Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ (ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΗΔΩΝΗ)

Ο Αλέξανδρος Αηδώνης γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1975 στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας. Κατά την διάρκεια της γέννησής του η φυσιολογική του μητέρα απεβίωσε. Έζησε για αρκετά χρόνια της ζωής του σε ορφανοτροφείο της Γερμανίας και σε διάφορα ιδρύματα. Για σχεδόν οκτώ ολόκληρα χρόνια την ανατροφή του ανέλαβε η γερμανογαλλίδα καθηγήτρια φιλοσοφίας Wiltrou Willomitzer. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ζει και εργάζεται στην Κέρκυρα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Η αποκαθήλωση του πορτραίτου (Οδός Πανός 2012) και 54 ποιήματα για την Μαρία Κάλλας (Οδός Πανός 2015).       

 

 

         ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

Όχι, στην γυναίκα αυτή δεν επιτρεπόταν ν’ αργοπορήσει
το ξημέρωμα,
να καθυστερήσει αδικαιολογήτως συνομιλώντας άλλοτε
με οδοιπόρους
απροσδιόριστης υπηκοότητας κι άλλοτε πάλι με φοιτητές
φιλολογικών τμημάτων που μελετούσαν το ευμετάβλητο
της Ιστορίας
μα, προπάντων, την ρευστότητα του κυανού χαμόγελού της.
Περπατώντας επάνω σ’ αιχμηρά κοχύλια
-σπουδή στην γνώση-
βέργες απογυμνωμένες από τους χυμούς
των αισθήσεων,
κοιτώντας παραπέρα με απέχθεια τα ξεφτισμένα ρούχα
αλλοδαπών ανδρών,
αποδεσμευμένοι από τις εξισώσεις του έρωτα.
Στέκονταν όλοι αυτοί άραγε τροχοπέδη στην ανάβασή της
σ’ ανεμόεσσες πολιτείες
με μισογκρεμισμένες στέγες, ξεριζωμένοι ψίθυροι στο διάκενο
των αναμνήσεων της;
Ή διαιώνιζαν απλώς την ομορφιά της σκαμμένης γης,
όπου αναιτίως κάποιοι
είχαν κρύψει τον φλοίσβο των ονείρων τους;
Μετέωρη, αν όχι των επιθυμιών της, ίσως δραπέτης
των στοχασμών της.
Με την μονότονη βροχή, έσταζαν οι σκέψεις της αλμύρα κι ιώδιο
κι άφησαν τ’ αποτυπώματά τους σε σώματα που στερήθηκαν
έν’ απλό άγγιγμα χεριού,
αντίσταση στην φθορά του χρόνου και της μοναξιάς.                    

 

ΕΙΡΗΣΘΩ ΕΝ ΠΑΡΟΔΩ

Η εμφάνιση αυτών των προσώπων μες στο πλήθος,
πέταλο σε βρεγμένο κλαδί
                                                                 Έζρα Πάουντ

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

Προηγούσουν απ’ όλους τους άλλους που κατέκλυσαν ήδη τον κήπο
με τ’ αγάλματα,
με τις τριανταφυλλιές της Σπάρτης και τα χρυσάνθεμα του φθινοπώρου,
τους αμπελώνες με τα φορτωμένα σταφύλια που έσταζαν ηδονές κι ελπίδες.
Ειρήσθω εν παρόδω, Ειρήνη,
χρειαζόταν να επιμεληθείς την επόμενη έκδοση
των ιστορικών συγγραμμάτων, του αγνώστου προς το παρόν συγγραφέα,
με μηχανικές σκέψεις.
Τρόποι που αναμόχλευαν την ύπαρξή σου.
Ν’ απαλλαχθούμε από τα ημίμετρα, είπες, φυγόκεντρες δυνάμεις,
παρατηρώντας ‘με, μ’ ένα χαμόγελο, δονήσεις του επέκεινα.
Στρατιές ποιητών και μουσικών που επιζητούσαν να εξαργυρώσουν
την ανεξάντλητη ομορφιά σου.
Κι αυτή η αειθαλής ομορφιά σου έγινε μήλο της έριδος.
Όχι, ανάμεσα σε θεές, αλλά ανάμεσα σε θνητούς. Τι παράξενα ήθη.
Ειρήσθω εν παρόδω, Ειρήνη,
έπρεπε άραγε να εκτίθεσαι σε κινδύνους, τύπου συμβιβασμού με τα γηρατειά;
Χρυσαφιά μοτίβα του φωτός κι ένα πέταλο στα γόνατά σου,
βορά στα βλέμματά μου, παιχνιδίσματα του ανέμου,
που δραπέτευαν –τι περίεργη σύμπτωση- ανεξιχνίαστα
από τις μίζερες γειτονιές όπου τα όνειρα σκοτώνονταν.
Εκεί, κάτω σε δρόμους άδειους, είχε αρχίσει να βρέχει ασταματήτως.
Άνδρες με γυμνά μπράτσα κι ολομόναχοι από εραστές
έβρισκαν ασφαλές καταφύγιο σε ημισκότεινα καφενεία
αμφιβόλου ποιότητας, έκθετα στις κριτικές των αστών.
Ειρήσθω εν παρόδω, Ειρήνη,
ελπίδες μεταστροφής αυτού του κόσμου, εκτεθειμένου στα βλοσυρά
μάτια αγυρτών, ήταν πορεία σταγόνας σ’ ωκεανό.
Τεράστια διλήμματα προέκυψαν, χωρίς να λάβεις
ποτέ τις απαραίτητες εξηγήσεις.
Κι έγειρα ανυποψίαστα τις σκέψεις μου επάνω στους μουσκεμένους
ώμους σου,
παρηγοριά στις ώρες της απέραντης μοναξιάς μου.
Απέναντι, εσύ μου χαμογελούσες,
άνθη και μυρτιές ανοιξιάτικης μελαγχολίας.
 

 

ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ

Στον Θεοδόσιο Πυλαρινό

Κι ας έλεγε ο ποιητής ότι: «Από τα σπίτια απόμειναν μονάχα ερείπια»[1] .
Δεν ίσχυε κάτι τέτοιο ασφαλώς στη δική του περίπτωση.
Ακόμη κι αν το σπίτι του τετάρτου ορόφου της Κέρκυρας,
με θέα το βαθύ κι ανεξάντλητο μονόχρωμα του Ιονίου,
εγκατέλειπε τον ένοικό του εν μία νυκτί.
Εκείνος αειθαλής κι αμετάβλητος στις ακαδημαϊκές απόψεις του,
είχε υποσχεθεί όχι ενωπίων βλοσυρών δικαστών,
αλλά εκλεκτών φίλων του, μ’ αδιαπραγμάτευτους όρους,
να διατηρήσει στην ανεπίστροφο οδό του χρόνου
ό, τι με κόπο κι ιδρώτα έχτισε στ’ ασφυκτικά γεμάτα
από φοιτητές αμφιθέατρα.
Κι ας ανήγγειλαν οι απανταχού κατατρεγμένοι ποιητές,
αγγελιοφόροι του πένθους,
χωρίς απαγορευτικούς αστερίσκους και υποσημειώσεις,
πριν ακόμη οι ναύτες των παρακείμενων καφενείων
ξεχυθούν στις θάλασσες του κόσμου,
το τέλος της παραμονής του στην Κέρκυρα.
Κι η αυλαία γεμάτη σκόνη, γεμάτη νηπενθή διάθεση
έριχνε αβίαστα, υπακούοντας σε κανόνες νομοτέλειας,
τους τίτλους τέλους.
Δίχως να του επιτρέπουν ωστόσο να ξεφύγει από τα γρανάζια
των αδίστακτων καιροσκόπων ή των νεόκοπων φοιτητών του,
που νόμιζαν -τι ανωριμότητα εκ μέρους τους-
ότι θα διαπραγματεύονταν την αιωνιότητα της γνώσης.

 

[1]  Στίχος του ποιητή Τζουζέπε Ουνγκαρέτι

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΥΠΑΡΚΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Στην Σοφία Φιλιππίδου

Ήταν οι αναπάντεχες καλοκαιριάτικες βροχές που την έλουζαν
με τις καθαρτήριες ιδιότητές τους και την έφεραν αγνή,
ακέραιη και εξευγενισμένη στις υπέργειες προβλήτες των σκέψεών μου.
Με την αθωότητα μονάχα ενός βλέμματός της,
με διέσωζε από την απειλή της μοναξιάς, την συντριβή της όξινης βροχής
και της κατ’ εξακολούθησιν θλίψης των μεταβαλλόμενων στιγμών.
Δυσκολευόμουν να την διακρίνω ανάμεσα στον κύκλο των υπαρκτών γυναικών
της Διοτίμας, της Σαπφούς, της Υπατίας κι αυτής της Μαρίας Κάλλας.
Μ’ αυτές επιθυμούσε να συνδιαλέγεται και ν’ απομονώνεται οικειοθελώς,
κατά τη διάρκεια των μεσημεριών με τις υψηλές θερμοκρασίες του Ιουλίου,
που άδειαζαν τους δρόμους και τις πλατείες
από τους ενοχλητικούς περαστικούς και τ’ αδέσποτα αυτής της πόλεως.
Και με τους περιεκτικούς μονολόγους των εξαιρετικών συνομιλητριών της
αντλούσε φως, έβρισκε απάγκιο, φύλαττε τα πάντα εκδικητικά όνειρά της
από την απειλή όχι των όπλων ή των λιμενεργατών,
αλλά από τους κατ’ επίφασιν φίλους της.
Το ζητούμενο για εκείνην συνέχιζε να περιορίζεται
ανάμεσα από το θέατρο και την σπειροειδή κλίμακα
που οδηγούσε με νομοτέλεια τα βήματά της στην άκρη του Ιονίου.
Εκεί αναπαυόταν από τις οχληρές συναντήσεις και τις ακατάσχετες νεροποντές.
Εκεί ξέπλενε το γεμάτο από ηδονές, επιθυμίες κι απολαύσεις
μισόγυμνο κορμί της κι άπλωνε με θρασύτητα τ’ απολαυστικά γόνατά της
στον ορίζοντα με την οργιώδη βλάστηση των δαφνών.
Εκεί αρνήθηκε πεισματωδώς να υποκύψει στα λάγνα βλέμματα ανδρών
που είχαν δηλώσει άγνωστης τοποθεσίας διευθύνσεις.
Επέλεξε ωστόσο να υποστεί το μαρτύριο των ζεστών ωρών
που κυλούσαν μ’ αργό και δύσπιστο τρόπο στους ακάλυπτους ώμους της,
σαν ποτάμια της Μεσσηνίας, της Βιέννης και της Κρακοβίας,
παρά ν’ απεμπολήσει τις χοηφόρες αναμνήσεις της
και τις ατέρμονες συζητήσεις με τον χαμένο ποιητή της.
Εκείνος με στωικότητα την ανέμενε χρόνια πια
ψηλά στα ενετικά τείχη των φρουρίων της Κέρκυρας,
να φανεί θριαμβεύουσα στον ορίζοντα, σαν κορυφαία του χορού του Ευριπίδη,
στ’ ανατολικά και τα δυτικά των πυξίδων,
στις υψιπέτειες του σύμπαντος, με τα κεκλεισμένα υπέρθυρα
των αρχαίων ναών των Συρακουσών και της Θεσπρωτίας.

 

Η ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Και τι δεν θα ’δινα να μού ’ρχόταν στην μνήμη μου
η δασκάλα μου κοιτώντας τα χαράματα
                                             Χόρχε Λουίς Μπόρχες


Στη Ρένα Μπαζούκα

Σε μία αποστροφή του λόγου της
πριν χαμηλώσουν τα φώτα
της πόλεως διέγραψε εν γνώσει της
τις περίπλοκες και πυρωμένες
λέξεις με την απολεσθείσα απόστροφο
Ήταν άραγε μια προσχεδιασμένη
εκδίκηση επί των ημερών της
Κι αλλοίωσε έτσι εθιμικώ δικαίω
φράσεις και μεταφράσεις
παραγράφους και προτάσεις
χωρίς ωστόσο ποτέ να εκριζώσει
εκ βάθρων
τις σφηνοειδείς στα κάτεργα της γης
ελεγείες που αποτύπωναν
διαρκώς τ’ αβάσταχτο πένθος
των ποιητών του κόσμου
στις παρηκμασμένες προ πολλού πολιτείες
όπου κάποτε αγαπήθηκαν
-ο ήλιος μεσουρανούσε ακόμη-
σαν τον Αντίνοο και τον Αδριανό
παράφορα και παράλογα
μακριά και κατ’ εξακολούθησιν παράνομα
από τα συνεχώς καχύποπτα και βλοσυρά
βλέμματα των μικροαστών.

 

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ

Τίποτε πια δεν μπορούσε να προσελκύσει το ματωμένο ενδιαφέρον μου
για τον έρωτα
αλλά και για τους απόντες στο προσκλητήριο της ζωής μου
εραστές.
Εκ των άνω και κρυμμένος επιμελώς πίσω από τα χαλάσματα
και τα παραπετάσματα της συνεχής θλίψης μου,
αντίκριζα νεφοσκεπής την μυστικοπαθή παρέλαση
του χαμένου χρόνου,
χωρίς διάθεση ν’ αντισταθώ στο πέταγμα του γλάρου,
μα ούτε στο θρηνώδες παράγγελμα των ναυτών της προκυμαίας,
με τα γερά μπράτσα και τα εξαίσια πέλματά τους,
καλυμμένα από τα μαύρα άρβυλά τους.
Η κατάκτηση της ματαιότητας συνέτριψε σε πέτρινες μυλόπετρες
κάθε μου προσπάθεια να εισέλθω δυναμικά
στο αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας, μ’ ολόγυμνους άνδρες
που ζητωκραύγαζαν ενθουσιωδώς νικηφόρους παιάνες.
Στιγμιότυπα ενός κόσμου αδιάφορου στη δυστυχία του διπλανού υδραυλικού,
δίχως ν’ αναλογίζεται τις συνέπειες, όχι τόσο των ρωγμών του χρόνου,
όσο περισσότερο των ανομολόγητων εγκλημάτων τους.
Από την μέγγενη των ηδονών τους άρπαξα σ’ ανύποπτο χρόνο
λογιών – λογιών πέτρες, ουσιαστικά και ρήματα,
με την ελπίδα ν’ αντιτάξω έναν πιο πειστικό λόγο
που θα εκφωνούσα σ’ ένα κατάμεστο ακροατήριο,
όση ώρα η βροχή λειτουργούσε ανασταλτικά στην προοπτική να καθαρίσω
από την σκόνη και την πλάνη του πανδαμάτορος χρόνου
την γύμνια των γονάτων τους, με ανυπεράσπιστες λέξεις.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση