ΠΕΡΠΑΤΩ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΕΝΟΣ (10 ποιήματα του Ντριτερό Αγκόλλι)

10 ποιήματα από την ανθολογία του Ντριτερό Αγκόλλι με τίτλο Περπατώ συλλογισμένος σε επιλογή και μετάφραση Ανδρέα Ζαρμπαλά. Το βιβλίο τυπώθηκε το 1989 στο τυπογραφείο 21 Γενάρη του Αργυροκάστρου από το εκδοτικό 8 Νοέμβρη, Τιράνων. Ωστόσο, δεν κυκλοφόρησε ποτέ λόγω ιδεολογικών ζητημάτων που είχαν προκύψει. Δημοσιεύουμε τα ποιήματα αυτά ως φόρο τιμής στη μνήμη του Ντριτερό Αγκόλλι, που απεβίωσε πρόσφατα (13. 10. 1931 – 3. 2. 2017).

Ο Ντριτερό Αγκόλλι γεννήθηκε στο χωριό Μενκούλας κοντά στην Κορυτσά. Ολοκλήρωσε το Λύκειο στο Αργυρόκαστρο και σπούδασε στη Σχολή Τέχνης του Πανεπιστημίου Αγίας Πετρούπολης. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος. Διατέλεσε βουλευτής επί 30 έτη.  Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της Αλβανίας γράφοντας κυρίως ποίηση αλλά και πεζογραφία. Το έργο του αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε στην πατρίδα του, ενώ δείγματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Διετέλεσε για μεγάλο διάστημα πρόεδρος της Αλβανικής Εταιρίας Συγγραφέων.

Ποιητικές συλλογές: Βγήκα στο δρόμο (1958), Μεσημέρι (1968), Περπατώ συλλογισμένος (1986), Ο ζητιάνος του χρόνου (1995), Η μακρινή καμπάνα (1998) κ.α.

Πεζογραφία: Ο άνθρωπος με το κανόνι, μυθιστόρημα (1975), Η άνοδος και η πτώση του συντρόφου Ζύλο, σατυρικό μυθιστόρημα (1973) Ο γυμνός ιππότης, μυθιστόρημα (1996)κ.α.

 

 

 

Η ΖΩΗ

Ο άνθρωπος ζει, δημιουργεί, παλεύει όλη μέρα
κι έρχεται η ώρα που για πάντα τα μάτια του κλείνει.
Τούτο, φυσικά, το γνωρίζουμε όλοι, πέρα ως πέρα
κι ούτε αμφιβολία καμιά δεν αφήνει.

Μα εγώ, όταν θα ’φτανε η ώρα να μπω κάτω από τη γη
και στο σπίτι θα ερχότανε σύντροφοι και φίλοι,
θα’ θελα να σκέφτονταν, με σφιγμένα τα χείλη:
-Έχει βγει με δουλειά κι όπου να ’ναι θα ’ρθει!

 

ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΑ ΑΠΛΑ

Το να νιώθεις το μέλλον, πολλή γνώμη δεν θέλει.
Τούτο για μένα δεν είναι δύσκολο, βαρύ.
Λόγου χάρη, μόλις βγάλει μπουμπούκια το αμπέλι
εγώ βλέπω τους κάδους γεμάτους κρασί.

Μπαίνω στα πράγματα σαν στο μαγειρειό,
κι όσο δύσκολα κι αν είναι, καθόλου δεν τα χάνω.
Λόγου χάρη, μόλις ιδώ πρασινάδα σε κάμπο ή βουνό,
σκέφτομαι τα αμπάρια γεμάτα ως απάνω.

Και τα πράγματα τα απλά, έχουν νόημα, πώς να πεις
και, σ’ αυτά που πιστεύω είμαι βράχος, μαθές.
Λόγου χάρη, μια πόρτα είναι αλήθεια, για να μπεις
Αλλά είναι και να βγαίνεις πέρα στους ορίζοντες.

 

ΓΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ

Γη αγαπημένη,
μοίρα αγρότη και μοίρα ποιητή έλαχε σε μένα,
Οργώνω το χωράφι με υνί, το χαρτί με την πένα,
ανοίγω δρόμο στο στάρι και δρόμο στο κλήμα,
ανοίγω δρόμο στο στίχο και δρόμο στο ποίημα.
Και δεν ξεχώρισα ποτέ μου πένα, υνί, μάνλιχερ
μα τριγύρισα με αυτά σε όλα τα μέρη,
Κι ήμουν έτοιμος πάντα
να ποτίσω το στάρι με ιδρώτα και με αίμα.
Γι’ αυτό,
όταν κλείσω τα μάτια σε μιαν άκρη του κάμπου,
θα’ θελα να ’ριχνες πάνω μου τα χαλιά σου, που λάμπουν
και να ’παιζες με την πίπιζα μοιρολόι απ’ τα παλιά
και να έλεγες σε όλους τους διαβάτες,
πως εδώ, ο γιος μου κοιμάται,
κοιμάται ο βάρδος που τραγούδησε χωράφια και πουλιά.

 

Ο ΓΛΑΡΟΣ

Το γλάρο τον βρήκαμε στη βρεγμένη αμμουδιά,
έρημος, μονάχος στην απέραντη ακτή.
Είχε σπάσει το πόδι του κάποια βραδιά
κι ούτε που περίμενε κάποιον να φανεί.

Το γλάρο τον πήραμε μαζί μας στο σπίτι
και γυρνούσε παντού, κούτσα-κούτσα τα βήματα,
μα συχνά, στο παράθυρο ακουμπούσε τη μύτη
κι αγνάντευε πέρα της φουρτούνας τα κύματα.

Κι έζησε κοντά μας, πάει τόσος καιρός,
μα ξάφνου, τον χάσαμε μια μέρα,
μια μέρα που χόρευε στην άμμο ο αφρός
κι η φουρτούνα πλησίαζε με βροχή και με αγέρα.

Ψάξαμε στην άμμο μην του βρούμε τα αχνάρια,
μην τον βρούμε στα βράχια χωμένο.
Κι εκεί που τα κύματα χτυπιούνταν σαν κριάρια
τον βρήκαμε το γλάρο, πεθαμένο.

Τον είδαμε στην άμμο
με ασάλευτα τα άσπρα φτερά του και τη μύτη,
Τον είδαμε στην άμμο,
ίσως να μην ήθελε να πεθάνει στο σπίτι.

 

ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Του παππού μου θυμούμαι ένα λόγο σοφό,
όταν διασχίζαμε το χιόνι το βουβό, κουρασμένοι:
-Το χιόνι σιωπά όταν είναι ζωντανό,
το χιόνι μιλάει την ώρα που πεθαίνει.

 

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Κοιτάζω το άσπρο χαρτί και μου μοιάζει σαν έρημος
και με πιάνει μια κίτρινη θλίψη.
Και λέω: απλώσου στην έρημο ω χλόη του ποιήματος
κι ο λόγος ρίζες βαθιές να ρίξει.

Αυτό μου συμβαίνει τα βράδια, όταν είμαι θλιμμένος,
θλιμμένος γιατί έχω καιρό ένα στίχο να κάμω.
Μαλώνω με το άσπρο χαρτί σαν γέρος σαλεμένος
σαν άραβας γέρος με καμήλα στην απέραντη άμμο.   

 

ΟΝΕΙΡΟ

Πίστευα πως σε είχα ξεχάσει ακόμα και στα όνειρα,
μα εσύ ήσουν μέσα μου κάπου κρυμμένη.
Και μια μέρα που έβρεχε
                        κι οι δρόμοι είχαν γεμίσει νερά,
ξαφνικά εμφανίστηκες στην άσφαλτο τη βρεγμένη.
Και γέμισε η άσφαλτος με μπαλαρίνες μικρές,
με μπαλαρίνες μικρές και πεταλούδες τ’ Απρίλη
κι εσύ ανάμεσά τους όρθια και γελούσες
                        με τα όμορφα χείλη.
Και δεν ήξερα που ήμουνα, τα ’χασα,
ήμουν ανάμεσα σε μπαλαρίνες ή στης βροχής τα νερά.
Και σιγά – σιγά σε πλησίασα
                        όπως πλησιάζουμε στα όνειρα.

 

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

Όλα γεμίζουν κι αδειάζουν στη φύση, θαρρώ.
Γεμίζει κι αδειάζει η γης η μεγάλη,
συννεφιάζει ο ουρανός και μετά τον βλέπεις καθαρό,
γεμίζουν τα δέντρα με φύλλα κι αδειάζουν φθινόπωρο.

Τα ψηλά τα βουνά γεμίζουν με χιόνια,
με χιόνια που λιώνουν την άνοιξη πάλι.
Γεμίζει ο αγέρας με ζέστη μεγάλη
κι η ζέστη αδειάζει το χειμώνα.

Γεμίζουνε κάργα, ξεχειλίζουν τα ποτάμια
κι αδειάζουν στου Ιούλη τις ημέρες,
στου Αυγούστου τα βράδια.
Γεμίζουν τα χωράφια με στάχυα
κι έρχεται ο θέρος και μένουνε άδεια.

Τα πάντα γεμίζουν στη φύση, αδιάκοπα,
κι αδειάζουν με χαρά, με πόνο ή κραυγή,
γεμίζουν κι αδειάζουν μεγάλα και μικρά,
από το πλατάνι ως τη μολόχα τη σεμνή.

Γεμίζει ο άνθρωπος με αβάσταχτο καημό
κι απ’ τον αβάσταχτο καημό ξαλαφρώνει και πάλι,
μα, αλλιώς από τ’ άλλα, κουράζεται, στενάζει,
αλλιώς από τ’ άλλα, ξαλαφρώνει αγάλι

κι η κούραση, στο μέτωπο ρυτίδες χαράζει.

 

ΤΟΠΙΟ ΤΕΛΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Την έπλυνε η βροχή άκρη σ’ άκρη τη γη,
της πήρε τον ιδρώτα απ’ τις μασχάλες, τα στήθια.
Κυλάει το νερό απ’ το βρεγμένο της κορμί,
κυλάει απ’ τα μαλλιά
                                    και τα φρύδια.

Το απέραντο ντους αντηχεί και μαίνεται.
Μα, τι γίνεται εδώ;
Μετά απ’ τη δουλειά, η γη η κατάκοπη πλένεται
και μυρίζει νερό σαν γυναίκα, που βγαίνει απ’ το λουτρό.

Ο χειμώνας πλησιάζει μ’ ένα κάτασπρο σεντόνι
Και λέει: να τη σκεπάσω, μη τυχόν και μου κρυώνει.

 

ΟΙ ΧΩΡΙΑΤΙΣΣΕΣ ΠΛΕΝΟΥΝ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ

Τα πουλιά σκαλώνουν τα νύχια στα απλωμένα πουκάμισα,
στ’ απλωμένα πουκάμισα στα δέντρα ως πέρα
σαν να τα κρατάν με μανταλάκια μην πετάξουν στον αέρα.

Οι γυναίκες δένουν στα κλαριά σύρματα, σχοινιά
και με χέρια βρεγμένα απλώνουν πουκάμισα κι άλλα
που φαντάζουν από πέρα με πολύχρωμα φύλλα, μεγάλα.

Κυλάει σιγανά το νερό στ’ αυλάκι, μην χαλάσει την ειρήνη,
την ειρήνη των χεριών μες στον κίτρινο αφρό,
χλωμός αφρός απ’ τον τίμιο, φιλντισένιο ιδρό.

Τέλος της βδομάδας κι είμαι ιδρωμένος.
Τέλος της βδομάδας κι ακόμα περπατώ.
Τέλος της βδομάδας κι ήρθε το Σάββατο.

Κρέμονται τα απλωμένα πουκάμισα σαν φύλλα με δροσιά,
τα πουκάμισα του Κόλια, του Μουράτ, του Μαρτίνι.
Εγώ σιωπώ σάμπως προσμένω κάποιον να μου κρίνει.

Στη σιωπή βυθισμένος καπνίζω σαν μικρή καμινάδα,
σιωπώ και καπνίζω σαν βλέπω χωριάτισσες και κίτρινο αφρό.
Πλένουν, χτυπούνε με τον κόπανο κι αντηχεί η κοιλάδα,
Πλένουν ασταμάτητα,
τον μεγάλο τον κόσμο τον κρατούνε καθαρό.

 

 

 

Φωτογραφία Ντριτερό Αγκόλλι: Panorama.com.al

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση