Ο ΟΥΡΑΝΗΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΣΑΡΑΝΤΑ

 

Περνώντας μπρος από το Βίδο, το Μπεογράδ χαιρετάει τρεις φορές με τη σειρήνα του τους αναρίθμητους σερβικούς τάφους – και βάζει πλώρη για τους Αγίους Σαράντα.

Ίσαμε που να φθάσομε, παραπλέομε απότομα βουνά χωρίς καλλιέργεια, χωρίς δέντρο, χωρίς ανθρώπινους συνοικισμούς. Η γυμνότητα κ’ η ερημία έχουν κάτι το εφιαλτικό. Τα μόνα πράματα που αντίκρυσαν τα μάτια μου είταν δυο στάνες – κολλημένες στις πλαγιές ενός βουνού σαν πεταλίδες.

Οι Άγιοι Σαράντα, που λευκάζουν, ενώ πλησιάζομε, σαν ένα κοπάδι προβάτων στο ριζοβούνι τους δεν μου ήταν άγνωστοι. Είχα περάσει κάποτε, όταν ανήκαν στην Ελλάδα, και μου είχαν αφήσει από το πλοίο την εντύπωση μιας ασήμαντης κωμόπολης, όπου το ελληνικό κράτος αντιπροσωπευόταν από λίγους – αξούριστούς και νυσταλέους – χωροφύλακες. Ως αλβανικό όμως λιμάνι, και πρώτη μου επαφή με το βασίλειο των Σκιπετάρ, οι Άγιοι Σαράντα έπαιρναν για μένα καινούργιο ενδιαφέρον. Γι’ αυτό κι όταν πληροφορήθηκα ότι το Μπεογράδ θα στάθμευε δύο ώρες για ξεφόρτωμα εμπορευμάτων, βιάσθηκα ν’ αποβιβασθώ – μαζί με δυο – τρεις Αρβανίτες που φορούσαν άσπρες φλοκάτες κάπες, μάλλινα στενοβράκια κ’ ένα καλπάκι στο κεφάλι.

Οι Αλβανοί έχουν προσέξει να ’ναι καλή η πρώτη εντύπωση του ταξιδιώτη από το βασίλειό τους. Στο ύψος ενός πανύψηλου κονταριού κυματίζει στην παραλία μια πελώρια σημαία, κ’ οι αρχές που ανεβαίνουν στο βαπόρι έχουν μεγάλο αέρα. Ο ναύτης του Λιμεναρχείου, που τοποθετείται στη σκάλα του καραβιού μας, είναι ξανθός, ξουρισμένος και κομψός σαν ναύτης αγγλικού πολεμικού, οι τελωνειακοί έχουν στολές θυρωρών μεγάλων ευρωπαϊκών ξενοδοχείων, οι λιμενικοί άψογη τσάκιση στα πανταλόνια τους και γάντια στα χέρια, κι ο αξιωματικός που σαλτάρει με χάρη ακροβάτη στο κατάστρωμα είναι βγαλμένος από το κουτί. Γάντια, μπότες, πελερίνα, στολή – όλα είναι της ώρας. Έχω μάλιστα την ιδέα ότι φορούσε και κορσέ…

Δυστυχώς η πρώτη αυτή πολιτισμένη εντύπωση είναι κ’ η μόνη. Οι Άγιοι Σαράντα εξακολουθούν να ’ναι η ίδια ασήμαντη, καθυστερημένη και θανάσιμα ανιαρή κωμόπολη που είχα δει άλλοτε. Είχαν λείψει οι νυσταλέοι χωροφύλακές μας, αλλά δεν είχε προστεθεί τίποτα. Οι κάτοικοι, αλλάζοντας εθνικότητα, είχαν φορέσει απλώς από την ανάποδη το ίδιο ρούχο. Καθισμένοι έξω από άθλια καφενεδάκια η μπρος σε μουχλιασμένα μικρομάγαζα, μας κοίταζαν με το νυσταγμένο εκείνο βλέμμα που έχουν οι γορίλες των Ζωολογικών Κήπων. Ο κεντρικός δρόμος μύριζε τουλουμοτύρι και βρωμούσε πετσιά. Μπρος σ’ ένα ακάθαρτο μπακάλικο είταν κρεμασμένοι δυο μπακαλιάροι σαν φανέλες για στέγνωμα, ενώ δίπλα, στο παράθυρο μιας ξύλινης παράγκας σκεπασμένης με ντενεκέδες, είταν κολλημένα χρωματιστά φιγουρίνια μιας αντρικής μόδας που είχε ανθίσει πριν τριάντα χρόνια – που είχε ανθίσει και μαραθεί. Πάνω από την πόρτα της, ένα σανιδόξυλο που το κουνούσε ο αέρας είχε μιαν αλβανική επιγραφή και τη γαλλική της εξήγηση: «Tailleur» – για να ξέρει, προφανώς, που ν’ αποταθεί ο ξένος περιηγητής που θα ’χε ακατανίκητη επιθυμία να κάνει τα κουστούμια του στους Αγίους Σαράντα…

Αυτό ήταν το μόνο «αξιοθέατο» των Αγίων Σαράντα. Γι’ αυτό και, πέντε λεπτά αργότερα, χορτασμένος Αλβανία, ένοιωθα σα φαγούρα την επιθυμία να ξαναγυρίσω στο πλοίο.

Κώστας Ουράνης

Ταξίδια – Γλαυκοί δρόμοι. Βορινές θάλασσες, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1955, σελ 18 – 19, απόσπασμα

 

 

Φωτογραφία: Άγιοι Σαράντα, 1916
Πηγή: Ministère de la Culture (France)

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση