια φωνή ο δράκος και φωνάζει κλαίγοντας: «που είσθε μάνα μου θάλασσα και αδελφή μου Μπίστριτσα, κάηκα! Νερό, φέρτε μου». Και έτρεξαν αμέσως· η θάλασσα έπνιξε τον κάμπο και έγινε τότε η θάλασσα της Λάσπης και η Μπίστριτσα φούσκωσε και έπνιξε τα χωριά, αλλά τον δράκο δεν πρόφτασαν να τον γλυτώσουν. Έσκασε και βρώμησε ο τόπος. Πριν ψοφήσει, ο δράκος έτρεξε προς τη Μπίστριτσα και ξέρασε. Τα ξερατά του εκσφενδονίζονταν τόσο μακριά από το φύσημά του, που έφταναν στο βουνό Σοπότι και έγιναν δύο ζωνάρια στην πλαγιά του βουνού πάνω απ’ τα χωριά Γαρδικάκι, Κακοδίκη και Πετσά της επαρχίας Δελβίνου. Και γλύτωσε ο κόσμος από το δράκο.  

Αυτή είναι η παράδοση που υποστηρίζει την καταστροφή του θηρίου από τον άγιο Δονάτο με προσθήκες μυθολογικές, οι οποίες αλληγορικά σημαίνουν φυσικές και γεωλογικές αλλοιώσεις του εδάφους της πεδιάδας του Δελβίνου, όπως συνηθίζεται στους Έλληνες (…) Βρίθει η ελληνική μυθολογία των αρχαίων χρόνων από τέτοιες συμβολικές παραστάσεις, την ερμηνεία των οποίων επιχείρησε, όπως είναι γνωστό, ο γερμανός σοφός Κρέϋζερ, που έγραψε για το θέμα σοφό πόνημα τιτλοφορούμενο «Συμβολική Μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων». Μπορεί όμως να παρατηρήσει κανείς ότι εδώ συγχέονται δύο περιστατικά, το του αγίου Δονάτου και το της συμβολικής μυθολογίας των αρχαίων. Πράγμα που ούτε ο σοφός γάλλος (;) μπόρεσε να αποφύγει, εξαπατημένος από τη σύγχυση και μη διακρίνοντας τα του αγίου Δονάτου, τη βιογραφία του οποίου αγνοούσε και συνεπώς τα περί δράκοντα. Εμείς όμως διακρίνουμε την παράδοση σε δύο μέρη: α) αυτό που αφορά τον άγιο Δονάτο και β) αυτό που αφορά τις φυσικές μεταβολές, που είναι πολύ αρχαιότερο από το ιστορικό του αγίου. Τουλάχιστον ο Στράβων, κάνει μνεία του πηλώδους λιμένος (λάσπης κοινώς) και ο Βιργίλιος του Σιμόεντος, οι πηγές του οποίου βρίσκονται κοντά στην πατρίδα μου Δρόβιανη προς τα δυτικά.

Αλλά δύο από τις πηγές είναι σπουδαίες γεωλογικώς. Η μια επειδή είναι αλμυρή και απ’ αυτή κατασκευάζουν αλάτι οι συμπατριώτες μου, ονομάζεται δε η θέση άρμη και είναι γνωστή στον φιλόσοφο Αριστοτέλη ο οποίος καλεί την επαρχία Χαονία. Κατά πόσο αυτό είναι αληθές, θα το εξετάσουμε άλλη φορά. Η δεύτερη, είναι κοντά στο χωριό Πετσά και ονομάζεται Χούχλος από τους ντόπιους γιατί το νερό κοχλάζει όταν εξέρχεται και ρέει προς τα κάτω. Έχει δε σχέση με τα γεωλογικά στρώματα του βουνού Σοπότι, τα λεγόμενα ζωνάρια του βουνού. Και σήμερα ακόμα ο ποταμός Σιμόεις πλημμυρίζει και καταποντίζει την πεδιάδα του Δελβίνου κατά τον Οκτώβριο όσες φορές συμπέσει πολυομβρία. Ενώνεται δε μετά, με τον πηλώδη λιμένα και σχηματίζει απέραντο έλος σε όλη την πεδιάδα ενώ εξέχουν οι λόφοι με τα χωριά.

Καταστρέφονται οι αραβόσιτοι που σπέρνουν οι ατυχείς χωρικοί και αναγκάζονται να τους μαζέψουν με το νερό να φτάνει μέχρι το στήθος τους. Σημειωτέον δε ότι οι πλημμύρες αυτές καθιστούν την πεδιάδα ευφορότατη. Πολλές φορές σκέφτηκα να βρω με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να απαλλαγούν οι κάτοικοι από τα δεινά των ζημιών. Μελέτησα το ζήτημα και βρήκα τη λύση πολύ εύκολη, αν κάποια εταιρία αναλάβει την εργολαβία αυτή. Δύο πράγματα πρέπει να κάνει η εταιρία ώστε τα νερά να χύνονται «φυσικώς» στη θάλασσα: α) να έχει βορβοροφάγο η οποία να καθαρίζει τα στόμια του ποταμού Σιμόεντος (σ.σ. Μπίστριτσα) στο Βουθρωτό, διότι εκεί συσσωρεύεται τόση λάσπη ώστε και τα πλοία που εκπλέουν από το Βουθρωτό αναγκάζονται να περιμένουν την παλίρροια της θάλασσας, ώστε να εξέλθουν από τον ποταμό τον οποίο διαπλέουν έως ένα σημείο. β) στο σημείο αυτό να αφαιρέσει κάθε εμπόδιο των υδάτων, είτε βράχος είναι είτε γήλοφος και τότε ο πηλώδης λιμήν (η λάσπη κοινώς) αποξηραίνεται και ο ποταμός αποκαθίσταται πλωτός μέχρι το Μεσοπόταμο, όπου βρίσκεται το μοναστήρι του αγίου Νικολάου επί ναού αρχαίου ελληνικού, στο οποίο διατηρούνται πολλά αριστουργήματα γλυπτικής, ιδίως δε ένας περίφημος δράκοντας, αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Το 1859, όταν βρισκόμουν στην Κωνσταντινούπολη έκανα αναφορά στην Υψηλή Πύλη για τον ποταμό κτλ. Απευθύνθηκα και στην αγγλική πρεσβεία όταν ήταν ο Λαγιάρδος, ώστε δια του αρμοστή της Κέρκυρας να γίνουν επιτόπιες μελέτες κλπ. Αλλά επειδή κινδύνεψε ο πολύκλαυστος αδερφός μου Κωνσταντίνος, παράτησα όλα τα σχέδιά μου και επέτρεψα μαζί του στην πατρίδα. Έκτοτε η κατάσταση της επαρχίας είναι ίδια, διότι λείπουν οι δραστήριοι άνδρες. Εύχομαι από καρδιάς να φανούν στο μέλλον τέτοιοι, διάδοχοί μας…

Αθανάσιος Πετρίδης, Φωνή της Ηπείρου, 27.08.1893 – 03.9.1893.

Μεταφορά στη δημοτική: Ν. Θαλασσινός

 

 

[1] Ο γέρος ήταν ο άγιος Δονάτος με την προσθήκη του γαϊδάρου κλπ. νομίζω, από το λαό.

 

Σημείωση:

Τα κείμενα των λογίων της εποχής αναρτώνται για το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν κάποιες πληροφορίες που διασώζονται σε αυτά, όπως και για το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι τα στερήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο φρονούμε ότι ο αναγνώστης πρέπει να είναι προσεκτικός όσον αφορά ορισμένα στοιχεία που παρατίθενται, τα οποία θα ήταν καλό να διασταυρώνονται, αν είναι δυνατόν, πριν υιοθετηθούν ως αξιόπιστα.  

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Βασίλης Κρεμμύδας.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση