ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

Στo πλαίσιο του «Έτους Ιωάννη Λίλλη» δημοσιεύουμε ένα ανέκδοτο πεζογράφημα του συγγραφέα, το όποιο εντόπισε κι εξασφάλισε μετά από προσπάθειες και κόπο δεκαετιών ο λογοτέχνης Θωμάς Στεργιόπουλος. Σ’ αυτόν ανήκει η μεταγραφή του κειμένου από το χειρόγραφο, η επιμέλεια και ο προλογισμός.

 

Οι σκλάβοι του κάμπου

Οι σκλάβοι του κάμπου IΈνα ανέλπιστο δώρο έφτασε στα χέρια μου απ’ την Αυστραλία, χάρη στο ενδιαφέρον και την αγάπη για τα γράμματα του ξενιτεμένου φίλου μου απ’ την Πρέβεζα, του Χρήστου Σιώρου.

Είναι ένα χειρόγραφο του Δεροπολίτη πεζογράφου Γιάννη Λίλλη. Ένα απ’ τα ανέκδοτα κείμενά του που περιμένουν καταχωνιασμένα σε κάποιο χαρτοκιβώτιο στη Μελβούρνη πενήντα χρόνια τώρα. Φέρει τον τίτλο «Οι σκλάβοι του κάμπου». Δεν είναι διήγημα, πεζογράφημα είναι, γραμμένο με μολύβι, κάπως ξεθωριασμένο, όμως διαβάζεται άνετα.

Πέρα απ’ τη συγκίνηση που μου προκάλεσε, πιστεύω πως είναι σημαντικό για δυο λόγους. Αναφέρεται στη Δερόπολη και το Αργυρόκαστρο, ταυτόχρονα αποτελεί και μια ματιά στο εργαστήρι ενός πεζογράφου για τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε.

Μας γυρίζει πολλά χρόνια πίσω, στα 1943, την περίοδο όπου ο Γιάννης Λίλλης δημοσιογραφούσε σε αλβανικές εφημερίδες και περιοδικά. Εκεί εντοπίζεται για πρώτη φορά ο τίτλος του. Ίσως να είναι κάποιο σκίτσο, η χρονογράφημα, ίσως και διήγημα. Τα αλβανικά κείμενά του μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, παραμένουν ακόμα αθησαύριστα.

Όταν το 1946, εξέδωσε στην Αθήνα το οδοιπορικό «Στα μεθυσμένα Βαλκάνια», στο βιογραφικό του υπόσχεται πως σύντομα θα κυκλοφορήσει το βιβλίο «Οι σκλάβοι του κάμπου», κοινωνικά διηγήματα παρμένα απ’ τη ζωή του αλβανικού και Βορειοηπειρώτικου κόσμου.

Το βιβλίο με τα διηγήματα δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Ίσως να έμεινε ανέκδοτο και να βρίσκεται στο μυστηριώδες κιβώτιο με τ’ άλλα γραπτά του.

Όμως το 1952, στα τεύχη 15 και 16 του περιοδικού «Ηπειρωτική Εστία» ο Γιάννης Λίλλης δημοσίευσε το συγκλονιστικό διήγημα «Το καλαμπόκι του αγά». Ο αστερίσκος στο τέλος της πρώτης σελίδας, είναι διαφωτιστικός και επαναλαμβάνει μια παλιά υπόσχεση του: «το διήγημα είναι παρμένο από τη συλλογή ‘’Οι σκλάβοι του κάμπου’’, που ετοιμάζεται για έκδοση».

Ανάμεσα στην πρώτη αναγγελία του 1946 και τη δεύτερη του 1952, μεσολαβούν έξη χρόνια. Εύλογος χρόνος για την ολοκλήρωση ενός βιβλίου. Στα επόμενα τεύχη του μακρόβιου περιοδικού «Ηπειρωτική Εστία», δεν εντοπίσαμε κανένα άλλο διήγημά του. Πιστεύω πως δεν ολοκλήρωσε το βιβλίο. Ίσως να ήταν ένα απ’ τα όνειρα και τα δημιουργικά σχέδια του συγγραφέα με την πολυκύμαντη ζωή και τον πρόωρο θάνατο.

Το γεγονός ότι σώθηκε ανάμεσα στ’ άλλα χαρτιά του, μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι προοριζόταν ως εισαγωγή στην ανέκδοτη συλλογή. Για ένα όμως είμαστε βέβαιοι. Ότι το έγραψε πριν από το 1944, όταν τα χωριά και ο κάμπος της Δερόπολης ήταν τσιφλίκια των καστρινών μπέηδων και αγάδων.

«Οι σκλάβοι του κάμπου», με την περιγραφική δύναμη και το στοχαστικό λόγο τους, θυμίζει σελίδες από τα «Μεθυσμένα Βαλκάνια» και λιγότερο το κοφτό και δραματικό ύφος του διηγήματος «Το καλαμπόκι του αγά».

Είναι ίσως το μοναδικό κείμενο στο οποίο ο Γιάννης Λίλλης, καταπιάνεται με τη Δερόπολη και την ανθρωπογεωγραφία της. Στο δεύτερο κεφάλαιο μας παρουσιάζει ανάγλυφα την πέτρινη πόλη του Αργυροκάστρου. Αν και χειρόγραφο, πρώτο χέρι, είναι γραμμένο από άνθρωπο που δε σηκώνει προχειρότητες. Δεν έχει τίποτα το κοινό με ηθογραφικές και φυσιολατρικές περιγραφές. Φαίνεται το χέρι του συγγραφέα και το προσωπικό του ύφος, που τον ξεχωρίζει.

Αναμφίβολα αποτελεί άλλη μια ψηφίδα απ’ το σκορπισμένο έργο του Γιάννη Λίλλη, συγγραφέα που η ζωή και η μορφή του περιβάλλονται από ένα πέπλο μυστηρίου.

Σιγά-σιγά έργο και συγγραφέας αναδύονται, επιστρέφουν στον τόπο τους, βρίσκουν τους αναγνώστες. Επαναπατρίζονται. Παίρνουν τη θέση που τους ανήκει στα Βορειοηπειρωτικά γράμματα.

Φυσικά οι καιροί έχουν αλλάξει και ο κάμπος της Δερόπολης ανήκει στους Δεροπολίτες κι όχι στους αιώνιους δυνάστες του. Όμως από ένα συγγραφέα, δεν ζητάμε την ιστορική αλήθεια. Το συναίσθημα, τη συγκίνηση και τη σαγήνη του λόγου ψάχνουμε. Κι αυτά τα μυστικά ο Γιάννης Λίλλης, τα κατέχει όσο ελάχιστοι Βορειοηπειρώτες συγγραφείς.

Θωμάς Στεργιόπουλος

 

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

Κεφάλαιο πρώτο

ΔερόποληΑρχίζει από τα χαμηλώματα της Κακαβιάς και τελειώνει απαλά στα στενά της Κλεισούρας. Αριστερά ξανοίγεται προς τα Βρυσερά και δεξιά φτάνει ως τα ελληνικά σύνορα. Απ’ εδώ και κάτω απλώνεται ως που αντέχει το μάτι σου. Απ’ τις δύο πλευρές τεντώνεται σύριζα στα βουνά κι αλλού στενεύει, αλλού πλαταίνει, πειθαρχημένος στους αμετάβλητους κυματισμούς των βουνών. Ως το Παλιόκαστρο δεν αλλάζει τ’ όνομά του:

Ο κάμπος της Δρόπολης.

«Δρυϊνουπόλει πεδίον» τον έγραφαν τα παλιά κιτάπια των αρχαίων Ελλήνων σαν κατέβηκαν κείνα τα χρόνια, να εξευγενίσουν την ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ, την τωρινή Ήπειρο.

Δρυϊνούπολις, Ερμάς και παρακάτω η Απολλωνία. Ακαδημίες, θέατρα και μαρμάρινοι βωμοί με καλοδουλεμένα αγάλματα που τ’ άρπαξε η Ρώμη κι ό,τι απόμεινε τα ‘κλεισαν στο Μουσείο των Τιράνων. Αλλού πέρασε ξώπετσα η σκαπάνη του αρχαιολόγου κι αλλού ούτε πάτησε ακόμα το ποδάρι του ερευνητή.

Ο κάμπος της Δρόπολης. Έτσι θα τον έλεγαν στη γλώσσα τους κι οι μισθοφόροι του Παύλου Αιμίλιου, όταν χίμηξαν να πλιατσικολογήσουν και να κάψουν τα χωριά και τις πολιτείες του, αυξάνοντας τη ρωμαϊκή δόξα (χλιδή).

Θα ‘πρεπε να ‘ταν γεμάτος βελανιδιές τα παλιά χρόνια αυτός ο κάμπος για να πάρει αυτό τ’ όνομα. Και σαν ειρωνεία σ’ όλη την άπλα του σήμερα, δεν έχει άλλο από σποραδικές αγριαχλαδιές, κάπου – κάπου βατομουριές στις όχθες των χωραφιών κι ακόμα πιο σπάνια να δροσιστεί η ματιά του ανθρώπου στην πρασινάδα κανενός πλατανιού, σ’ όλη τη φιδωτή διαδρομή του Δρίνου.

Από πάπο σε πάπο δε θυμούνται οι κάτοικοι της Δρόπολης να ‘ταν αλλιώτικος αυτός ο κάμπος. Όσο ψηλά στα χρόνια κι αν ανηφορίσει η σκέψη τους, δεν μπορούν να φανταστούν τούτη την καμπίσια άπλα διαφορετική. Έτσι τη βρήκαν απ’ τους προγόνους κι έτσι την παίρνουν απ’ τα ροζιασμένα χέρια τους τα παιδιά τους.

Ολόκληρη η ζωή τους είναι τούτος ο κάμπος. Το χειμώνα ζυμώνονται με την λάσπη του και το καλοκαίρι ανακατεύονται με την σκόνη του κάτω από έναν ήλιο που η κάψα του μαλακώνει το τσαπί και το δρεπάνι. Και τότε, εκεί κατά το βάχτι του μεσημεριού αναθεματίζουνε τη γύμνια του κάμπου και κυνηγούνε την αδύνατη σκιά της γκορτσιάς να φάνε το αχαμνό ξινόγαλο και να ξαποστάσουν μια ώρα το παιδεμένο κορμί τους. Σέβονται κι αγαπούν ειδωλολατρικά αυτή την άπλα και το μόνο που δεν μπορούν να χωνέψουν είναι γιατί αυτό το χώμα που τόσο περιποιούνται να μην είναι δικό τους και ν’ ανήκει στους μπέηδες και στους αγάδες του Αργυροκάστρου. Αυτοί ποτέ δεν πόνεσαν τον κάμπο, ποτέ δεν δούλεψαν στο χώμα. Το πώς βρέθηκαν αφεντάδες αυτής της γης, ο ζευγίτης δεν το ξέρει κι ούτε μπορεί να το καταλάβει. Αυτή την κατάσταση την αισθάνεται σα θεϊκή κατάρα, σα μια τρομερή επιδημία ή όπως τον αδυσώπητο θάνατο.

Την ώρα του θέρου βαραίνει πάνω του η παρουσία του αγά που έρχεται να τ’ αρπάξει το τρίτο της σοδειάς. Βράζει μέσα του, καίγεται ολόκληρος, αλλά δαγκώνεται, τρώγεται με τη μοίρα του και σωπαίνει. Ο μπέης κρατάει το νόμο κι ο νόμος είναι δυνατότερος από το αλέτρι που σκίζει τη γη και το δρεπάνι που κόβει το στάρι. Κι επειδή οι κοιλαράδες τους έρχονται με τ’ άλογά τους και με τους δούλους τους, απ’ το Κάστρο, μισάει κι αντιπαθεί και την ανήλιαγη πολιτεία και τη βλέπει σαν το βραχνά της ζωής του. «Ας ήτανε Θε μου να καεί αυτή η φιδοφωλιά, να γλυτώσει ο κάμπος μας».

Τα ίδια αισθήματα μεταφυτεύονται από γενιά σε γενιά αιώνες τώρα. Είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και δεν μιλούνε άλλη γλώσσα απ’ την ελληνική. Και τούτο πάλε δεν μπορούν να το καταλάβουν. Είναι Έλληνες, αλλά τους χώρισαν με σύνορα απ’ την πατρίδα τους και την τύχη τους την διευθύνουν πότε οι Τούρκοι, πότε οι Αυστριακοί ή οι Ιταλοί και τελευταία οι Αλβανοί.

Εν’ άλλο αμετάβλητο στοιχείο που δένει καθημερινά τη ζωή τους είναι ο Δρίνος. Ένα μεγάλο ξεροπόταμο που μπαίνει στη Δερόπολη απ’ την Αρίνιστα, εκεί που αρχίζουν τα ελληνικά σύνορα και χάνεται στα στενά της Κλεισούρας. Πιστός σύντροφος του κάμπου, παρακολουθεί όλη την άπλα το χειμώνα θολός απ’ το χώμα που κουβαλάει στα θυμωμένα νερά του, την άνοιξη γαλαζοπράσινος, όλο γυρίσματα και νάζια και το καλοκαίρι γυμνός, κοκαλιάρης, ένας σκελετός που σου γεννάει τον οίκτο και την στεναχώρια.

Αλλά το χειμώνα βγάζει όλο το άχτι του. Ηγεμόνας του κάμπου, μουγκρίζει, φοβερίζει, την αδυναμία του ανθρώπου. Καβαλάει απειθάρχητος τα γεφύρια και ξεχύνεται στα πλαϊνά χωράφια. Αλλού τα γεμίζει χαλίκι κι αλλού τα πλουταίνει με γόνιμη λάσπη, κλεμμένη στο διάβα του.

Τούτη την ώρα οι κάτοικοι του κάμπου κλείνονται μέσα στα σπίτια τους που ‘ναι χτισμένα στα χαμηλώματα του βουνού, μακριά απ’ το Δρίνο και διηγούνται ήρεμα τις παλιές ιστορίες του τόπου. Είναι σίγουροι από πείρα για τους νόμους της φύσης. Θα θυμώσουν, θα ξεσπάσουν και θα καταπέσουν στην παράξενη αίσθηση της γαλήνης που ακολουθεί τη θύελλα.

Ότι κι αν κάμει ο Δρίνος, ό,τι κι αν παρασύρει, σε λίγες μέρες πάλε θα συμμαζευτεί, πειθαρχημένος στις όχθες του. Και τότε θα ξεμυτίσουν με τα τσαπιά και τα φτυάρια να εκτιμήσουν τη ζημιά ή το όφελος και να ξαναβαθύνουν τους τράφους των χωραφιών τους. Μα σαν τύχαινε οι μεγάλες βροχές να συνεχίζουν μερόνυχτα ολόκληρα –κι αυτό συνέβαινε μιαν φορά στα πέντ’ έξι χρόνια– τότε ο κάμπος γινόταν μια απέραντη λίμνη που δεν ξεχώριζε πουθενά το ποτάμι και μονάχα τα γυμνά κλαριά των ελάχιστων δέντρων ξεμυτίζουν σαν τεντωμένα χέρια πνιγμένου που ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια.

Ένα δέος κυρίευε όλα τα χωριά της Δρόπολης. Ενδόμυχα άπλωνε ο φόβος μη πάει και ψηλώσει το νερό και φτάσει τα σπίτια τους, μη πάει και πνίγηκε μια για πάντα ο αγαπημένος κάμπος τους και πάνω του κατακάτσει τούτη η πλημμύρα. Και τότε…

Τα νερά κόντευαν να φτάσουν τα σπίτια. Οι γερόντοι μπαινόβγαιναν ήρεμα, σταθερά σαν τα στοιχεία της φύσης. Οι νεώτεροι με την ανησυχία τους φαίνονται να ρωτούσαν: Τί θα γίνει τώρα; Πού θα πάμε; Πώς θα ζήσουμε χωρίς τον κάμπο;

Στις ανέκφραστες ερωτήσεις οι παλαιότεροι απαντούσαν:

– Δεν είναι τίποτα. Ο ουρανός θα καθαρίσει και τα νερά θ’ αρχίσουν απόψε ν’ αποτραβιούνται. Ήσασταν αγέννητοι ακόμα για να θυμάστε τις σέλες* του 1893. Και το ’16 ακόμα, ένα χρόνο ύστερα απ’ την Αυτόνομο, όταν ανάγκασαν οι Μεγάλες Δυνάμεις να τραβηχτεί ο ελληνικός στρατός και να συνθηκολογήσει ο τόπος με το νεογέννητο κράτος της Αλβανίας. Έτσι έγινε τότε και πικραμένοι τραβηχτήκαμε στα ψηλώματα με μόνο προστάτη τα ντουφέκια που κρατήσαμε απ’ τον πόλεμο.

Έτσι έγινε τότε. Και μ’ όλο το αίμα που χύθηκε τίποτε δεν άλλαξε στον κάμπο της Δρόπολης. Οι ζευγίτες στεναχωρημένοι κατέβηκαν να ξαναοργώσουν τα χωράφια για να ζήσουν, το ποτάμι συνέχιζε το δρόμο του σα να μην έγινε τίποτα στο βασανισμένο αυτό τόπο. Κλείστηκαν πάλι οι χωριάτες στον εαυτό τους. Ανακατεύτηκαν με τη λάσπη και τη σκόνη, όργωναν, σκάλιζαν, θέριζαν, έδιναν με σφιγμένα δόντια το τρίτο του Αγά κι απ’ το υπόλοιπο το δέκατο στο γκοβέρνο, παντρεύονταν, γεννοβολούσαν και πέθαιναν.

 

*σέλες: Δροπολίτικη λέξη. Έτσι ονομάζουν τις ραγδαίες πολυήμερες βροχές που πλημμύριζαν τον κάμπο της Δερόπολης και τον μετέτρεπαν σε λίμνη.
 

 

 Κεφάλαιο Δεύτερο

Η δημοσιά ασπροχάλικη κατηφορίζει ομαλά απ’ τα ψηλώματα της Κακαβιάς και μπαίνει ολόισια στον κάμπο της Δρόπολης. Αριστερά έχει τα χωριά με τ’ αλαφρά σκούρα, πέτρινα σπίτια και δεξιά φιδοσέρνεται ο Δρίνος.

Ανεμπόδιστη η ματιά του ανθρώπου χαίρεται τη γαλήνη του κάμπου με το ταιριαστό συντρόφεμα της δημοσιάς και του ποταμού. Αλλού κοντεύουν να σμίξουνε κι αλλού απομακρύνονται ως κει κάτω στους γκρίζους λόφους τ’ Αργυροκάστρου. Εδώ το ντερβένι σκίζεται λες στη μέση και το ‘να κλαρί κατηφορίζει για την παλιά πόλη του Κάστρου και τ’ άλλο κατεβαίνει το στένεμα του κάμπου ως το λαιμό της Κλεισούρα.

Μια αλλόκοτη τάξη κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την περιοχή. Απ’ το κάθε στοιχείο ξεχύνεται η τέλεια αρμονία που χαρίζει σ’ όλη την έκταση τη γαλήνη, τέτοια που ποτέ δεν υποψιάζεται η ανθρώπινη σκέψη, ότι από εδώ πέρασαν τόσοι στρατοί, ότι έγιναν πόλεμοι, ότι χύθηκε αίμα, ότι μούδιασε ο κάμπος απ’ το θρήνο και τα μοιρολόγια. Απ’ την καταστροφή και τον όλεθρο που σκορπούσαν οι μισθοφόροι της Ρώμης, ως τα χρόνια της ταλαιπωρημένης γενιάς μας. Κι όλες αυτές οι σκοτεινές καμπές της ιστορίας είναι δεμένες στενά με την πόλη του Κάστρου. Ήταν πάντοτε η πρωτεύουσα του τόπου. Τα κλειδιά της ήταν έτοιμα να παραδοθούν στον κάθε καταχτητή. Γιατάκι όλων των φυλών που κατέβαιναν απ’ το Τεπελένι για να πέσουν στον κάμπο της Δρόπολης. Απ’ εδώ έβγαιναν οι νόμοι, απ’ εδώ ξεκινούσαν τ’ αποσπάσματα για να πλιατσικολογήσουν τα χωριά, εδώ κλείνονταν όσοι αντιστέκονταν στα κέφια τους.

Τ’ Αργυρόκαστρο, αναφέρει η ιστορία ακαθόριστα, χτίστηκε την ίδια εποχή με την Αντιόχεια. Ο μύθος λέει πως το ‘χτισε η Αργύρω η μονοβύζα, ποιος ξέρει τι, βασίλισσα ή φυλαρχίνα του καιρού εκείνου. Όπως φαίνεται λίγο πριν απ’ την βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Κάστρο ή ο Καλιάς όπως λέγεται στον τόπο, σκιάζει ολόκληρη την πόλη, στυλωμένο στον υψηλότερο λόφο της κι όπως φαίνεται είναι ατόφιο ρωμαϊκό φρούριο. Δεν έχει καμία καλλιτεχνική χάρη και η σκούρα του η πέτρα πλουταίνει πιότερο τη θλιβερή όψη του. Τα μπουντρούμια και τα κελιά του είναι περίφημα για την υγρασία τους με την πνιχτική εκείνη μυρουδιά του θανάτου που βαραίνει όλα τα κάστρα του μεσαίωνα. Χιλιάδες κόσμος πέρασε τη μεγάλη βαρειά πόρτα, χωρίς ποτέ να ξαναδούνε τον ήλιο.

Η πόλη και το Κάστρο έχει γυρισμένη την πλάτη της στα χωριά της Δρόπολης και το μούτρο της χαμογελαστό προς την πλευρά του Τεπελενίου. Σκόπιμα ή τυχαία, η στάση της αυτή συμβολίζει ανάμεσα στα χρόνια τη διάθεση της προς τον κάμπο. Φιλική, πρόθυμη προς τη μια μεριά, εχθρική κι ακατάδεχτη προς την άλλη.

Ένα μεγάλο μέρος της πόλης είναι ακουμπισμένο στην πλαγιαστή βουνοσειρά του Πλατύβουνου, (Μαλ-ι γκέρ). Ανηφοριές, κατηφοριές, οι υπόλοιποι μαχαλάδες είναι γαντζωμένοι στους πολυάριθμους λόφους της πόλης. Τα σπίτια της έχουν τη σφραγίδα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Ψηλά σαν κάστρα με μικρά παράθυρα όλο καφάσια που κόβουν τη διάθεση κάθε περιέργειας.

Στην κορυφή κάθε λόφου ξεχωρίζουν με τη σπαθωτή κορμοστασιά τους οι μιναρέδες σα συνέχεια του τζαμιού, λυγεροί κατάλευκοι ζυγιάζονται στην ατμόσφαιρα με την αβεβαιότητα της στιγμιαίας ανθρώπινης τόλμης. Ολόγυρα ψηλώνουν σαν ανδρείκελα τα τούρκικα σπίτια, οι κούλες όπως λέγονται στον τόπο. Τρία – τέσσερα πατώματα με στενά παράθυρα σαν πολεμίστρες. Το πρώτο πάτωμα είναι ολοσκότεινο και το τελευταίο μοιάζει σαν κάστρο. Εδώ ζούνε οι μπέηδες κι οι αγάδες του κάμπου της Δρόπολης. Ο καθένας θρέφει 4-5 γυναίκες και μια στάνη παιδιά διάφορης ηλικίας. Άλλοι στηρίζονται μονάχα στα τσιφλίκια τους κι άλλοι διατηρούνε κάποιο εμπορικό στο κέντρο της πόλης. Άλλοι για να σκοτώνουν την ώρα τους κι άλλοι για να μαζώνουν πιότερο χρυσάφι απ’ ότι τους χαρίζει δυο φορές το χρόνο ο ιδρώτας του χωριάτη του κάμπου.

Είναι μια τέλεια οργανωμένη κοινωνία, βασισμένη μ’ όλες τις λεπτομέρειες στις αρχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τα δικαστήρια είναι δικά τους, οι δικαστές και οι δικηγόροι είναι παιδιά τους και η τζανταρμαρία είναι ο προστάτης των συμφερόντων τους.

Οι άντρες κυκλοφορούν περήφανα με τ’ άτια τους στην πόλη, κι όταν δεν υπάρχει καμιά ανάγκη περπατούνε πεζοί, αλλά τόσο καμαρωτοί, σα να ‘ναι πάνω στο άλογο. Τις καθημερινές φορούνε άσπρο φέσι και στις γιορτές τ’ αλλάζουνε με το κόκκινο που φαίνεται είναι το χρώμα της επισημότητας. Φορούνε μακριές φουσκωτές βράκες και πλατυμάνικα πουκάμισα.

Οι γυναίκες τους γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα στα σπίτια. Δεν βγαίνουν ποτέ στην πόλη, αλλά κι αν κάποτε κάποια μεγάλη ανάγκη τους φέρει εις την αγορά, ξεμυτίζουν με χίλιες δυο προφυλάξεις, μην αντικρύσει το κορμί τους ανθρώπινο μάτι. Αν μέσα κυκλοφορούνε μισόγυμνες, έξω σκεπάζουν το σώμα τους πατόκορφα με το κατάμαυρο ράσο και μονάχα τα μάτια τους μόλις ξεχωρίζουν γυαλιστερά απ’ τον κλασικό φερετζέ.

Η δημοσιά ανηφορίζει με ανάλογα τσακίσματα τους λόφους περνώντας σε απόσταση τη Γκρόπα, το Γυφτομαχαλά της πόλης. Πάνω από μια εκατοντάδα παράγκες ξανοίγουν σκόρπιες στην είσοδο του Κάστρου. Γουστόζικα τσουπερά γυφτόπουλα κυλιούνται στην σκόνη μισόγυμνα όλο κλάμα φωνές και γέλια που δίνουν την πιο ζωντανή ανθρώπινη όψη στην πόλη. Οι άντρες φορούνε τσαχπίνικα κασκέτα, παπούτσια γυαλιστερά που τα φτιάχνουνε μόνοι τους και ρούχα διάφορης μόδας. Είναι μοναδικοί μαστόροι σε κόσκινους και κρησάρες και τα καλάθια είναι η τελειότητα της τέχνης τους. Τα πουλούνε στα χωριά ή στην πόλη ή τ’ αλλάζουνε με γέννημα, κότες ή αυγά, ακόμα κι ό, τι φορέματα βρίσκονται σε καλή κατάσταση.

Οι γυναίκες φορούνε πουκάμισα και βράκες που ο χρωματισμός ταιριάζει με την ηλικία τους. Γελούν ή πειράζονται με τολμηρό κέφι κι αν τύχει να ‘ναι νιές κι όμορφες, κλείνουν τη ματιά τους με ψεύτικες υποσχέσεις.

Είναι τσιγγάνικη φυλή που βαρέθηκαν την ασίγαστη μετακίνηση κι αρπάχτηκαν μόνιμα εκεί στις ανηφοριές έξω απ’ την πόλη, γιατί οι αρχές δεν τους επιτρέπουν να ανακατεύονται με την άσπρη φυλή.

Ο δρόμος κάποτε φτάνει λαχανιασμένος σε μια μικρή ισιοτοπιά που αποτελεί την πλατεία της πόλης. Μόλις χωράει την Δημαρχία, ένα τετράγωνο συγχρονισμένο χτίριο, ένα-δύο ξενοδοχεία ευρωπαϊκής απομίμησης και καμιά δεκαριά μαγαζιά, τα πιο συγυρισμένα και τα πιο εμφανίσιμα του Κάστρου. Εδώ αριστερά ψηλώνει με περηφάνια το λεβέντικο ανάστημά του, το μπρούτζινο άγαλμα του Τσερτσίς Τοπούλη(…)

Το ψηλό χαλίκι τρίζει στα πόδια σου ως που να φτάσεις στην είσοδο του κεντρικού δρόμου. Απ’ εδώ αρχίζει η Τούρκικη πολιτεία που καμιά μικρομεταβολή δεν μπόρεσε να της αλλάξει το χαρακτήρα. Η μικρή πλατεία τελειώνει γρήγορα για ν’ αρχίσουν οι στενοί δρόμοι με τα μόνιμα στέρεα καλντερίμια. Μαύρες γερά σφηνωμένες πέτρες, γλυμμένες απ’ το πέρασμα του ανθρώπου, εκατοντάδες χρόνια. Τα πέταλα του ζώου αντηχούν στα διπλανά κτίρια με τον ξηρό κρότο της πέτρας και του ατσαλιού. Δεξιά κι αριστερά αρχίζουνε τα εμπορικά και τα μπακάλικα, τα καφενεία και τα χάνια με την όμορφη ακαταστασία του τούρκικου παζαριού. Μικρά μαγαζιά φορτωμένα εμπορεύματα, κρεμασμένα κατσαρόλια, μπρίκια, βούρτσες και σκούπες, σκοινιά και τριχιές κι ολόγυρα ξύλινες χωρισμένες κάσες με ρύζι, αλεύρι, μακαρόνια κι όλων των ειδών τα γεννήματα. Μπροστά η προθήκη γεμάτη τυριά και τουρσιά, ανοιγμένα στη σκόνη και στις μύγες του καλοκαιριού. Άλλα μαγαζιά με τόπια υφάσματα μετάξι και κασμήρι της Ευρώπης, ντρίλι και βαμβακερά εξ Αιγύπτου.

Το δεξιό καλντερίμι φτάνει φάτσα στη Νομαρχία. Είναι το Διοικητήριο της περιοχής. Νομαρχία, δικαστήρια, κρατητήρια και όλη η σκαλωτή ιεραρχία της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Οι σκλάβοι του κάμπου IVΆλλα καλντερίμια δεξιά και αριστερά, εμπορικά παρακλάδια που καταλήγουνε στους μαχαλάδες. Το αριστερό ανηφόρισμα καταλήγει σε μια ισοτοπιά με λίγα δέντρα. Εδώ είναι το λαϊκό παζάρι της πόλης. Κάθε Δευτέρα και Παρασκευή γεμίζει ο χώρος απ’ τον κόσμο που έρχεται να πουλήσει το βιός του κι απ’ αυτό που έχει ανάγκη ν’ αγοράσει. Ζευγίτες απ’ όλα τα χωριά της περιοχής φορτώνουν τις σκοτεινές ώρες τον καρπό τους στα γαϊδούρια ή στ’ άλογα και τα ξημερώματα ανηφορίζουν για την πόλη του Κάστρου. Προτού σκάσει ο ήλιος έχουν πιάσει τη θέση τους στο παζάρι. Ξεφορτώνουν το γέννημα και υπομονετικά περιμένουν να ξεπουλήσουν. Στάρια, καλαμπόκια, πουλερικά, αυγά, πεπόνια, καρπούζια κι ότι γεννάει ο τόπος. Δίπλα είναι το χονδροπάζαρο. Εδώ χασμουριούνται όρθια τα ζώα που είναι για πούλημα. Μουσκάρια, γελάδια, βόδια, άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια. Όρθιος ο νοικοκύρης κοιτάει στενοχωρημένος το ζωντανό του που η ανάγκη τον κάνει να το πουλήσει.

Εδώ – εκεί σαράφικα με μια φτωχιά προθήκη από διάφορα νομίσματα και στο βάθος παραφυλάει σ’ ένα απλό τραπέζι-γραφείο η νυσταγμένη φάτσα του σαράφη, αδιάφορος σα να στέκεται μακρινά απ’ τις εμπορικές κομπίνες του παζαριού. Τόσο φτωχιά η ατμόσφαιρα, που ποτέ δε φαντάζεται η ανθρώπινη σκέψη ότι εδώ σε κάποια κρυφή τρύπα κοιμάται χρυσάφι σε ναπολεόνια όλων των κρατών και των εποχών. Έγγραφα, πωλητήρια, γραμμάτια, υποθήκες με τον παχύ τόκο της μεγάλης ανάγκης.

Γιάννης Λίλλης

 

Η φωτογραφία «Η ΔΕΡΟΠΟΛΗ από την Χρυσόδουλη – 1968» είναι από το Αρχείο Φ.Π.Γ. Iστολόγιο filipjovanis.blogspot.gr

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση