Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΛΛΗΣ ΣΤΑ ΑΛΒΑΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Απόσπασμα από τον πρόλογο του καθηγητή Νάσιο Γιωργκάκι (Nasho Jorgaqi) για την αλβανική έκδοση του βιβλίου Στα μεθυσμένα Βαλκάνια (Janis Lilis – Ballkani I dehur). Η συλλογή του υλικού για την έκδοση και η μετάφραση έγινε από τον καθηγητή Παναγιώτη Μπάρκα.

 

Ο Γιάννης Λίλλης στα αλβανικά γράμματα

Νάσιο Γιωργκάκι (Nasho Jorgaqi)*

 

ΒαλκάνιαΓια πρώτη και τελευταία φορά ο Γιάννης Λίλλης εμφανίστηκε στον αλβανικό πνευματικό κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ως θεωρητικός και κριτικός λογοτεχνίας. Απ’ ότι γνωρίζουμε μέχρι τώρα, η δράση του διήρκησε λίγο και με περιορισμένο αριθμό γραπτών. Εκείνο όμως, που συνετέλεσε ώστε το όνομά του να αντέξει στο χρόνο, αν και πέρασαν αισίως 7 και πλέον δεκαετίες, είναι ακριβώς η ποιότητα του έργου του. Στο πλαίσιο του τότε επιπέδου της αλβανικής θεωρητικής και λογοτεχνικής σκέψης, τα άρθρα και οι μελέτες του αναμφισβήτητα αποτελούν προσφορά, πράγμα που οφείλεται κατά πρώτοις στο υψηλό του επίπεδο κρίσης. Είναι αλήθεια ότι ο αριθμός των γραπτών του είναι περιορισμένος, αλλά η ποιότητά τους καταδεικνύει το ταλέντο του στον δύσκολο αυτό τομέα, όπως και την αισθητική και λογοτεχνική του κατάρτιση, τη βαθιά γνώση της αλβανικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Οι αξίες αυτές είναι παρούσες από τα πρώτα του κιόλας άρθρα θεωρητικού χαρακτήρα, όπως είναι «Η τέχνη και η επιστήμη», «Σκέψεις για τη λογοτεχνία», «Η τέχνη και ο Χριστιανισμός» και «Η ποίηση και η πεζογραφία». Μέσα σε λίγες σελίδες κατορθώνει να καταστήσει ως αντικείμενο μελέτης τη διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο και τη μορφή και τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη ως δύο κύριοι τομείς της ανθρώπινης δημιουργίας και σκέψης. «Η τέχνη – γράφει – πηγάζει από τον ήλιο, ενώ η επιστήμη από το σκοτάδι». Είναι αλήθεια ότι τα δύο αυτά ψυχικά φαινόμενα, σύμφωνα με τους φιλοσόφους και τους αισθητικούς, πηγάζουν από την ίδια πηγή, που είναι η ζωή, αλλά το προϊόν τους είναι τόσο διαφορετικό, που τίποτα δεν μπορεί να τα φέρει κοντά το ένα με το άλλο. Από την άλλη, ο Λίλλης φέρει κρίσεις για την τέχνη όταν αναφέρει ότι η τέχνη είναι ζωή, ανάταση, δράση και ότι δεν πιστεύει στο περίφημο «τέχνη για την τέχνη». Αναφορές για τα θέματα αυτά κάνει στους γνωστούς φιλοσόφους Χέγκελ, Καντ, Νίτσε και μέχρι τον Κρότσε, πάντα από τη δική του οπτική.

Στο άρθρο του «Σκέψεις για τη λογοτεχνία» προσπαθεί να εφαρμόσει και να αναδείξει μερικές από τις λογοτεχνικές αρχές στο χώρο της αλβανικής λογοτεχνίας, που απ’ ότι φαίνεται, τη γνωρίζει σε βάθος. «Έχουμε – γράφει – μια λογοτεχνική παράδοση», η οποία πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω με στόχο «να καθρεφτίσει την εποχή της». Γι’ αυτό, «η τέχνη δεν είναι φωτογραφία, είναι η ανάπλαση του υλικού που χρησιμοποιείς». Δεν είναι, όμως ούτε δημοσιογραφία, γιατί ο καλλιτέχνης μέσα από την ειλικρινή έμπνευση και το δημιουργικό πνεύμα, παράγει αληθινή λογοτεχνία. Επίσης, είναι της άποψης ότι ένα έργο, πριν γίνει διεθνές, πρέπει να είναι εθνικό, γεννημένο στον τόπο του καλλιτέχνη. Γιατί «ο κοσμοπολιτισμός δεν είναι πολιτισμός και ότι κάθε ιδέα και κάθε ένταση πρέπει να γαλουχηθεί από το χώμα και την ψυχολογία μας».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του «Ποίηση και πεζογραφία», δύο τομείς της λογοτεχνίας, που τους βλέπει και τους προσεγγίζει από ιστορική και θεωρητική άποψη. Ως βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, μιλάει για την πορεία της ποίησης και της πεζογραφίας ανά τους αιώνες. Αναφέρεται ιδιαίτερα στην αρχαία ποίηση, στον Όμηρο, τον Αισχύλο, τη Σαπφώ και το Σιμωνίδη, εγκωμιάζει τους ποιητές του μεσαίωνα Δάντη και Σαίξπηρ για να φτάσει στους νεότερους χρόνους με τον Γκαίτε και Βινύ. Την ίδια γραμμή ακολουθεί και όσον αφορά στην πεζογραφία, για να αναδείξει την πορεία και τους κορυφαίους εκπροσώπους της, που ήταν και πνευματικοί του πατέρες όπως ο Σωκράτης και ο Κικέρωνας κι ακόμα ο Βολταίρος και ο Θερβάντες. Την ίδια οδό ακολουθεί και για την ιστορία του θεάτρου.

Ο Γιάννης Λίλλης επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και σοβαρότητα όπως στην παραδοσιακή έτσι και στη σύγχρονη αλβανική λογοτεχνία. Σύμφωνα με τον ίδιο «αλήθεια είμαστε ένα μικρό και φτωχό έθνος, αλλά κάθε έργο αποκτά την αξία του στον τόπο που γεννιέται». Έτσι ξεκινάει το άρθρο του με τίτλο «Δύο ρεύματα», στο οποίο απευθύνει έκκληση ώστε η λογοτεχνία να καθρεφτίζει την αλβανική ζωή, τον άνθρωπο και την ψυχολογία του. Οι φιλοσοφικές σκέψεις και οι αισθητικές αντιλήψεις πρέπει να εφαρμόζονται στις πραγματικές συνθήκες και επί του εδάφους της αλβανικής λογοτεχνίας. Δηλαδή «να ψάχνουμε τον τύπο του Αλβανού, με την απλότητά του, την εξυπνάδα και τα υψηλά του αισθήματα». Ως παράδειγμα φέρνει το Φίστα, τον «ποιητή, που περισσότερο από κάθε άλλον, προσέγγισε την ψυχολογία του ορεσίβιου». Από τη σύγχρονη λογοτεχνία ξεχωρίζει τον Ερνέστ Κολίκι, ο οποίος «στην ποίηση βρίσκει τον εαυτό του στους ιταλούς κλασικούς, ενώ στην πεζογραφία στους γάλλους πεζογράφους και επί πλέον είναι ο δημιουργός της αλβανικής νουβέλας». Τον Λασγκούς Ποραντέτσι τον θεωρεί «ποιητή της αρμονίας και της κλασικής ψευδαίσθησης, που απορρέει από τις ευρωπαϊκές ποιητικές σχολές». Έτσι, ο Κολίκι και ο Ποραντέτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι οι εκπρόσωποι των δύο ρευμάτων στην αλβανική λογοτεχνία.

Από την πένα του Γιάννη Λίλλη έχουμε και μερικά περιγράμματα λογοτεχνών όπως είναι «Ο κριτικός και κοινωνιολόγος Vangjel Koça» και «Περί ποιητικής και κριτικής, αφιερωμένη στον Νexhat Hakiu». Για να χτίσει το προφίλ του Vangjel Koça (γνωστός με το ψευδώνυμο Vango Nirvana), ως κριτικού λογοτεχνίας, ξεκινάει επ’ αφορμή μιας συνέντευξής του. Πρόκειται για μια μορφή της λογοτεχνίας μας εκείνης της εποχής, που συμμετείχε με τον φιλοσοφημένο του λόγο και τις κρίσεις ως επαγγελματίας κριτικός σύγχρονου επιπέδου, μορφή η οποία έλειπε από την αλβανική λογοτεχνία. Την κριτική σκέψη του Vangjel Koça τη βλέπει στο πλαίσιο της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής ως μια αναγκαιότητα ενημέρωσης και προσανατολισμού της κοινής γνώμης στο τι παρήχθη και τι παράγεται στην αλβανική λογοτεχνία και ταυτόχρονα να βοηθήσει τους συγγραφείς στη δουλειά τους. Οι κρίσεις αυτές του Γιάννη Λίλλη, λόγω της σοβαρότητάς τους, άντεξαν στο χρόνο.

Ένα άλλο άρθρο το αφιερώνει στον ποιητή Nexhat Hakiu ως αξιόλογη φωνή στη δεκαετία 1930-1940. Τον αποκαλεί λυρικό ποιητή, που σύμφωνα με τον ίδιο σημαίνει «ποίηση που καθρεφτίζει τη ζωή του χωρικού, του απλοϊκού ανθρώπου, τις ανησυχίες του, τα αισθήματά του, τις παραδόσεις του τόπου του». Δηλαδή μια ποίηση λυρική και βουκολική, με εσωτερική ένταση, όπου ο ποιητής δεν μιλάει ο ίδιος, αλλά αφήνει τον ήρωα του να μιλήσει. Αναφερόμενος στον Μ. Κρότσε, υποστηρίζει ότι για έναν ποιητή η διαίσθηση είναι το κύριο στοιχείο ενός αληθινού ταλέντου και ότι η υφολογία είναι το εξωτερικό περίβλημα της τέχνης και όχι η ίδια η τέχνη. Αλλά ένα πιο αναλυτικό ταμπλό της σύγχρονης αλβανικής ποίησης, μέσα από διάφορα ποιητικά προφίλ, το συναντούμε στο άρθρο του για το βιβλίο «Ανθολογία – δέκα ποιητές», που εκδόθηκε το 1939, με επιλεγμένα ποιήματα των πιο νέων ποιητικών φωνών. Η έκδοση αυτή, η οποία ακολουθήθηκε από μια δεύτερη Ανθολογία, αποτελούσε πράξη άρνησης των νέων ποιητών να συνεργαστούν με τον φασιστικό τύπο. Επειδή και ο ίδιος συγκαταλέγεται κατά κάποιον τρόπο στη γενιά αυτή, μια τέτοια έκδοση δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητη.

Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ενώ φανερώνει κάποια συμπάθεια απέναντί τους, δεν παύει ωστόσο να είναι απαιτητικός γιατί, όπως λέει «η ποίηση είναι ο αφρός της ανθρώπινης σκέψης», άρα «το κύριο στοιχείο κρίσης απέναντί της είναι η αυστηρότητα». Επειδή, όπως επιμένει, έλειπε η ποιητική παράδοση, οι νέοι ποιητές ακολουθούσαν τα αχνάρια της ευρωπαϊκής ποίησης. Εξαιρώντας τον Fishta, για το Λίλλη είναι αμφισβητήσιμες οι ποιητικές αξίες των Frasheri, Çajupi και Asdreni, οι οποίοι έγραψαν το έργο τους μέσα στο κλίμα του κλασικισμού και του ρομαντισμού. Η νέα γενιά των αλβανών ποιητών, όπως λέει, δεν μπορεί να πατήσει  στα αχνάρια τους, αλλά πατεί στα αχνάρια της δεύτερης γενιάς όπως ο Poradeci και ο Koliqi, οι οποίοι και αποτελούν τον πρώτο κύκλο της καθαρής ποίησης, της λυρικής. Κι επιμένει ότι οι νέοι ποιητές αποτελούν την τρίτη γενιά και, με αφορμή την Ανθολογία παραθέτει συμπυκνωμένα τις απόψεις του μέσα από αυστηρή κρίση. Σε κάποιες περιπτώσεις διαπιστώνει κανείς στην κρίση του μια κάποια υποκειμενικότητα ή και ανεπάρκεια επιχειρημάτων. Παρ’ όλα αυτά, στα άρθρα ξετυλίγεται η ατομικότητά του ως κριτικός, εμφαίνεται το λεπτό του αισθητήριο, η επαγγελματική του επάρκεια, η θεωρητική του κατάρτιση και η γνώση της αλβανικής λογοτεχνίας. Για να φτάσει στην αξιολόγηση του καθενός του αρκούν μόνον 2-3 ποιήματα και όχι το σύνολο. Γιατί στον καθένα προσπαθεί να ανακαλύψει το ουσιαστικό και το τυπικό, το φως και τη σκιά. Και ξεκινάει με την ποίηση του Helenau (Kol Mirdita), στην οποία διαπιστώνει «ειλικρινή διάθεση, αβίαστη σκέψη, χαλαρό στίχο, απαισιόδοξο πνεύμα, γλυκύτητα», αλλά από την άλλη, διαπιστώνει «έλλειψη καλλιτεχνικής οργάνωσης και ποιητικής αρμονίας».

Για το Λίλλη, ο πιο ταλαντούχος ποιητής της νέας γενιάς  είναι ο Migjeni, ο οποίος «μόλις αρχίζεις να τον διαβάσεις, σου αλλάζει τον ψυχικό σου κόσμο». «Ο ποιητής, το δράμα του το μεταμορφώνει σε ποίηση», γράφει. «Ένα ευρύ ανθρώπινο δράμα, που μπορεί να έχει ως πηγή τη φτώχεια, αλλά πιο κάτω το αναβαθμίζει σε πραγματικό ψυχικό δράμα… Οι λέξεις του δεν κάνουν παιχνίδια με το νόημα… Η πραγματικότητα μετουσιώνεται σε τέχνη…». Ο Λίλλης είναι τόσο σίγουρος  για το ταλέντο του Migjeni, που προβλέπει πως «πολύ γρήγορα θα φθάσει στην αναγνώριση που του αξίζει». Από την άλλη, διαπιστώνει ότι «ο Migjeni δεν μοιάζει με κανέναν από τους ποιητές, που ξεκίνησαν να γίνουν μεγάλοι» και, από την άποψη της θλίψης,  της έλλειψης χαράς, τον συγκρίνει με τους Πόε και Ουίτμαν. Στην ποίηση του Platonicus (Veli Stafa) διαπιστώνει ότι «δεν λείπει η αληθινή πνοή… αν και κυρίαρχα στοιχεία του στίχου του είναι η μελαγχολία και η απαισιοδοξία του θανάτου. Πιο πολύ είναι ποιητής της σκέψης». Τον θεωρεί ευγενή ποιητή, με υψηλά φρονήματα, αλλά ποιητή του φθινοπώρου και των στενάχωρων ημερών. Τον κατακρίνει που ενίοτε το λεξιλόγιό του είναι αντιποιητικό και του λείπει η απαραίτητη αρμονία του λυρισμού. Όπως για το Migjeni και τον Helenau, έτσι και για τον Platonikus, εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για την πρόωρη αποδήμηση από τη ζωή, καθώς απ’ αυτόν «αναμένονταν ωραία ποιητικά έργα».

Μετά τους θανόντες, ο κριτικός ασχολείται με τους εν ζωή ποιητές, «οι οποίοι ακόμα δεν έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητά τους». Γι’ αυτό και η κρίση του είναι πιο αυστηρή και οι απαιτήσεις του μεγαλύτερες. Ξεκινάει με τον Dhimiter Shuteriqi, ο οποίος προέρχεται από τη σχολή Μποντλαίρ, αλλά «η μίμηση ακόμα κι ενός μεγάλου ποιητή, μας κάνει να ελπίζουμε, αλλά και να αμφιβάλλομε». Υπενθυμίζοντας τους κινδύνους, τονίζει ότι «Ο Shuteriqi δεν αισθάνεται σκλάβος της ομορφιάς του Μποντλαίρ», αν και επιμένει πως «ζει κάτω από το φως του μποντλερικού άστρου». Τέλος, εκφράζει την εμπιστοσύνη του ότι θα τον βρει τον εαυτό του, μάλλον πιστεύει ότι «είναι η μεγαλύτερη ελπίδα της σύγχρονης αλβανικής ποίησης».

Μεταξύ των άλλων ποιητών, ο Λίλλης εκτιμάει και τον Aleks Çaçi για τη γλύκα και την καλλιέργεια του στίχου του, την ειλικρίνεια και την ανθρώπινη υφή των αισθημάτων του. Τον θεωρεί «αληθινό ποιητή», όπως αληθινό θεωρεί και τον Thanas Konomi, ο οποίος «ξεχωρίζει για την απόλυτη αλήθεια» και ότι είναι ερωτευμένος με την απλότητα της κλασικής ελληνικής ποίησης. Διαφορετική άποψη εκφράζει για τον Vedat Kokona, που τον θεωρεί μαθητή της γαλλικής ερωτικής ποίησης και τον περιγράφει ως «αριστοκράτη ποιητή, που αρκείται με τον γλυκό ναρκισσισμό της αυτοϊκανοποίησης». Στην ποίηση των M. Peshkopia, N. Hakiu και Shefqet Musaraj βλέπει τη συνέχιση της ποίησης του L. Poradeci, η οποία  περιορίζεται στον εαυτό της και μένει μακριά από ξένες επιδράσεις. Για το Γιάννη Λίλλη η «Ανθολογία» των νέων ποιητών είναι «μια πραγματική ελπίδα» όσον αφορά το μέλλον της αλβανικής ποίησης και, ο χρόνος τον δικαίωσε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του και οι πληροφορίες του για την ξένη λογοτεχνία, η οποία παρουσιαζόταν στον καθημερινό τύπο. Και πρώτα-πρώτα πρέπει να αναφέρουμε το δοκίμιο «Κωστής Παλαμάς, ένας μεγάλος ειδωλολάτρης», γραμμένο με αφορμή το θάνατο του έλληνα ποιητή, στο οποίο ο Λίλλης εκφράζει τον θαυμασμό του, αλλά και τη βαθιά γνώση και αρμοδιότητα του για τη ζωή και το έργο του. Αναφέρεται στα κύρια στάδια της ζωής του και στις αναμφισβήτητες αξίες του έργου του. Υπογραμμίζει  την ορθή στάση του ποιητή στο  θέμα της μακράς αντιπαράθεσης των οπαδών της καθαρεύουσας και της δημοτικής, δηλώνοντας ταυτόχρονα και τη δική του θέση ως υποστηρικτής της δημοτικής. Τη θέση αυτή, λέει ο Λίλλης, ο ποιητής την στηρίζει όχι μόνον σε επιστημονικά επιχειρήματα, αλλά και με το ίδιο το μεγαλειώδες καλλιτεχνικό έργο του. Με την ευκαιρία αυτή, ο Λίλλης μεταφέρει στο αλβανικό κοινό τις αξίες ενός τέτοιου θησαυρού με ανθρώπινη και λαϊκή πνοή, υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, παγκόσμια μηνύματα, πρωτότυπο και προσωπικό ύφος. Τον χαρακτηρίζει ως μεγάλο λυρικό ποιητή, που με τον ερωτικό και πατριωτικό λυρισμό του άγγιξε κορφές. Ξεχωριστή θέση δίνει στην ποιητική σύνθεση «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», μέσα από την οποία ξετυλίγονται οι φιλελεύθερες ιδέες του ποιητή και ο Γύφτος γίνεται σύμβολο του ελεύθερου ανθρώπου. Ο Παλαμάς, λέει, είναι όσο ποιητής, άλλο τόσο και φιλόσοφος, γι’ αυτό και η ποίησή του είναι αυτή που είναι. «Όσο βαθιά είναι τα συναισθήματα του ποιητή, τόσο βαθιές είναι και οι σκέψεις του», λέει και πιστεύει πως ο Παλαμάς δεν μπορεί να μεταφραστεί, γιατί, «πώς μπορεί να μεταφραστεί μια ποίηση που την ομορφιά της τη στηρίζει περισσότερο στην αρμονική διάπλαση και ευρυθμία της λέξης, προπαντός στη λυρική ποίηση». Το δοκίμιο του Λίλλη για το θάνατο του Παλαμά ήταν ο μόνος φόρος τιμής που αποδόθηκε προς το μεγάλο ποιητή από το αλβανικό κοινό.

Το 1940 ο Λίλλης έγραψε τη σύντομη μελέτη «Η σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία», στην οποία παρουσιάζει σε αδρές γραμμές την εξέλιξή της κατά το πρώτο μισό του 20-ου αιώνα, όπως στην ποίηση έτσι και στην πεζογραφία. Είναι ολοφάνερο ότι γνωρίζει την αξία του στοιχείου, διαθέτει επαρκή κατάρτιση και επαγγελματική αρμοδιότητα. (…). Κάνει λόγο για μια νέα ποίηση που ακολούθησε την κλασική ποιητική κληρονομιά, την οποία εκπροσωπούσαν μεγάλα ονόματα όπως οι Karduçi, Paskoli και D Anuncio με τη μεγάλη ιστορική τους προσφορά και που ο Λίλλης τους γνωρίζει καλά και τους φέρνει ενώπιον του αλβανικού κοινού (…). Η νέα ιταλική ποίηση, σύμφωνα με το Λίλλη, θα εκπροσωπηθεί από ποιητικές μορφές με πρώτο τον Xh. Ungareti,  που πράγματι,  αργότερα έγιναν διάσημα ονόματα (…) Δίπλα στον Ungaretti αναφέρει και κορυφές όπως ο E.Montali με τη δραματική του ποίηση, ο S. Kuasimondo με την καταπληκτική μεταφυσική του έκφραση, η Ada Negri με τον απλό, αλλά υποβλητικό λυρισμό της.

Στο δεύτερο μέρος της μελέτης πραγματεύεται θέματα της ιταλικής πρόζας, την οποία και εκτιμάει ως ισάξια της ιταλικής ποίησης, σε αντίθεση με τον Xh. Papini που τη χαρακτηρίζει ως ποιητική (…). Στην πλειάδα των πετυχημένων πεζογράφων της,  εποχής, ο Λίλλης υπογραμμίζει την τριάδα των S. Borgeze, A. Gatti και A. Moravia. Από τον τελευταίο, που είναι και ο νεότερος της τριάδας, αναφέρει το μυθιστόρημα Ο αδιάφορος, στο οποίο ο πεζογράφος διακρίνεται για την ψυχογραφική του ικανότητα και τον επαγγελματισμό ως αναφορά τη δομή του έργου. Δεν παραλείπει να ενημερώσει το αλβανικό κοινό για την μυθιστοριογράφο G. Deledda, στην οποία αργότερα απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ.

Στην κληρονομιά του Γιάννη Λίλλη συγκαταλέγεται και η σύντομη πρόζα αποτελούμενη από σκίτσα, λογοτεχνικές πινελιές και κανένα μικρό διήγημα, τα οποία εκδίδονταν στον ημερήσιο τύπο με το ψευδώνυμο Jankrili (Jani Kristo Lili). Η σύντομη πρόζα καλλιεργούνταν ευρέως από τη γενιά του 1930 με κύριους εκπροσώπους τους A. Varfi, Veli Stafa, Qemal Stafa, Vedat Kokona, κλπ, αλλά με πρώτο και καλύτερο το Migjeni, ο οποίος και δημιούργησε νέα παράδοση στο είδος αυτό. Ο Γιάννης Λίλλης θα περπατούσε πάνω στην παράδοση αυτή και θα καθρέπτιζε κοινωνικά θέματα, μέσα από κριτική και ρεαλιστική ματιά. Δεν συμβιβάζεται με την αδικία και την κοινωνική ανισότητα, βλέπει την κοινωνία από την προοδευτική ματιά και τα γραπτά του ενίοτε τα χαρακτηρίζει μια κάποια επαναστατικότητα. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί πολλές φορές αλληγορικά σχήματα. Ταυτόχρονα χειρίζεται άψογα την αλβανική γλώσσα και τις στιλιστικές αποχρώσεις που δείχνουν αληθινό πεζογράφο.

Με τις μικρές αυτές πρόζες, τελειώνει η λογοτεχνική δραστηριότητα του Γιάννη Λίλλη στην αλβανική. Το όνομά του δεν φαίνεται πια στον τύπο της εποχής. Τα κύματα του πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου τον απομακρύνουν από την Αλβανία και τον αποκόπτουν από τη δημιουργία στη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας του. Στα επόμενα χρόνια θα ζήσει τη ζωή του ως συγγραφέας και δημοσιογράφος, παράγοντας σημαντικά έργα στη μητρική του γλώσσα, τα οποία και του έδωσαν τιμητική θέση ανάμεσα στους συμπατριώτες του. Ωστόσο, απ’ όσα έγραψε στην αλβανική μαζί με το βιβλίο του Στα μεθυσμένα Βαλκάνια στο οποίο βλέπει με συμπάθεια τον αλβανικό λαό, τον καθιστούν ως μια μορφή, για την οποία η ιστοριογραφία μας θα πρέπει να του προσφέρει τη θέση που του ανήκει.

 Μετάφραση: Α. Ζ.

Janis Lilis-Ballkani i dehur, Botime albprinder, Τίρανα 2012, σελ 19-26

 

*Ο Νάσιο Γιωργκάκι είναι συγγραφέας, σεναριογράφος, μεταφραστής, μελετητής της Αλβανικής λογοτεχνίας και ιστορίας. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων και βιβλία μελετημάτων, δοκιμίων, και άρθρων πάνω στην θεωρία της λογοτεχνίας.

Φωτογραφία Ν. Γιωργκάκι: www.gazetadita.al

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση