Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΡΥΜΑΘΗ ΛΟΓΙΟ ΜΙΝΩΑ ΛΑΠΠΑ

Τον Ιούνιο του 1917, ο Κωστής Παλαμάς επανέρχεται με ένα δεύτερο άρθρο για τον Μίνωα Λάππα. Ενώ στο πρώτο κείμενο που δημοσιεύτηκε τον Μάιο (ένα μήνα μετά τον θάνατο του Λάππα), θα λέγαμε πως αποτυπώνεται η αμηχανία και το ξάφνιασμα μετά τον χαμό ενός «εν πολλοίς άγνωστου συγγραφέα» ο οποίος υπέγραφε τα άρθρα του με το ψευδώνυμο Ραδάμανθυς και δεν αποζητούσε τα φώτα της δημοσιότητας, αυτή τη φορά ο μεγάλος ποιητής προχωρά σε πιο συγκεκριμένες αναφορές για τις περγαμηνές και το έργο του και πλέκει το εγκώμιο του δροβιανίτη λόγιου.

Του κειμένου του Κωστή Παλάμα, προηγείται η νεκρολογία για τον Μίνωα Λάππα που δημοσιεύτηκε στην «Νέα Ημέρα» την 1η Απριλίου 1917.

 

 

ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ

ΜΙΝΩΣ ΛΑΠΠΑΣ

Πέθανε και κηδεύτηκε χθες ο Μίνως Λάππας, προσωπικότητα εξόχως διαπρεπής στον κόσμο των γραμμάτων, από τους παλαιότερους και πολυτιμότερους συνεργάτες της «Νέας Ημέρας», διακριθείς ως ανώτατος υπάλληλος του Κράτους και ως φιλόλογος και ως χαρακτήρας πλήρους ευθύτητας και εντιμότητας. Οι φιλολογικές του εργασίες διακρίνονταν για την άψογη μεθοδικότητα και το ύφος του, παρ’ όλη την επιστημονική βαρύτητα των θεμάτων που διαπραγματεύονταν, ήταν γεμάτo χάρη και κομψότητα. Είναι ακόμα πρόσφατη η σοφή όσο και ελκυστική μελέτη του περί «βουκολικής ποιήσεως» που δημοσιεύθηκε στις στήλες της «Νέας Ημέρας» υπό το ψευδώνυμο «Ραδάμανθυς» το οποίο χρησιμοποιούσε ανέκαθεν. Η ευθύτητα του χαρακτήρα του διατρανώθηκε και στην αφοσίωσή του προς τον αείμνηστο Χαρίλαο Τρικούπη

Η κηδεία του τελέστηκε μετά πάσης επιβλητικότητας και σεμνοπρέπειας. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλει στον Ναό του Αγ. Γεωργίου (Καρύτση), χοροστατούντος του Π. Μητροπολίτη Καστοριάς και παρακολουθήσαντος την κηδεία μέχρι τον τάφο και του Π. Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, συμπατριώτη και ιδιαίτερου φίλου του θανόντος. Την κηδεία παρακολούθησαν ο πρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην Πρωθυπουργοί, οι κ. κ. Γούναρης και Δραγούμης, οι βουλευτές Ιωαννίνων και Β. Ηπείρου και άλλοι πολιτευτές, ο Πρύτανης μετά της Συγκλήτου, οι οποίοι εξέδωσαν και σχετικό ψήφισμα για τον μακαρίτη που διετέλεσε και καθηγητής της ιστορίας, της φιλοσοφίας και γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου, το Συμβούλιο και η διεύθυνση του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα με τους τροφίμους και τη μουσική του, πολλοί καθηγητές του Πανεπιστημίου, γυμνασιάρχες και άλλοι λόγιοι, οι συγγενείς, φίλοι και συμπατριώτες του μεταστάντος. 

Κατατέθηκαν πολλά στεφάνια οικείων και φίλων, ανάμεσα στα οποία διακρίνονταν το στεφάνι  του Πανεπιστημίου, του Ορφανοτροφείου Χατσηκώστα, (του οποίου διατελούσε επίτιμος έφορος), των Δροβιανιτών που ζουν στην Πάτρα εξ ονόματος της γενέτειρας του θανόντος Άνω και Κάτω Δρόβιανης, των οικογενειών Δ.Β. Λάππα, Σπ. Μέκιου, Δ. Γουζάρη, Κ. Κατσιφού, Ν. Σάρδη, Ιω. Μουστάκη, Απ. Λάππα, Ν. Λάππα, Δ. Μέκιου, Δρόσου και Ροδούλη, Ιω. Δέλιου, Ν. Δρόσου και λοιπών. Στον τάφο, αποχαιρέτησαν τον νεκρό ο κ. Ι. Βάρτσος εξ ονόματος της ιδιαίτερης πατρίδας του Δρόβιανης και ο δικηγόρος κ. Κ. Μέκιος εξ ονόματος των Ηπειρωτών εν γένει.

Νέα Ημέρα, 1 Απριλίου 1917

 

 

 

Ο ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ (2)

Ο σκόπελος στον οποίο σκοντάφτει, συχνά πυκνά, ο Έλληνας λόγιος είναι η πέραν του δέοντος αποκλειστικότητα της μόρφωσής του. Συρόμαστε μονομερώς από τα αρχαία ελληνικά γράμματα· και με όλη μας την αρχαιομάθεια, είμαστε τότε οι κοινώς λεγόμενοι δασκάλοι. Ψιττακίζουμε τα παλιά και σχολαστικίζουμε, πολλές φορές οικτρά· και στην ουσία και στην γλώσσα, δεν υποπτευόμαστε την μεταμόρφωση την οποία προσέδωσε στην αρχαία η νέα σκέψη, πως την βάθυνε και πως την αναζωπύρωσε. Στοιχεία ζωής και ωραιότητας μας διαφεύγουν.

Ή τρεφόμαστε μόνο με την ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Σοι Κύριε! Και παρά την λαμπρότητα της νεότητας, όχι σπανίως, φραγκίζουμε, ξενίζουμε, αερολογούμε σε απίστευτο βαθμό. Ο δασκαλισμός μας ανταποδίδει τότε τα ίσα και μας ονομάζει περιφρονητικά ελαφρά φιλολογία. Και δεν μας περνά από τον νου πόσα από τα πομπωδώς και με θαυμασμό αναφερόμενα ως δημιουργήματα του νεότερου πνεύματος δεν είναι παρά αναμασήματα του αρχαίου νου.

Έπειτα, η γλώσσα στα χέρια του αττικίζοντος δασκάλου, (είναι) αλύγιστο άνανθο ραβδί κομμένο από τον αττικό ελαιώνα. Στην πένα του φραγκαττικού ή και γασμούλου (για να μεταχειριστώ μια μεσαιωνική λέξη που περιήλθε σε αχρηστία) φιλολόγου, ασύντακτο, αχαρακτήριστο παιχνίδι μεθυσμένου, που σπάζει σαν τα ποτήρια, κάθε τάξη και ρυθμό.

Στον Μίνωα Λάππα, τον υπό το ψευδώνυμο Ραδάμανθυς Έλληνα λόγιο, έλαχε εκλεκτότερη και σπανιότερη μοίρα· να αποφύγει τον σκόπελο. Στο ευτύχημα αυτό τον βοήθησε η άρτια παιδεία του. Σπούδασε φιλοσοφία. Διατεθειμένος να βλέπει τα πράγματα εξ αποστάσεως, τόσο, όσο να συλλαμβάνει πιο εύκολα την συνολική εικόνα. Θρεμμένος και δυναμωμένος με τα αρχαία γράμματα, εξοικειωμένος με τους έλληνες ποιητές και πεζογράφους, συμπληρώνει την παίδευσή του, και  εδραιώνει την πολυμάθειά του με την γνώση και με τη μελέτη, με τον θαυμασμό και με τον έρωτα των νεωτέρων φιλολογιών. Βοηθούμενος από την πολυγλωσσία του, επικοινωνεί με κορυφαίους της γερμανικής επιστήμης ή της αγγλικής ποίησης και διακοσμεί τους λόγους του με ρητά των γάλλων «φοιβόληπτων», κλασικών ή ρομαντικών. Φραγκοκρατείται χωρίς να χάσει την συνείδηση της ελεύθερης Ελληνικής καταγωγής του.

Η φιλοσοφική του μόρφωση καθιστά πολύ προσιτή σ’ αυτόν την τέχνη του διανοείσθαι. Ζωηρή μνήμη, του κρατάει τα παράθυρα της ανοιχτά πάντα προς ποικίλα εξέχοντα σημεία. Δεν γνωρίζει μόνο να σκέπτεται· ξέρει να γράφει. Ο, τι ονομάζουμε ύφος καθρεπτίζεται καθαρά στις αδρές περιόδους του λόγου του. Ελληνολάτρης, ανθρωπιστής, θα ήταν άξιος να καταλάβει θέση μεταξύ των Ιταλών πολυμαθών και καλλιτεχνών συγγραφέων της Αναγέννησης κατά την εποχή των Μεδίκων ή να συναγωνιστεί ως προς την σοφία τον οποιονδήποτε, κατά τα χρόνια των Κομνηνών ή επί του φιλοσόφου Ψελλού, βυζαντινού λογίου, εάν οι χρόνοι κατά τους οποίους έζησε ο Ραδάμανθυς δεν του προσέδιδαν έκφραση στην φυσιογνωμία του, (επί της οποίας βαθιές αυλακιές είχε χαράξει ανένδοτος πεσιμισμός, καθώς ήταν υπέρμετρα αυστηρός και αποκλειστικός κριτής των καθ’ ημάς), έκφραση λέω, πού δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί και να ομοιωθεί προς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα εργατών και διανοητών άλλων καιρών και φύλων.   

Το έργο του δεν είναι ογκώδες, δεν έλαμψε και δεν θορύβησε, στερείται, καθώς συνηθίζουμε να λέμε, επιβολής. Δεν άφησε πολυσέλιδα συγγράμματα. Μόλις που θα μπορούσε να περιληφθεί σε τριακοσιοσέλιδο, υποθέτω τόμο, εάν καμιά από τις πρόθυμες φιλόμουσες εκδοτικές εταιρείες λ.χ. της ελληνικής πρωτεύουσας έκρινε άξιο του κόπου να το αναζητήσει πρώτον, διεσπαρμένο, να το περισυλλέξει και να το συμπεριλάβει στις εκδόσεις της. Ούτε σήμερα θα επιχειρούσα, από πνεύμα, δεν ξέρω κι εγώ ποιανής αργοπορημένης δικαιοσύνης, να καταστήσω υποκείμενο του λόγου μου τον Ραδάμανθυ, εάν εξ αφορμής του θανάτου του, φιλαναγνώστης καθώς είμαι και φιλοπερίεργος, δεν θυμόμουν ότι κάπου στα βάθη ενός ερμαρίου είχα αποθέσει δεσμίδα κιτρινισμένων και φθαρμένων αθηναϊκών φύλλων στις στήλες των οποίων φιλοξενούνταν άρθρα και μελετήματα του θανόντα.

Ο Ραδάμανθυς, σε ένα από τα μελετήματά του, αποκαλεί το ζήτημα της μετά θάνατον υπάρξεως της ψυχής «αχλύν φαντασίας ονειροπολούσης γραώδη αιωνιότητα»*. Αλλ’ όμως εάν η ύπαρξη αυτή δεν είναι απλό ονειροπόλημα, είμαι βέβαιος ότι η ψυχή του Ραδάμανθυ, αν δεν αισθανθεί αποτροπιασμό, πολύ θα εκπλαγεί ότι ο άνθρωπος ο οποίος βρέθηκε να του κάνει το μνημόσυνο και να του πλέξει το εγκώμιο από το βήμα της «Νέας Ημέρας», τυγχάνει προς τούτο ή προς οτιδήποτε άλλο, επιτήδειος, αιρετικός, και στην σκέψη και στον λόγο, μάλιστα δηλωμένος δημοτικιστής, καθώς είμαι, (ταυτόχρονα) βέβαια, και με όλη μου την καθαρεύουσα, στις αγαθότερες, τις ευτυχέστερες και τις ειλικρινέστερες ώρες του διανοητικού μου βίου. Αλλ’ η αντίθεση που μόνο κατ’ επίφαση υφίσταται, ή ακριβώς, διότι υφίσταται, προσδίδει κάποια απόχρωση ωραίας σοβαρότητας στην προσπάθειά μου και την καθιστά περισσότερο ενδιαφέρουσα.

Τα θαμμένα στα φύλλα των εφημερίδων πεζογραφήματα ή «Φιλολογικές μελέτες» όπως θα μπορούσαν να τιτλοφορηθούν όλα – από των τίτλο μερικών – δεν πληρούν όλο τον κύκλο της εργασίας του Ραδάμανθυ. Δεν είχα πρόχειρες τις αποταμιευμένες στις επιφυλλίδες της «Νέας Ημέρας» της Τεργέστης συμβολές του Έλληνα λογίου, τις περισσότερες από τις οποίες, δυστυχώς δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίζω. Η καταγραφόμενη εδώ εντύπωση είναι το αποτέλεσμα της ανάγνωσης διατριβών που δεν υπερβαίνουν τις δέκα. Αλλά και μόνο στον δεκάλογο αυτό, προσεγγίζονται και διερευνώνται βασικά προβλήματα της γνώσης, της τέχνης, της ζωής, της εθνικής μας ιστορίας και της διανόησης συνολικά, κατά τρόπο που δείχνει ότι ο μελετητής τους είναι κριτικός λογοτέχνης, ανεξάρτητα των σκιερών σημείων της φωτεινής φυσιογνωμίας του, γνήσιος και άριστος, που συνδέει την ευμάθεια με την ευγλωττία, όσο ελάχιστοι από τους φημισμένους στις μέρες μας λογίους στην προηγμένη Ευρώπη, θα μπορούσαν να καυχηθούν για τον συγκερασμό αυτό.  

ΔΙΑΓΟΡΑΣ (Κωστής Παλαμάς), Νέα Ημέρα, 16 Ιουνίου 1917

Μεταφορά στη δημοτική: Ν. Θαλασσινός

 

 

*Άχνη φαντασίας σε ονειροπόληση γηραλέας αιωνιότητας (;)         

Σημείωση: Κατά πάσα πιθανότητα ο Κ. Παλαμάς, όταν μιλά για το έργο του Μ. Λάππα, αναφέρεται μόνο στα κείμενα που φέρουν την υπογραφή «Ραδάμανθυς» ενώ φαίνεται να αγνοεί (ή τουλάχιστον δεν μπορούμε να είμαστε ακόμα σίγουροι αν τα περιλαμβάνει στον «τριακοσιοσέλιδο τόμο» του) τα άρθρα του Λάππα κατά την περίοδο 1882-1895 (περίπου), τα οποία υπογράφονταν με το αρχικό Μ.

Η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στον ποιητή Μ. Λ.

 

 

Παλαμάς

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση