ΜΙΑ ΠΡΩΙΜΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ «ΔΕΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑΣ»

 

Το δημοτικό τραγούδι «Δεροπολίτισσα» είναι από τα πιο γνωστά και προσφιλή όχι μόνο στην περιοχή της Δρόπολης αλλά και σε όλη την Ήπειρο. Κατά καιρούς έχουν γραφτεί κείμενα γι’ αυτό και έχει συμπεριληφθεί σε συλλογές, ενώ διάφορες ηχογραφήσεις έχουμε από το πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα κι έπειτα.

Μια από τις πρώτες καταγραφές του σε έντυπο, αν όχι η πρώτη[1], είναι εκείνη του σημαντικού λόγιου από τη Δρόβιανη Αθανάσιου Πετρίδη. Ο Πετρίδης, ίσως περισσότερο γνωστός για μια από τις δημοσιεύσεις του «Χρονικού της Δρόπολης»,  ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα που συγκέντρωνε λαϊκές παραδόσεις, ιστορικά έγγραφα του τόπου του και της ευρύτερης περιοχής και αρθρογραφούσε σε εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά του τέλους του 19ου – αρχές 20ου αιώνα (για ποικίλα θέματα, ιστορικά, γλωσσολογικά κτλ). Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής δημοσιεύει στα «Νεοελληνικά ανάλεκτα του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσού», έτος 1870, μια εκδοχή του ιστορικού δημοτικού άσματος που αναφέρεται στις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών κατά την Οθωμανική Περίοδο (οι απόψεις διίστανται σχετικά με το ποιο κύμα εξισλαμισμών ή άλλο γεγονός ενέπνευσε τη λαϊκή Μούσα). 

Διαβάζοντας το κείμενο, δεν μπορεί να μη σταθεί κανείς στη χρήση του όρου Δρυϊνουπολίτισσα εκ μέρους του κατά την καταγραφή. Ο αναγνώστης καλείται να θεωρήσει ως δεδομένο, πως οι χωρικοί, ας πούμε στον κάμπο της Δερόπολης ή και κάπου αλλού, θα χρησιμοποιούσαν  τη λέξη αυτή όταν απέδιδαν το πασίγνωστο τραγούδι. Κάτι που φυσικά φαντάζει απίθανο! Κατά πάσα πιθανότητα έχουμε μια λόγια παρέμβαση του ιδίου με σκοπό τον «καθαρισμό» του σημαντικού αυτού πολιτιστικού επιτεύγματος από γλωσσικούς «χυδαϊσμούς». Και η τάση αυτή διαφαίνεται από την πρώτη κιόλας λέξη του σύντομου σχολιασμού του. Στην παραπομπή της λέξης Δρυϊνούπολη κάνει λόγο για εκχυδαϊσμό και παραφθορά σε Δρόπολη, όπως και για παραμόρφωση και μεταποίηση ονομάτων πόλεων και χωρών. Προφανώς και θα πρόκειται για μια απόπειρα επαναφοράς των αρχικών «ενδεδειγμένων» ονομασιών. Θα μπορούσε να επισημανθεί στην περίπτωση αυτή ο απόηχος της χρήσης αρχαίων ονομασιών, για τοποθεσίες και λαούς από χρονογράφους των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου. Φέρνουμε ως «ακραίο» παράδειγμα τον ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη (15ος αιων.) ο οποίος χρησιμοποιεί αρχαίες ονομασίες όπως Σκύθαι, για τους Τούρκους, Τριβαλλοί για τους σύγχρονους Σέρβους, Μυσοί, για τους σύγχρονους Βούλγαρους κτλ.[2]   

Στον απόηχο αυτό, ο Πετρίδης έχει να επιδείξει κι άλλα δείγματα εξαρχαϊσμού και αποσκορακισμού «ανεπιθύμητων» όρων της γλώσσας στα κείμενά του. Το πιο γνωστό ίσως σε μας παράδειγμα είναι η  δημοσίευση του «Χρονικού της Δρόπολης» (ή «Χρονικού της Δρυϊνούπολης») υπό τον τίτλο «Χρονικόν Δρυοπίδος», κάνοντας έτσι αναφορά στο αρχαίο φύλλο των Δρυόπων[3]. Βέβαια οι παρεμβάσεις κατά την συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών είναι ένα φαινόμενο που, για διάφορους λόγους, συναντάται συχνά στους σύγχρονούς του καταγραφείς αλλά και σε μεταγενέστερους συγγραφείς[4]. Για να μείνουμε στην περιοχή της Δρόπολης, αξίζει να σημειωθεί πως το ίδιο το προαναφερθέν χρονικό είναι ένα λόγιο κατασκεύασμα των αρχών του 18ου αιώνα[5]

Όσον αφορά τους Βορειοηπειρώτες λογίους (αλλά και γενικά) θα έπρεπε να τονιστεί πως πρόκειται για ανεπαίσθητα «μειονεκτήματα»[6] εκ μέρους τους σε σχέση με την προσφορά τους! Αν λάβει κανείς υπόψη τα μέσα και τις συνθήκες της εποχής, συνειδητοποιεί την ανεκτίμητη αξία του έργου τους και το τεράστιο κενό που θα επικρατούσε στον χώρο αν δεν υπήρχαν οι φωτισμένοι αυτοί άνθρωποι!  

Ο Παναγιώτης Αραβαντινός πάντως, γνωστός ιστοριοδίφης και συγγραφέας του 19ου αιώνα,  στην δική του καταγραφή χρησιμοποιεί τον όρο Δροπολίτισσα.[7]

Κατά συνέπεια, θα ήταν δικαιολογημένη η οποιαδήποτε καχυποψία σχετικά με τις καταγραφές του Αθανάσιου Πετρίδη (και γενικά των συγγραφέων της περιόδου). Δεν μπορούμε δηλαδή να είμαστε σίγουροι αν τα επιφωνήματα Ω! (-Δρυϊνουπολίτισσα) και Ωχ! (-καημένη) αποτελούν αποσπάσματα καταγραφής κάποιας παραλλαγής του τραγουδιού ή «μεταποίηση» του ιδίου. Σε μεταγενέστερες εκδοχές και στο τραγούδι όπως τραγουδιέται σήμερα, έχουμε το επιφώνημα Μωρ (-Δεροπολίτισσα) και Μωρ (-καημένη). Στην κοντινή χρονικά καταγραφή του Αραβαντινού, το έτος 1880, έχουμε τον όρο μωρή (-καυμένη). Ίσως να πρόκειται για μια απόπειρα απόκρυψης του «μαλλιαρού» μωρέ και αντικατάστασή του με το πιο εύηχο και «ελληνοπρεπές» επιφώνημα Ω.

Η ίδια αμφιβολία φρονούμε, αν και δεν αποκλείεται να πρόκειται για απόσπασμα κάποιας  παραλλαγής (!), πως ισχύει και για τον στίχο «Αχ! πως νάχω κι εγώ νου;» ο οποίος επιστεγάζει την θρηνητική κραυγή που αποτελεί το συγκεκριμένο τραγούδι. Σε καμιά από τις γνωστές παραλλαγές δεν συναντάται ο συγκεκριμένος στίχος.

Πρόσθετος σε σχέση με μεταγενέστερες εκδοχές φαίνεται να είναι και ο στίχος «και μας πάνουν ’ς τα Τζαμιά».

Εντύπωση προκαλεί τέλος, η αναφορά του Πετρίδη, εκτός  από τα περίφημα φέσια με τα χρυσά και αργυρά νομίσματα των γυναικών της Δρόπολης, σε λευκές φουστανέλες που επίσης φορούν «ώσπερ άνδρες και φαίνονται αληθώς Αμαζόνες»!

 

Η καταγραφή:

Β΄ Ιστορικά

8

Ήπειρος

Η Δρυϊνούπολη(1), Επαρχία της Ηπείρου, καλούμενη σήμερα Επαρχία Αργυροκάστρου, πέφτοντας στην εξουσία των Τούρκων, όπως και οι άλλες κλασικές χώρες, υπέστη πολλά κακά από τους εχθρούς αυτούς, όπως σφαγές, αιχμαλωσίες, πυρκαγιές κτλ. Όλα αυτά διεκτραγωδούνται περιπαθέστατα στο εξής δημοτικό τραγούδι, στο οποίο ζωγραφίζονται οι αιχμαλωσίες και σφαγές πολλών Ηπειρωτικών οικογενειών φυσικότατα και αφελέστατα.  

Ω Δρυϊνουπολίτισσα
Ωχ! Καϋμένη!
Ω Δρυϊνουπολίτισσα
Ωχ! Ζηλεμένη! (2)
Βαλ’ το φέσι σ’ ομπροστά
Ω! καϋμένη!
Βαλ’ το φέσι σ’ ομπροστά
Ζηλεμένη!
Και σύρε ’ς την εκκλησιά
με λαμπάδες, με κεριά
και με μοσχοθυμιατά,
και προσκύνα για τ’ εμάς
την κυρά την Παναγιά,
τι μας πήραν η Τουρκιά
και μας πάνουν ’ς τα Τζαμιά
να μας σφάξουν ’σαν ταρνιά,
’σαν ταρνιά την Πασχαλιά,
τα κατσίκια τ’ αγιωργιού.
Αχ! πως νάχω κι εγώ νου;
Ωχ! Καϋμένη!
Αχ! πως νάχω κ’ εγώ νου;
Ζηλεμένη!

 

  1. Το όνομα τούτο σώζεται στον τίτλο του Μητροπολίτη, του αποκαλούμενου «ο Δρυινουπόλεως». Επί Βυζαντινών λέγονταν και Αργυροπολίχνη. Χυδαϊστί λέγεται σήμερα βεβαίως κατά παραφθορά «Δερόπολις». (Δες Κριτικές μου περί Δωδώνης Επιστασίας εκδοθείσας 1866 σελ. 14-15-16-17). Για την παραμόρφωση και μεταποίηση των ονομάτων των πόλεων και χωρών της Ελλάδας κατά τους σιδηρούς αιώνες δες Ιωνία, περιοδικό Αθηνών του 1846, φυλλαδ. Β’. σελ 35 εκδιδόμενο από τον μακαρίτη Γ. Αινιάν.

  2. Σημειωτέον ότι σε κάθε στίχο, τραγουδισμένο δύο φορές, επαναλαμβάνονται οι λέξεις «καϋμένη» και «ζηλεμένη» εναλλάξ. Τραγουδιέται δε το τραγούδι αυτό σε γαμικά συμπόσια, σε πανηγύρια κλπ. Οι Δρυινουπολίτισσες φορούν φέσια στην κεφαλή τους γεμάτα από νομίσματα χρυσά και αργυρά, όπως και λευκές φουστανέλες σαν άντρες και φαίνονται αληθινές Αμαζόνες.

Αθανάσιος Πετρίδης

Νεοελληνικά ανάλεκτα, τόμος Α, 1870, σελ. 74-75

 

 

[1] Νίκος Θ. Υφαντής, Ένα τραγούδι για τη μοίρα της Βορ. Ηπείρου, Πρωινός Λόγος 15/12/2014

[2] Λαόνικου Χαλκοκονδύλου Αθηναίου, Αποδείξεις ιστοριών δέκα, σελ. 9 (οι μεν γαρ Σκυθών απογόνους τους Τούρκους οίνται είναι), σελ. 26 (Στέπανος εγένετο βασιλεύς Τριβαλλών), σελ. 29 (Βούλγαρους μεν τούτους, ους  γε Μυσούς ονομάζομεν)

[3] «δημοσίευσε ολοκληρωμένο, με αρχή και τέλος, το Χρονικό της Δρόπολης με τίτλο Το Χρονικό της Δρυοπίδος. Ο τίτλος αυτός μαρτυράει τον υπερβολικό συναισθηματισμό του Πετρίδη γιατί συνέδεσε το Χρονικό με τη μικρή αρχαία φυλή των Δρυόπων…» Φίλιππας Λίτσιος, Το χρονικό της Δρόπολης, Neraida, 2008,

[4] «Η γλώσσα των τραγουδιών, που μας πρωτοδίνει ο Φωριέλ, θα πρέπει να είναι η φυσιολογική νεοελληνική, που ο ίδιος εξυμνεί στον «Εισαγωγικό Λόγο» του (I σελ. CXXIV, ελλ. εκδ. σελ 74). Οι ανωμαλίες της οφείλονται στους λόγιους Έλληνες συμβούλους. Μπορούμε ίσως, με βάση την παραδοσιακή δημοτική στιχουργία, ν’ αποκαταστήσουμε πολλούς από τους στίχους αυτούς, όπου παρουσιάζουν λόγια διατύπωση και χασμωδίες…» Δημήτρης Σ. Λουκάτος, «Τα πρώτα τραγουδήματα του Εικοσιένα (κείμενα από το Φωριέλ)», περ. «Νέα Εστία», τχ. 1043, 1970, σελ. 246-261.
«μ’ ένα λόγο τα τραγούδια αυτά έχουν γεννηθεί σ’ εποχή, όπου έχει λείψει και από τη ζωή και από το πνεύμα η άμεση αίσθηση του ηρωισμού κ’ είναι κατασκευάσματα λογίων…» 
«Έτσι καταλαβαίνουμε πως πολλοί στίχοι, αναγκαία συστατικά του συνόλου, γίνανε η πρόχειρη έκφραση  του λόγιου ή λαϊκού κατασκευαστή· παρθήκανε από τη θέση τους και μπήκανε τυπικά στολίδια σε ασήμαντα λόγια κατασκευάσματα ή σ’ άτεχνα λαϊκά πλάσματα· όμως κ’ έτσι στριμωγμένα μέσα σε πρόστυχο και αδούλευτο υλικό δείχνουν κ’ εκεί ακόμη, με τη κυριαρχία του ρυθμού, την ευγένεια της καταγωγής τους…»
Αποστολάκης Γιάννης, Το κλέφτικο τραγούδι: το πνεύμα κ΄ η τέχνη του, Εν Αθήναις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ιωάννου Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε.,1950. σελ. 89, 128.

[5] Θυμίζουμε πως την ίδια περίπου εποχή, στις αρχές του 19ου αιώνα, «ανακαλύφτηκε» το «Χρονικόν της Δρυοπίδος», ένα λόγιο κατασκεύασμα που εξυπηρετούσε και αυτό την ανάγκη και την προσδοκία των Δροπολιτών να αποκτήσουν άμεση σχέση με την αρχαία Ελλάδα, και μάλιστα με την Αττική.
(Το περιεχόμενο του κατασκευάσματος αυτού εξελήφθη ως αληθές από τον γάλλο πρόξενο στα Γιάννενα Pouqueville, που το δημοσίευσε στα «Ταξιδιωτικά» του (1821). Η τελευταία διασκευή που του έγινε ήταν εκείνη του δροβιανίτη λογίου Αθ. Πετρίδη, ο οποίος το ονόμασε  Χρονικόν Δρυοπίδος. Βρανούσης 1962 : 120.
«Ο ευφάνταστος συντάκτης του Χρονικού … παρετυμολογεί και αξαρχαΐζει δεκάδας τοπωνυμίων της βόρειας Ηπείρου, διά να εφεύρη ηγεμόνας και οικιστάς πόλεων, κωμοπόλεων και φρουρίων, φιλοδοξεί δε να συνδέση την ιστορίαν του τόπου του με τα ενδοξότερα ονόματα της αρχαιότητος. Δεν πρόκειται καν περί λαϊκών παραδόσεων, αλλά περί ιστορικού μυθιστορήματος λογίας κατασκευής». Βρανούσης 1962 : 119. Βλ. και Βερνίκος & Δασκαλοπούλου 1999, που σχετίζουν τέτοιου είδους κατασκευάσματα με την πρόδρομη προσπάθεια αυτογνωσίας και αυτοπροσδιορισμού των διάφορων εθνοτικών ομάδων στα τέλη του 18ου αιώνα.)
Δώρης  Κ. Κυριαζής, Η σχέση του ελληνικού γλωσσικού ιδιώματος της Χιμάρας με τα άλλα νεοελληνικά ιδιώματα, Μελέτες για την ελληνική γλώσσα: Μνήμη Α. – Φ. Χρηστίδη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2007

[6] «Αυτό είναι ένα μειονέκτημα στην καλή δουλειά του Πετρίδη, που επιβεβαιώνει τον ρομαντισμό του για να συγκαλύψει το γεγονός που ο τίτλος «Χρονικό της Δρυοπίδος» ήταν επιλογή δική του, επινόηση δική του…» Φίλιππας Λίτσιος, Το χρονικό της Δρόπολης, Neraida, 2008
«Αλλά δεν είναι ούτε ο «ειδικός», ούτε ο «επαγγελματίας» της ιστορικής έρευνας και της συγγραφής. Αν ζούσε σε παλαιότερους αιώνες, θα έγραφε ίσως ένα συναξάρι της πατρίδας του, κάνοντας θρύλο την ιστορία και ιστορία τη λαϊκή παράδοση…» Λέανδρος Βρανούσης (για τον Βασίλειο Μπαρά), «Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές», Αθήνα, 1966, σελ. 3 (πρόλογος βιβλίου)

[7] Παναγιώτης Αραβαντινός, Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, 1880, σελ. 250

 

Σχολιασμός, μεταφορά στη δημοτική: Ν. Θαλασσινός

 

 

Το τραγούδι όπως παρουσιάστηκε σε εκδήλωση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το έτος 2000.


 

Φωτογραφία άρθρου: Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία, Γεωργουτσάτες, 1937-38
Πηγή: Αρχείο Φ.Π.Γ

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση