ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΑ ΛΑΠΠΑ ΙI (άρθρα, κριτικές, πραγματείες)

 

 «τα εύγλωττά σου χείλη
όθεν έρρεε το μέλι της σοφίας σου…»

Άγγελος Βλάχος (Εις Μ. Λάππαν)

«Αλλά τίνα ίχνη κατέλιπε της διαβάσεώς του ο Ραδάμανθυς και που θα τα ανεύρωμεν; Ας ίδωμεν.»

 Κωστής Παλαμάς

 

 

ΚΕΡΚΥΡΑ

Όπως επισημάνθηκε στο πρώτο μέρος του άρθρου για τις δημοσιεύσεις του Μ. Λάππα, τα ίχνη της παρουσίας του και κατ’ επέκταση της συγγραφικής του δραστηριότητας, η οποία μας ενδιαφέρει πρωτίστως, μετά την έκδοση του λόγου «25η Μαρτίου» στη Μασσαλία, εντοπίζονται στην Κέρκυρα, όπου πιθανότατα  εργάζεται ως καθηγητής. Διατηρώντας πάντα κάθε επιφύλαξη για όσα στοιχεία είναι αμφισβητήσιμα και για όποια κρίση μας, θα προβούμε σε μια αναφορά στα άρθρα που έχουμε εντοπίσει μέχρι στιγμής, τα οποία αποδίδονται με βεβαιότητα στον Λάππα ή που υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι δικά του.

 

Δια της ευφράδειας εμψυχωτής;

Αυτό που θα μπορούσε να υποστηριχθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι το γεγονός ότι  ο Λάππας διετέλεσε συντάκτης της κερκυραϊκής εφημερίδας Ελληνισμός[1] η οποία αποτελούσε δημοσιογραφικό όργανο μιας εκ των «μυστικών εταιριών» που εργαζόταν για την επίτευξη επαναστατικού κινήματος στην «Άνω Ήπειρο[2]». Από τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής στη διάθεσή μας δεν θα ήταν εφικτό να εξακριβωθεί σε απόλυτο βαθμό η συμβολή του στην εν λόγω εφημερίδα. Αν αρθρογραφούσε, για ποια κείμενα είναι υπεύθυνος; Δυστυχώς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα άρθρα κατά τα έτη 1877 – 1878 είναι ανυπόγραφα ή φέρουν ψευδώνυμα (εύλογα, καθώς οι αρθρογράφοι δεν έπρεπε να γίνουν γνωστοί στις τουρκικές αρχές).

Μπορεί ωστόσο να προταθεί μια σαφώς ικανοποιητική υπόθεση έχοντας ως οδηγό μια αναφορά στον Ελληνισμό, τον Φεβρουάριο του 1878 κι ενώ οι επαναστάτες βρίσκονται στην απέναντι ακτή της Ηπείρου. Τα στοιχεία που επισημαίνονται στο παρακάτω απόσπασμα ως προς το ύφος της γραφής και το περιεχόμενο, χαρακτηρίζουν μια σειρά κειμένων που εμφανίζονται στα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας από τον Ιούνιο του 1877 και μέχρι τον Ιανουάριο του 1878 περίπου, ενώ δεν νομίζουμε πως θα μπορούσε να γίνεται μνεία για κάποιον άλλο εκτός από τον Μ. Λάππα:

«Φρονώντας ότι οι υπέρτατες στιγμές που διέρχεται ο ελληνισμός δεν καθιστούν περιττή την ύπαρξη της εφημερίδας αυτής, αναλαμβάνουμε την έκδοσή της, μετά από μικρή διακοπή, για την οποία συνέβαλλαν πολλά αίτια, κυρίως δε η έκρηξη της επανάστασης στην Ήπειρο και για το λόγο αυτό η αναχώρηση πολύτιμου συνεργάτη μας, ο οποίος αφού υπερασπίστηκε με ζήλο τα δίκαια της Ελλάδος δια της ευφράδειας του λόγου του και κατέδειξε στον πολιτισμένο κόσμο τα δεινοπαθήματα τον αδελφών μας στην Ήπειρο, κατέθεσε τον κάλαμό του και ζωσμένος το ξίφος, γεμάτος ελπίδες και ενθουσιασμό, έτρεξε να προσφέρει το αίμα του στον βωμό της ελευθερίας και να πεθάνει υπέρ αυτής. Αναλαμβάνοντας δε την έκδοση του φύλλου (…) σπεύσαμε να προτάξουμε αυτά τα λίγα, μην τυχόν και οι αναγνώστες μας αναζητήσουν μάταια τα καλλιεπή και φλογερά άρθρα, τα οποία χάραζε ο ταχυγράφος κάλαμος του πρώην μεν συνεργάτη μας, ήδη δε αθλητή της πίστης και της ελευθερίας[3] (…)» (απόδοση Ν. Θ.).

Παρά την πιθανότατη επιβεβαίωση που μας προσφέρει το απόσπασμα αυτό για την ταυτότητα του συντάκτη των κειμένων αυτών, επιτρέποντάς μας να αποδώσουμε το «κύριο» άρθρο των τευχών του «Ελληνισμού» έως τον Ιανουάριο του 1878 στον Λάππα, θα διατηρήσουμε μια επιφύλαξη, καθώς υπάρχει σχεδόν πάντα κι ένα «δευτερεύον» κείμενο. Τα παραπλήσια κατά τα άλλα, πρωτοσέλιδα αυτά δημοσιεύματα φαίνεται να είναι δύο «ειδών» και «υφών».

Η αναφορά ότι ο «συνεργάτης» «κατέδειξε στον πολιτισμένο κόσμο τα δεινοπαθήματα των αδελφών μας στην Ήπειρο» περιπλέκει κάπως τα πράγματα. Τα «φλογερά» κείμενα με την «ευφράδεια του λόγου», είναι πιο γενικά ως προς το πολιτικό και γεωπολιτικό τους περιεχόμενο. Εντοπίζονται όντως αναφορές στα δίκαια του Ελληνισμού[4], ενώ καλύπτονται θέματα του θεάτρου του (ρωσοτουρκικού) πολέμου, διεθνείς διπλωματικές εξελίξεις, τα της κεντρικής Ελληνικής πολιτικής σκηνής κτλ.. Οι πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατεί στις απέναντι ακτές απουσιάζουν. Θα μπορούσε με κάποιον τρόπο να έχει συμβολή ο δροβιανίτης λόγιος στις ανταποκρίσεις που έρχονται από την Ήπειρο καλύπτοντας τα δεινοπαθήματα αυτά και που φιλοξενούνται στο τρίτο και τέταρτο φύλλο της εφημερίδας;!

Επιτρέποντας μια ισχνή πιθανότητα να μην ανήκει στο Λάππα, παρατίθεται απόσπασμα από ένα εξ αυτών των κειμένων, ως δείγμα των πρωτοσέλιδων άρθρων αλλά και του «κλήματος» του μεγαλύτερου όγκου της ύλης της εφημερίδας, σε αντίθεση με την φιλολογική κριτική στην οποία θα σταθούμε στη συνέχεια.

«Οι στιγμές λοιπόν πλησιάζουν και η μία διαδέχεται αστραπηδόν την άλλη. Ο δε Άρης, ο προσφιλής αυτός θεός της Ελληνικής φυλής πρόκειται σύντομα να στήσει τον θούριο χορό του στα πατρώα του εδάφη (σ.σ. γίνεται λόγος για πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη). Δεν θα δώσουμε λοιπόν κι εμείς, οι σημερινοί Έλληνες τα χέρια μας στον κυκλωτικό αυτό χορό, δεν θα κατεβούμε κι εμείς να τον υποδεχτούμε, αλλά θα μείνουμε απλοί θεατές, και σαν ξενοδόχοι, φιλοξενώντας τους στρατούς που αλληλομαχούν απλά θα εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στην αγαθή προαίρεση εκείνου ή του άλλου φιλοξενούμενου για να ανταμείψει τους ξενοδόχους[5];» (απόδοση Ν. Θ.).

 

Μακρόθεν παρέμβαση στη μεγαλύτερη φιλολογική διαμάχη του 19ου αιώνα στην Ελλάδα;

Ποίησις και κριτική[6] (1877)

Έχοντας υπόψη ότι το αφιέρωμα του «Δρυός» για τον δροβιανίτη λόγιο αποσκοπεί κυρίως στην εξερεύνηση του φιλολογικού του έργου, θα σταθούμε σε ένα κείμενο διαφορετικού θέματος  και ζητούμενου σε σχέση με την συντριπτική πλειοψηφία των άρθρων της εφημερίδας (είναι ελάχιστες οι καλλιτεχνικές ειδήσεις), το οποίο υπάρχει η πιθανότητα να γράφτηκε απ’ αυτόν. Δημοσιεύεται το Νοέμβριο του 1877 και φέρει τον τίτλο Ποίησις και κριτική. Πρόκειται για παρέμβαση σε μια μεγάλη φιλολογική διαμάχη της εποχής μεταξύ Εμμανουήλ Ροΐδη και Άγγελου Βλάχου, στην οποία (παρέμβαση), κατά περίεργο τρόπο δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ίδια τη διαμάχη!

Σε μια εισήγηση του Ροΐδη στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» όπου στην ουσία υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα της εποχής του, αντιτάσσεται ο Βλάχος ο οποίος απαντάει με δική του ομιλία και φέρνει το έργο του Ζαλοκώστα ως απόδειξη για το αντίθετο. Ο Ροΐδης ανταπαντά με δύο κείμενα. Στο δεύτερο, επικρίνει σφοδρά την ποίηση του Ζαλοκώστα[7]. Ακολουθούν επιπλέον ανταπαντήσεις ενώ παρεμβαίνουν και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων με κείμενα ή με σχόλια στον τύπο[8].

Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί του Ροΐδη για τον Ζαλοκώστα πυροδοτούν την αντίδραση του γράφοντος την κριτική στον «Ελληνισμό». Επιτίθεται στον «βίαιο επικριτή» για τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον «ευγενή ποιητή της Γραβιάς και του Μεσολογγίου» ο οποίος «έλαβε τον στέφανον της γλυκειάς και ηρεμαίας αθανασίας, διότι, ως δικαίως και ορθώς είπεν ο μουσόπνευστος Schiller, ο ικανά παρασχών προς τους αρίστους των συγχρόνων έπραξεν ικανά και άξια πάντων των καιρών κι πάντων των επιγινομένων». Αξίζει να επισημανθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1880 έχει αναπτυχθεί μια στενή φιλία μεταξύ Άγγελου Βλάχου και Μ. Λάππα η οποία θα κρατήσει για όλη τους τη ζωή. Δεν ξέρουμε κατά πόσο η γνωριμία αυτή υφίσταται από την περίοδο της περίφημης διαμάχης και ο Λάππας (;) δημοσιεύει το κείμενο προς υποστήριξη ενός φίλου παράλληλα με την προσωπική του διαφωνία όσον αφορά την απόφανση του Ροΐδη. Αποτρεπτική της υπόθεσης αυτής είναι ίσως η μη αναφορά στον ίδιο το Βλάχο και ούτε γενικά στην παράταξη που τον υποστηρίζει κατά τη διένεξη.

Η κύρια ένδειξη η οποία προδίδει ίσως την ταυτότητα του συντάκτη είναι η παράθεση γαλλικών φρασιδίων στο κείμενο. Η χρησιμοποίηση μονόστιχων ή δίστιχων (και πιο σπάνια φράσεων) από γάλλους λογοτέχνες αποτελεί διακριτικό γνώρισμα των κριτικών του Λάππα που δημοσιεύονται κατά τη δεκαετία του 1880[9] και μετά. Επίσης, χαρακτηριστικές του Λάππα είναι οι αναφορές σε «κορυφαίους της Γερμανίας φιλοσόφους» κι άλλους διανοητές (στην προκειμένη περίπτωση Ρίχτερ, «Κουρριέ», Schiller, Goethe,«τον Σπινώζαν» κ.α.) και η συχνή άντληση «πολεμοφοδίων», αλλά και η κατά περίπτωση χρήση παραθεμάτων και αναφορών από την αρχαία ελληνική γραμματεία[10]. Ξέροντας επίσης ότι ο γνωστός από την εποχή εκείνη για την φιλολογική του (τουλάχιστον) επάρκεια και την «ευαισθησία» σε εθνικά θέματα νέος είναι συντάκτης της εφημερίδας, φρονούμε πως δεν θα ήταν άτοπη η απόδοση του συγκεκριμένου άρθρου σε αυτόν[11].

Στην υπεράσπισή του Ζαλοκώστα από τον «ευτράπελο συγγραφέα της Πάπισσας Ιωάννας», τον «θρασύ» αυτόν «τοξότη» που «έρριψεν αναμφιβόλως tellum imbelle sine ictu (σ.σ. μεταφορικά, βέλη δίχως αποτέλεσμα, αδύναμα επιχειρήματα), ο Λάππας (;) προβάλλει κυρίως την εθνική διάσταση του έργου του. Στην ουσία, μάλλον φαίνεται να συμφωνεί με την βασική θέση του Ροΐδη στη διαμάχη ότι η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα»[12] καθορίζει την ποιότητα της ποιητικής παραγωγής[13] (ο Βλάχος αντιτείνει ότι το ποιητικό ταλέντο είναι έμφυτο και οι εξωτερικοί παράγοντες δευτερεύουσας σημασίας[14]), ενώ επικρίνει την σφοδρή επίθεσή του, θα λέγαμε ως εκδήλωση ενός αυθάδους «νέου» που θίγει κάτι το ιερό: «(…) μπαίνει στη μέση η φιλολογική κενοδοξία («ce sixième sens des hommes de letters» κατά έναν έξοχο κριτικό) που θηρεύει την κίβδηλη τροφή της δια παντός τρόπου, μάταιες τιμές και άχρηστες ευφημίες για να δικάσει τους ιερούς ερμηνευτές των εθνικών αισθημάτων και δυνάμεών μας…» (απόδοση Ν. Θ.).

 

ΑΘΗΝΑ

Μετά το ατυχές 1878 ο Μίνως Λάππας εργάζεται ως καθηγητής ιστορίας σε γυμνάσια της Αθήνας ενώ το 1882 διορίζεται «επίτιμος» καθηγητής της ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Απολύεται μετά από σύντομο διάστημα και διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου[15]. Το 1884 διορίζεται τμηματάρχης του Υπουργείου Παιδείας αρμόδιος για θέματα ανώτερης εκπαίδευσης, θέση που θα ανακαταλάβει πολλές φορές ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, ενώ το 1888, ύστερα από την παραίτηση του Ν. Γ. Πολίτη, ανέλαβε και τη μέση εκπαίδευση[16]. Κατά την πρώτη και δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα θα διατελέσει έφορος του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα[17].

Καθ’ όλο το χρονικό αυτό διάστημα αρθρογραφεί για φιλοσοφικά και φιλολογικά θέματα σε εφημερίδες της εποχής. Από τις αρχές του 1880 υπογράφει τα κείμενά του με το αρχικό Μ., ενώ κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1890 το Μ. αντικαθίσταται από το Ραδάμανθυς. Επίσης διατελεί για μεγάλο διάστημα ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας «Σημαία»[18]. Ακολουθεί η αναφορά άρθρων της «πρώτης» αυτής περιόδου:

 

Περί της ιεράς μουσικής[19] (1882)

Εκτενής παρουσίαση της πραγματείας του Ιωάννη Δ. Τζέτζη Περί της κατά τον Μεσαίωνα μουσικής της ελληνικής εκκλησίας. «Όσω ενθουσιωδώς θαυμάζει (σ.σ. ο Τζέτζης) την σεμνήν και μεγαλοπρεπή μουσικήν της προ της αλώσεως περιόδου, τοσούτω πικρώς αποστυγεί την αγενεστάτην και εκλελυμένην ασιανήν ρινωδίαν ην παρελάβομεν ως κληρονομίαν της εθνικής δουλείας και πτώσεως…».

 

Zwei Kapitel aus einer Monographie über Nemesius und seine Quellen[20] (1882)

Σύντομη κρίση για την διδακτορική διατριβή του Μαργαρίτη Ευαγγελίδη «Δύο κεφάλαια από μια μονογραφία για τον Νεμέσιο και τις πηγές του».

 

Ο Ελληνισμός απειλούμενος[21] (1883)

Κείμενο γεωπολιτικού περιεχομένου στο οποίο απηχείται το κλήμα των άρθρων του «Ελληνισμού» που αναφέρθηκαν παραπάνω.

 

Περί της εν Αγγλία και εν Γαλλία τοπικής διοικήσεως (Βιβλιογραφία)[22] (1884)

Μακροσκελής κριτική για την μετάφραση του έργου του Π. Λερωά Βωλιέ (Pierre Paul Leroy-Beaulieu) Περί της εν Αγγλία και εν Γαλλία τοπικής διοικήσεως «υπό του υφηγητού και δικηγόρου κ. Α. Στούπη». «Ο τε φιλοτιμότατος εκδότης και ο φιλόπονος μεταφραστής είναι αληθώς άξιοι δημοσίων επαίνων και ευχαριστιών, ότι παρέδωκαν εις κοινήν χρήσιν και μελέτην επιστημονικώτατον βιβλίον…».

 

Εις Γ. Σουρήν[23]  (Διαμάχη με τον Γεώργιο Σουρή, 1884)

Ο πολύς Γεώργιος Σουρής δημοσιεύει ένα σατυρικό ποίημα δια του οποίου καταφέρεται εναντίον των καθηγητών Σπ. Φιντικλή και Δημ. Σεμιτέλου στη Νέα Εφημερίδα, μετά την απόρριψή του στις πτυχιακές εξετάσεις της Φιλοσοφικής Σχολής. Ο Λάππας προστρέχει προς υποστήριξη των καθηγητών με δικό του στιχούργημα στην ίδια εφημερίδα. Ακολουθούν μερικές ανταπαντήσεις εκατέρωθεν, πάντα δια στιχουργημάτων!

 

Ατθίδες Αύραι[24], συλλογή ποιημάτων Γεωργίου Μ. Βιζυηνού (1884)

Κριτική για την ποιητική συλλογή του Γ. Βιζυηνού Ατθίδες Αύραι, όπου κυρίως εκφράζεται δυσφορία για την γλώσσα του κειμένου. Ο ποιητής επικρίνεται διότι, αν και «επίσταται να γράφη την καθαρεύουσαν μεθ’ όσης ολίγοι των παρ’ ημίν ακριβείας και γλαφυρότητος», επιλέγει να χρησιμοποιεί ένα «ασύμφυλον κράμα λέξεων δημώδους τινός διαλέκτου (…) και λέξεων της καθαρευούσης», με αποτέλεσμα ένα «ανώμαλον, στρεβλόν και ανάπηρον ιδίωμα»! Ωστόσο η προκείμενη κριτική δεν μπορεί να συγκριθεί με την σφοδρότατη επίθεση που ο Μ. επιφυλάσσει για το δίτομο έργο Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού ένα χρόνο αργότερα.

 

Περί της σχέσεως της θεωρίας προς την πράξιν[25](1885)

Αναφορά της δημοσίευσης στο περιοδικό Πλάτων του άρθρου του καθηγητή φυσικού δικαίου Νεοκλή Καζάζη Περί της σχέσεως της θεωρίας προς την πράξιν και της αμοιβαίας αυτών επιδράσεως, το οποίο «εχρησίμευσεν ως εναρκτήριον μάθημα κατά το ενεστός ακαδημαϊκόν έτος…».

 

«Εις τον Παναγιώτην Σταματάκην…»[26] (1885)

«Επικήδειος προσφώνησις» για τον πρόωρα πεσόντα «εν τω αγώνι του βίου» γενικό έφορο αρχαιοτήτων Παναγιώτη Σταματάκη, στη Μητρόπολη Αθηνών.

 

Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως. Τεύχος Α’. Επί υφηγεσία διατριβή υπό Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ[27] (1885)

Κριτική για την  επί υφηγεσία διατριβή του Μ. Ευαγγελίδη Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως. Το κείμενο θα αναδημοσιευτεί από τον Ευαγγελίδη στο βιβλίο Λόγος εισιτήριος εις την ιστορίαν της φιλοσοφίας το οποίο περιλαμβάνει κείμενα που έχουν γραφτεί για το έργο του. Η αναφορά στον τόμο αυτό ότι η συγκεκριμένη κριτική γράφτηκε από τον Λάππα, αποτελεί απόδειξη της ταύτισής του με τον συντάκτη του κειμένου στον Αιώνα[28] ο οποίος υπογράφει ως Μ..

 

Φιλοσοφικά  (Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού)[29] (1885)

Κριτική για το βιβλίο του Γ. Βιζυηνού Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα, όχι για να πάρουμε θέση περί του αν ισχύουν τα όσα υποστηρίζονται στο κείμενο, αλλά ως ένα δείγμα του (σκωπτικού ενίοτε) τρόπου γραφής του Μίνωα Λάππα:

«Ο κοινός τίτλος των πραγματειών αυτών είναι Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού· προσεπιγράφονται δε η μεν πρώτη Πνευματικαί ιδιοφυίαι (παράγωγοι του καλού), η δε δεύτερη Αι αρχαί των τεχνών (γένεσης του καλού). Τέθηκε ποτέ σε βιβλίο μεγαλοπρεπέστερος τίτλος και υπάρχει πιο κομψή και χαριτωμένη υπόθεση απ’ αυτήν που επιχειρείται στις πραγματείες αυτές; Εάν όμως τις ξετυλίξετε και τις εξετάσετε θα φέρετε στη μνήμη σας, ως μη ώφελε, όσα μας παρέδωσαν οι παλιοί για τους ναούς των Αιγυπτίων, οι οποίοι απ’ έξω ήταν πολυτελέστατοι, από ελεφαντόδοντο, να λάμπουν σε χρυσό και ποικίλα χρώματα, ενώ μέσα ήταν ξύλινοι, και φιλοξενούσαν αγέλες ποντικιών, αρμαθιές κρεμμυδιών, αίλουρους, γάτες και πιθήκους. Θα ανοίξουμε αμέσως τον ναό και θα δείτε ξεκάθαρα τα όσα είναι κρυμμένα μέσα…». (απόδοση Ν. Θ.)

Υπάρχει νύξη ότι μπορεί να συντρέχουν ιδιοτελείς λόγοι για την επίθεση του δροβιανίτη λόγιου προς τον Βιζυηνό, πέρα από τις φιλολογικές-επιστημονικές διαφωνίες[30].

 

Διαμάχη με τον Ιωάννη Καμπούρογλου[31] (1885)

Μια ανταπόκριση του Λάππα στην λονδρέζικη «Σημαία» θεωρείται από τον λογοτέχνη και εκδότη της Νέας Εφημερίδας Ιωάννη Καμπούρογλου πως διαβάλει την κυβέρνηση Δηλιγιάννη. Του δηκτικού δημοσιεύματός του, ακολουθεί απάντηση του Λάππα στην Εφημερίδα (υπογράφει ως Ανταποκριτής) και στη συνέχεια δημοσιεύονται εκατέρωθεν ανταπαντήσεις με σκληρούς χαρακτηρισμούς. Η διαμάχη κρατάει για αρκετά μεγάλο διάστημα.

 

Griechische Reise von Karl Krumbacher (Ελληνική Περιήγησις υπό Καρόλου Κρουμβάχερ)[32] (1886)

Θετική κριτική για την «Ελληνική περιήγηση» του γνωστού βυζαντινολόγου Καρλ Κρουμπάχερ. Έχουμε ξανά μια όχι κολακευτική αναφορά στην καθομιλουμένη:

«Λυπούμαστε για το γεγονός πως μας λείπει χώρος εδώ να παραθέσουμε όσα με εξαιρετική φιλολογική δεινότητα και ορθότατα γράφει ο σοφός αυτός Γερμανός για τη γλώσσα μας, αν και βρίσκουμε υπερβολική τη γνώμη του και την τιμή που αποδίδει στην ζώσα καθομιλουμένη διάλεκτό μας, το παραφθαρμένο αυτό τέκνο αιώνων δουλείας, αμάθειας και ερειπίων…» (απόδοση Ν. Θ.).

 

Αντιγόνη Σοφοκλέους[33] (1887)

Κριτική της εκδόσεως της Αντιγόνης του Σοφοκλή υπό του «σεβαστού καθηγητού του Εθνικού Ημών Πανεπιστημίου» Δημήτριου Σεμιτέλου. Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από την υπεράσπιση των καθηγητών κατά τη διαμάχη με τον Σουρή, ο Λάππας πρέπει να είχε καλές σχέσεις με τον Σεμιτέλο. Το γραπτό του είναι διθυραμβικό και ολοκληρώνεται με τον χαρακτηρισμό του έργου ως «πολύμοχθον, αλλ’ άξιον παντός χρόνου και πάσης ευπαιδεύτου γενεάς, βαρύ μεν και μεστόν πικρών ταλαιπωριών και γυμνών πάσης χρηματιστικής ελπίδος και ανταποδόσεως, αλλά κτήμα απλώς και οσίως καθιερωμένον εις τον βωμόν της καθαράς και αιωνίας επιστήμης»!

Ο αρχαιολόγος καθηγητής Αντώνιος Δ. Οικονόμου διαφωνεί κάθετα με τον Λάππα ως προς την αξία του έργου, αλλά η πολεμική του αυτή προς τον «εξ επαγγέλματος λογοκλόπο Δημήτριο Σεμιτέλο» μας είναι χρήσιμη ως ακόμη μια απόδειξη της ταύτισης του Μ. με τον Λάππα. Σε σύγγραμμά του, ο Οικονόμου αναφέρει ότι η κριτική «εν τη Εφημερίδι» (η οποία υπογράφεται με το αρχικό Μ.) ανήκει στον Μ. Λάππα[34].

 

Κρητικαί ρήμαι. Τα τραγούδια Δασκαλογιάννη και Αληδάκη[35] (1888)

Κριτική της εκδόσεως του Εμμανουήλ Βαρδίδη δυο «εθνικών δημωδών ποιημάτων» της Κρήτης. Καθώς κείμενα που υπογράφονται με το αρχικό Μ. στο Δελτίο της Εστίας ανήκουν στο Λάππα (1882 και 1886), θα υποθέσουμε ότι και η συγκεκριμένη κριτική γράφτηκε απ’ αυτόν. «…ο ποιητής αφηγείται (…) κατά τρόπον ομηρικόν εν διαλόγοις τα του συμβουλίου, όπερ συνεκρότησεν ο Δασκαλογιάννης μετά του Μπέη της Βλαχίας και της Μάνης και των αρχόντων των Σφακιών προς επανάστασιν…».

 

Το πρόβλημα του Μ.

Στο «Άστυ» των αρχών του 1890, εφημερίδα με την  οποία ξέρουμε ότι ο δροβιανίτης λόγιος συνεργαζόταν[36], εντοπίζονται κάποια άρθρα που υπογράφονται με το αρχικό Μ., τα οποία δεν συνάδουν με τα προηγούμενα ως προς το περιεχόμενό τους. Κατά πόσο θα μπορούσαν να ανήκουν σ’ αυτόν: μια είδηση για ένα νέο αστέρι που ανακαλύπτεται «πρόσφατα από τον διάσημο αστρονόμο Ολλανδό Huiggens[37]», μια επίσης είδηση για τον «εφοπλιστή Δ. Μωραΐτην και την ατμίρη ναυτιλία[38]» και το άρθρο Η νέα Ατμοπλοΐα που δημοσιεύεται στην εν λόγω εφημερίδα τον Νοέμβριο του 1893[39], ένα σύντομο κείμενο Περί Οικοδομικής, δια τόπους υπό σεισμών πάσχοντας[40] και μια αναφορά στο ζήτημα του Αναδόχου του Νεογέννητου Πρίγκηπος[41];

Αλλά και πιο νωρίς, το έτος 1887, στην Εφημερίδα εντοπίζεται άρθρο που υπογράφεται με το αρχικό Μ., με θέμα ένα γερμανικό δημοσίευμα περί… ανθοκομίας και κηπουρικής! Θα μπορούσε να ανήκει στον Λάππα αυτή η Μικρά συμβολή εις την ιστορίαν της παρ’ ημίν γεωπονίας[42]; Για την κατανόηση της περίπλοκης κατάστασης που προκύπτει όσον αφορά την απόδοση αυτών των κειμένων πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι υπήρχαν την ίδια περίοδο κι άλλοι αρθρογράφοι που υπέγραφαν κείμενά τους με το αρχικό Μ. Υπό το πρίσμα αυτό, οι παραπάνω ανταποκρίσεις θα άρμοζαν περισσότερο στον Μιχαήλ Μητσάκη ή στον Δημήτριο Χατζόπουλο οι οποίοι ασκούσαν το επάγγελμα του δημοσιογράφου σε εφημερίδες της εποχής. Πάντως, ο Μητσάκης μάλλον χρησιμοποίησε για σύντομο διάστημα το Μ., στην αρχή της σταδιοδρομίας του (1880;), ενώ στη συνέχεια χρησιμοποίησε άλλα ψευδώνυμα[43]. Μερικά δικά του υποτιθέμενα άρθρα αμφισβητούνται βάσιμα και αποδίδονται στο Λάππα[44].  Ο Χατζόπουλος μάλλον χρησιμοποίησε το Μ. το διάστημα 1901 – 1902 στο περιοδικό Ο Διόνυσος, παράλληλα με το πιο γνωστό ψευδώνυμό του Μποέμ, ενώ στο Άστυ, τέλη 1880 – αρχές 1890 υπέγραφε ως –μ.[45] (ή Μ.Χ. και Μποέμ).  Άλλος υποψήφιος της εποχής εκείνης είναι ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης[46].

Ακολουθούν τρεις περιπτώσεις άρθρων από την περίοδο αυτή, τα οποία υπογράφονται με το αρχικό Μ. και θα μπορούσαν  να αποδοθούν στο Λάππα.

Μια σύντομη αναφορά στο σύγγραμμα Η βιομηχανία της εταιρίας των μεταλλουργείων Λαυρίου[47] (1889), που δημοσιεύεται στο Δελτίον της Εστίας τον Ιανουάριο του 1889, θα ήταν απίθανο εκ πρώτης όψεως να γράφτηκε απ’ αυτόν! Ωστόσο, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, τουλάχιστον δύο από τις τρεις κριτικές στο Δελτίον της Εστίας που υπογράφονται με το αρχικό Μ. ανήκουν σαφέστατα στο Λάππα. Ίσως το γεγονός αυτό να πρέπει να ληφθεί υπόψη

 

Μεσσαριά : Ιστορικαί έρευναι περί του ονόματος τούτου ως γεωγραφικού[48] (1893)

Η κριτική αυτή για την ιστορική μελέτη του Αντώνη Μηλιαράκη περί του ονόματος Μεσσαριά θα συγκέντρωνε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να ανήκει στον Λάππα. Το κείμενο πάντως θα χαρακτηριζόταν «ξερό» και περιγραφικό του περιεχομένου της μελέτης ενώ καταλήγει: «Τοιαύτη εν συντομία η ανάλυσις του φροντίσματος του κ. Μ. (σ.σ. Μηλιαράκη) μικρά μεν τον όγκον, κατάμεστος όμως ύλης ιστορικής…».

 

Θεσσαλικαί Εντυπώσεις[49] (1886)

Τον Οκτώβριο του 1886 δημοσιεύονται σε συνέχειες στην Εφημερίδα οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις ενός «Έλληνος που εν τοις κυνικοίς καύμασι του θέρους διατρέχει τας ατερπείς Θεσσαλικάς πεδιάδας και που δεν ήλθεν εις Θεσσαλίαν όπως σπουδάσει τον τόπον» αλλά για χρηματιστηριακούς λόγους. Έτσι «ρίπτει επί του χάρτου τας εντυπώσεις του συλλήβδην» όπως του έρχονται και δίχως συστηματική συναρμολόγηση. Θα μπορούσε να επισημανθεί η βαθιά γνώση της μυθολογίας και ιστορίας των τοποθεσιών που ο γράφων επισκέπτεται, η γλώσσα του κειμένου, η ποιητική διάθεση σε σημεία, όπως και ένας «εθνικός ρομαντισμός» που διακρίνει τον Λάππα.

Όλ’ αυτά φυσικά δεν είναι παρά αμφισβητήσιμες εικασίες και πρέπει να προηγηθεί επισταμένη έρευνα για να διαπιστωθεί η ταυτότητα των κειμενογράφων. Κι αν για τον Μητσάκη ή τον Μωραϊτίδη για παράδειγμα, θα μπορούσε να γίνει μια παράληψη ως προς μερικά δευτερεύουσας σημασίας άρθρα τους, με την έννοια ότι οι δύο αυτοί συγγραφείς έχουν να παρουσιάσουν πέρα των άρθρων τους και κάποιο λογοτεχνικό έργο που εκδόθηκε και αναγνωρίστηκε στη συνέχεια, στην περίπτωση του Μ. Λάππα θα έπρεπε να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξακριβωθεί το όποιο δείγμα της παρουσίας του σε έντυπα της εποχής, δεδομένης της ανυπαρξίας έστω και μιας πρόχειρης σχετικής έκδοσης ή μελέτης. Σε μια τέτοια περίπτωση, οποιοδήποτε εύρημα θα ήταν πολύτιμο.

 

Η ασφάλεια του Ραδάμανθυ

Εκ πρώτης όψεως, τα «παλιά» αυτά κείμενα δεν φαίνεται να είναι εις γνώση του Κωστή Παλαμά, απ’ ό, τι μπορεί να διαπιστωθεί σε κείμενό του που δημοσιεύεται λίγους μήνες μετά το θάνατο του δροβιανίτη λογίου[50]. Εκεί γίνεται λόγος για «τις αποταμιευμένες στις επιφυλλίδες της Νέας Ημέρας της Τεργέστης συμβολές του Έλληνα λογίου» ενώ ο μεγάλος ποιητής σημειώνει ότι «Η καταγραφόμενη εδώ εντύπωση είναι το αποτέλεσμα της ανάγνωσης διατριβών που δεν υπερβαίνουν τις δέκα…». Υποθέτουμε πως όταν αναφέρει ότι το έργο του θα «μπορούσε να περιληφθεί σε τριακοσιοσέλιδο τόμο» θα έχει υπόψη τις επιφυλλίδες που δημοσιεύονται στην εφημερίδα Νέα Ημέρα Τεργέστης (Αθήνα) και στην «παλαιότερη ακαδημαϊκή Ημέρα της Τεργέστης» [51]. Ωστόσο, σε κείμενο του 1892, στην Εφημερίδα, για τις Ατθίδες Αύρες του Βιζυηνού, θα θυμηθεί την κριτική (του Λάππα – Μ.) για το βιβλίο, που είχε δημοσιευτεί στην ίδια εφημερίδα το 1884[52]. Το πιθανότερο θα ήταν να γνωρίζει την ταυτότητα του συντάκτη της κριτικής, αλλά ο ίδιος, σε πολύ μεταγενέστερο, δεύτερο κείμενό του για τον «Ραδάμανθυ» δεν φαίνεται να είναι ενήμερος για αυτή την συγγραφική πτυχή του[53]. Ασχέτως του γεγονότος αυτού θα υποθέσουμε ότι αναφέρεται στις πραγματείες του «Ραδάμανθυ» της Νέας Ημέρας, στις οποίες, όπως σημειώνει, «διερευνώνται βασικά προβλήματα της γνώσης, της τέχνης, της ζωής, της εθνικής μας ιστορίας και της διανόησης συνολικά».

Όσο όγκο κι αν θα προσέθεταν στο «έργο» του Μίνωα Λάππα οι υπογραφόμενες δια του αρχικού Μ. κριτικές του και άλλα κείμενα των αρχών του 1880, από δω και στο εξής το ψευδώνυμο Ραδάμανθυς (κι ενίοτε Ρδμ.) με το οποίο υπογράφει τις δημοσιεύσεις του, μας προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας ως προς την ταυτότητα του συντάκτη των κειμένων. Είναι κοινώς αποδεκτό κι αποδεδειγμένο το ποιος «κρύβεται» πίσω από το ψευδώνυμο αυτό[54], ενώ δεν υπάρχουν αναφορές ότι χρησιμοποιούταν από άλλους. Εκτός από μια αμφίβολη περίπτωση που θα δούμε παρακάτω, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το γεγονός πως όταν συναντάμε το ψευδώνυμο Ραδάμανθυς έχουμε να κάνουμε με τον Μ. Λάππα.

 

Ο άριστος των λογίων[55] (1900)

Κείμενο για τον αρχαιολόγο και φιλόλογο καθηγητή Στέφανο Α. Κουμανούδη. Λίγους μήνες αργότερα θα δημοσιευτεί κριτική του Λάππα για το έργο του Κουμανούδη «Στράτης Καλοπίχειρος» (βλ. παρακάτω).

 

Εις λόγος (…κατά Λεωκράτους)[56] (1901)

Κριτική για την έκδοση του λόγου του Αθηναίου ρήτορα Λυκούργου «Κατά Λεωκράτους» από τον Χρήστο Λώλο. Η υπογραφή Ρδμ. παραπέμπει σαφώς στον Ραδάμανθυ (για ταύτιση βλ. παρακάτω), ενώ στο μέλλον ο Λάππας θα αναφερθεί ξανά σε μια άλλη έκδοση του γυμνασιάρχη και καθηγητή. Ο Λώλος, με τη σειρά του θα συμπεριλάβει απόσπασμα από πραγματεία του Λάππα ως πρόλογο σε έκδοσή του για τα Ειδύλλια του Θεόκριτου (βλ. παρακάτω).

 

Ανάλεκτα υπό Αγγ. Βλάχου[57] (1901)

Κριτική για τον πρώτο τόμο των Αναλέκτων του Άγγελου Βλάχου ο οποίος είναι «άξιος λόγου και προσοχής, ου μόνον διότι περιέχει μελέτας του κορυφαίου ίσως των ημετέρων λογίων, αλλά και διότι παρέχει εικόνα τινά φιλολογικού φρονήματος και χαρακτήρος της τελευταίας εκπνεούσης ήδη γενεάς…».

 

Το νέον ελληνικόν έπος (Φιλολογικαί Μελέται)[58] (1901)

Εκτενής κριτική σε δύο συνέχειες για την μεταθανάτια, τρίτη και πλήρη έκδοση του μακρόσυρτου αφηγηματικού ποιήματος του Στέφανου Α. Κουμανούδη «Στράτης Καλοπίχειρος». «Πάσα σελίς της Οδύσσειας ταύτης είναι ως ακτίς φωτίζουσα τα συστατικά στοιχεία του ελληνικού λαού…».

 

Γεώργιος Στεφάνου[59] (1901)

Τον Μάιο του 1901 δημοσιεύεται στην εφημερίδα Φωνή της Ηπείρου, νεκρολογία για τον παλιό συμπολεμιστή του Λάππα στο Κίνημα του Λυκουρσίου, φέρουσα την υπογραφή Ρδμ.. Είναι προφανές πως πρόκειται για τον Ραδάμανθυ. Επιπλέον, στην εισαγωγή του κειμένου αναφέρεται από την σύνταξη ότι το κείμενο έχει γραφτεί από «χείρ Ηπειρώτου συναγωνισθέντος μετ’ αυτού (σ.σ. του Στεφανου) εν Λυκουρσίω, εκτιμήσαντος εξ ιδίας αντιλήψεως τας αρετάς του εκλιπόντος πατριώτου και την αγάπην προς την πατρίδα και πονέσαντος επί τω θανάτω αυτού». Το άρθρο αποτελεί έναν ύμνο στον Γ. Στεφάνου, ενώ οι αναφορές στην θλίψη που κατέβαλε τον «Χειμαρριώτη αξιωματικό της χωροφυλακής» μετά την αποτυχία της «ενευλογήτου εκείνης εκστρατείας», ίσως απηχούν και τα συναισθήματα του ίδιου του Μ. Λάππα: «Έκτοτε (σ.σ. μετά το 1878) ούτε αι τιμαί ούτε τα αξιώματα κατεπράϋνον την βαθέως τρωθείσαν και αδούλωτην καρδίαν του».

 

Για την πεντηκονταετηρίδα του Άγγελου Βλάχου στα ελληνικά γράμματα[60] (1902)

Η «εορτή της φιλολογικής πεντικονταετηρίδος του κ. Άγγ. Βλάχου» το έτος 1902 καλύφθηκε από τον τύπο της εποχής με ανταποκρίσεις, αναφορές και σχόλια. Ο Ραδάμανθυς δημοσιεύει εκτενές άρθρο για «έναν εκ των κορυφαίων των ζώντων ημετέρων λογίων» τον εορτασμό της πεντικονταρτηρίδος του οποίου «εντός του ισταμένου μηνός (Δεκεμβρίου) εμνήσθησαν ευτυχώς και ανέγραψαν μετ’ ευφημιών» οι αθηναϊκές εφημερίδες μέσα στην τύρβη και την ζάλη των εκλογών. Στο κείμενο αναφέρεται και η περσινή κριτική του για «τα τότε εκδοθέντα Ανάλεκτα αυτού».

 

Η εν Κρήτη Ιταλική προπαγάνδα (Την νομίζουν Ήπειρο)[61] (1905)

Μια σύντομη αναφορά στην πολιτική που ακολουθεί η Ιταλία στην Κρήτη, φέρουσα την υπογραφή Ραδάμανθυς δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πύρρος τον Ιανουάριο του 1905. Καθώς πρόκειται για θέμα που αφορά την Κρήτη και άλλο κείμενο του Λάππα δεν φαίνεται να έχει δημοσιευτεί στην εν λόγω εφημερίδα, θα υπέθετε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με μια ανταπόκριση ενός κατοίκου της μεγαλονήσου που επέλεξε το «κρητικό» όνομα Ραδάμανθυς ως ψευδώνυμο.

Υπέρ της περίπτωσης να πρόκειται για τον Λάππα, είναι το γεγονός ότι ο αρθρογράφος φαίνεται να μην είναι ανταποκριτής από την Κρήτη. Αντλεί τις πληροφορίες του από «τηλεγραφήματα εκ Ρώμης προς τας Αγγλικάς εφημερίδας». Επίσης η σύγκριση της Ιταλικής πολιτικής με αυτή που ασκείται στην Ήπειρο θα μπορούσε να είναι (ασθενές ειν’ η αλήθεια) ενδεικτικό στοιχείο. Τέλος, ανταποκρίσεις από την Κρήτη στην ίδια εφημερίδα δεν φέρουν το ψευδώνυμο αυτό. (Τολμούμε να πούμε πως αν πρόκειται για ανταπόκριση, είναι η μοναδική που φέρει υπογραφή και που δεν δημοσιεύεται υπό την επικεφαλίδα «ΚΡΗΤΙΚΑ»).

 

Η μήτηρ του ποιητού[62] (1905)

Μια πραγματεία (σε δύο συνέχειες) για την μητέρα του γάλλου ποιητή Αντρέ Σενιέ ο οποίος «εκόσμησε και ελάμπρυνε την Γαλληκήν μούσαν όσον και οι κορυφαίοι αυτής θιασώται». Πρόκειται για την ελληνικής καταγωγής Ελισάβετ Λομάκα η οποία παντρεύεται τον έμπορο Λουδοβίκο Σενιέ και μεταβαίνει στο Παρίσι όπου κερδίζει τον θαυμασμό επιφανών ανδρών της εποχής με την παιδεία και την καλλιέργειά της. Ο Λάππας κάνει μια αναφορά στην κοσμοπολίτικη (όσο και τραγική) ζωή της και στις δυο πιο γνωστές πραγματείες της  και διερωτάται: «Τι έλαμψεν αληθώς ελληνικόν εν τη Δύσει υψηλόν και αξιομνημόνευτον προ του Ρήγα και του μεγάλου Κοραή;». Και αποφαίνεται: «Η Ελληνίς αυτή απέδειξεν ευθύς εις την θαυμασίαν εκείνην μητρόπολιν του εξημερωμένου κόσμου, ότι οι πάλαι, θρυλλούμενοι ελληνικοί σπινθήρες δεν εσβέσθησαν δια παντός ουδ’ έδυσαν ανυποστρέπτως, αλλά διεσώζοντο ως ζώπυρα υπό την μέλαιναν συνοδίαν της δουλείας…».

 

Ο Σακεσπείρος (Επιφυλλίς)[63] (1905)

«Πριν λίγο καιρό στην βιβλιοθήκη του γενναίου προστάτη των Ελλ. γραμμάτων Γρ. Μαρασλή» εκδόθηκαν πέντε δράματα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ σε μετάφραση του γνωστού συγγραφέα και πολιτικού Άγγελου Βλάχου. Ο «Ραδάμανθυς» δημοσιεύει μια διθυραμβική κριτική. «Ουδείς τω όντι των παρ’ ημίν λογίων δύναται να εξελληνίση ξένον ποιητήν εις μέτρα και στίχους τοσούτον κομψώς, ακριβώς και απταίστως όσον ο κ. Αγγ. Βλάχος…».

 

Γεώργιος Κάννιγκ[64] (1908)

Μια μακροσκελής πραγματεία (σε 6 συνέχειες) για τον Άγγλο πολιτικό και φιλέλληνα Γεώργιο Κάννιγκ.

«Είθε η πεζή αυτή αφήγησις του βίου και των πράξεων του κορυφαιοτάτου και κραταιού των φιλελλήνων τούτων να δώση αφορμήν εις την αναπλήρωσην της ελλείψεως ταύτης (σ.σ των τιμών προς τους ευεργέτες) και εις επανόρθωσιν των γενομένων αμαρτημάτων και ζημιών, πληρωθή δε και πιστωθή εμπράκτως το σοφόν ρήμα του αθανάτου Μενάνδρου,

Έλληνες εισίν άνδρες, ουκ αγνώμονες,
Και μετά λογισμού πάντα πράττουσι τίνος…».

Η αφήγηση αποκαλείται πεζή διότι «μόνον άλλος Πλούταρχος θα ηδύνατο ν’ απεικονίση πιστώς την θείαν μορφή του Άγγλου εκείνου διπλωμάτου και φιλέλληνος…».

 

Τι οφείλομεν εις την Ελλάδα[65] (1909)

Ένα μέρος της μεταφρασμένης από τον Λάππα μελέτης του κλασικιστή S. H. Butcher «What we owe to Greece» (Τι οφείλουμε στην Ελλάδα).

 

Ο γραπτός και ο προφορικός λόγος[66] (1910)

Μετάφραση (σε τρεις συνέχειες) της μελέτης του S. H. Butcher «The written and the spoken word» (Ο γραπτός και ο προφορικός λόγος).

 

Η Ελλάς και οι ευεργέται αυτής[67] (1911) 

Καθώς «Ουδέν ίσως υπάρχει εν τω ανθρωπίνω βίω αλγεινότερον, αγενέστερον και βαρβαρικώτερον της λήθης ή της αδιαφορίας προς τους ευεργέτας και τας πράξεις αυτών και θυσίας[68]» ο Λάππας δημοσιεύει μια πραγματεία (σε 4 συνέχειες) για τους διάφορους φιλέλληνες που συνέβαλαν τα μέγιστα στην ελευθερία της Ελλάδας. Από τον Γ. Κάννιγκ και τον Κάρολο Ι΄της Γαλλίας, έως τον «αθάνατο Βύρωνα», τον Ελβετό τραπεζίτη Ι. Γ. Εϋνάρδο και τους «Μάϋερ, Σάντα Ρόζα και Χάου…».

 

Κωνσταντίνος Π. Αραβαντινός[69] (1911)

Νεκρολογία για τον τραπεζίτη, πολιτικό (βουλευτή Αττικής και Βοιωτίας) και συγγραφέα Κωνσταντίνο Αραβαντινό, γιο του «ονομαστού συγγραφέως και ερευνητού της Ηπειρωτικής ιστορίας, γλώσσης και τοπογραφίας» Παναγιώτη Αραβαντινού. «Η μετ’ επιμελείας έκδοσις των πατρικών τούτων αξιολόγων φιλοπονημάτων και η εις πάσαν εθνικήν υπόθεσιν ενθουσιώδης αυτού ανάμιξις εδείκνυεν την ακάθεκτον ζέσιν της ψυχής του, την εμβριθή και άοκνον φιλοτιμίαν του και τον περί τους φιλομούσους λόγους ζήλον του…».

 

Η βουκολική ποίησης[70] (1916)

Μακροσκελής πραγματεία (σε 6 συνέχειες) για την βουκολική ποίηση, ουσιαστικά μια μελέτη για τον βίο και το έργο του σημαντικού αρχαίου ποιητή Θεόκριτου, ιδρυτή του είδους αυτού της ποιήσεως. Ο Ραδάμανθυς, εμφανίζεται «σήμερον από των στηλών της Νέας Ημέρας κατόπιν μακράς απουσίας».

Ο Χρ. Β. Λώλος έχει χρησιμοποιήσει ένα απόσπασμα από την πραγματεία αυτή αντί προλόγου στο βιβλίο του Θεοκρίτου Ειδύλλια, τα διδασκόμενα εν τω γυμνασίω (…) (Αθήνα 1937).

«Ο πριν από κάποια χρόνια εκλιπών διαπρεπής λόγιος Μίνως Λάππας δημοσίευσε υπό το όνομα Ραδάμανθυς σε σειρά φύλλων της Νέας Ημέρας κατά το έτος 1916 με αφορμή την τότε έκδοσή μου των διδασκόμενων στο γυμνάσιο ειδυλλίων του Θεόκριτου, περισπούδαστη σε έννοιες και σε έκφραση διατριβή περί βουκολικής ποιήσεως. Την διατριβή αυτή που βρίσκεται από τότε στα γραφεία της Νέας Ημέρας θα ήταν ευχής έργον εάν το Πανεπιστήμιο ή κάποιος εύπορος φιλόμουσος δημοσίευε σε έναν τόμο προς χάριν των φιλολογούντων, για να θαυμάσουν την ευρύτητα της μάθησης και την καλλιέπεια της γλώσσας που χαρακτηρίζει τον αλησμόνητο λόγιο. Από την διατριβή αυτή αποσπούμε τα επόμενα: (…)[71]» (απόδοση Ν.Θ.).

 

ΜΕΡΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ένα ασφαλές συμπέρασμα το οποίο μπορεί να εξαχθεί από την μέχρι τώρα έρευνα είναι ότι σε καμία από τις περιόδους (του «Μ.» ή του «Ραδάμανθυ») δεν παρατηρείται μια μόνιμη και συνεχής παρουσία του Λάππα στον τύπο. Μόνο αν του αποδοθούν με βεβαιότητα τα πρωτοσέλιδα κείμενα του Ελληνισμού που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούμε να μιλάμε για ένα σχετικά σύντομο διάστημα κατά το οποίο διέθετε μια «εβδομαδιαία στήλη» της οποίας μάλιστα τα άρθρα δεν παρουσιάζουν φιλολογικό ενδιαφέρον αλλά πραγματεύονται τις γεωπολιτικές εξελίξεις στο πλαίσιο του ρωσοτουρκικού πολέμου και τις πρωτοβουλίες που πρέπει να αναλάβει η Ελλάδα. Στη συνέχεια, εκτός από μερικές περιπτώσεις άρθρων που συμβαίνει να βρίσκονται χρονικά κοντά, οι δημοσιεύσεις του δεν είναι συχνές, ενώ παρατηρούνται και μακρές απουσίες, όπως αναφέρεται σε σημειώματα της σύνταξης της Νέας Ημέρας που συνοδεύουν δύο πραγματείες του 1908 και 1916[72].

Από το 1880 περίπου, και για περισσότερα από 20 χρόνια διετέλεσε ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας «Σημαία» (The Standard) καλύπτοντας διάφορα θέματα.

Οι πολιτικής φύσεως παρεμβάσεις του μετά το 1878 περιορίζονται σε ολιγάριθμες απαντήσεις σε επικριτές κυρίως ανταποκρίσεών του στην σημαντική τότε «Σημαία» και άλλων «δυσαρεστημένων» πολιτικών αντιπάλων κατά τις περιόδους που διατελούσε Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας. Δεν έχουμε κάποιον συχνό και σταθερό πολιτικό σχολιασμό σε κάποια από τις εφημερίδες της εποχής όπου για παράδειγμα να υποστηρίζονται οι θέσεις του Τρικούπη, του οποίου ήταν και οπαδός, παρά μόνο λίγες περιπτώσεις όπου προκαλείται δια άρθρων και καταγγελιών και απαντά αναλόγως.

Η περίοδος των υπογραφόμενων με το αρχικό Μ. άρθρων περιλαμβάνει κριτικές για διάφορες εκδόσεις, όπως και μερικά δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος κείμενα, ενώ ο «Ραδάμανθυς» γράφει παράλληλα και πραγματείες ιστορικού και φιλολογικού ενδιαφέροντος. Το συνήθειο να παραθέτει στα γραπτά του γαλλικά μονόστιχα και δίστιχα είναι πιο συχνό στις κριτικές και τις συγκρούσεις στον τύπο κατά το 1880 – 1890, αλλά εμφανίζονται και σε μεταγενέστερα άρθρα. Στο συγγραφικό του έργο είναι εμφανής η πολυμάθεια για την οποία ο Λάππας είναι γνωστός, όπως και η «βαριά» καθαρεύουσα της οποίας προφανώς είναι υπέρμαχος.

Ανήκε σε έναν κύκλο κορυφαίων λογίων της εποχής[73] αν και σαφώς με πολύ περιορισμένο έργο συγκριτικά με αρκετούς πολυγραφότατους συναδέλφους του καθηγητές και συγγραφείς, όπως και με σαφώς μικρότερη αναγνωρισιμότητα.

Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν κι άλλα κείμενα του Μίνωα Λάππα, διάσπαρτα στον τύπο της εποχής, πέρα από τα όσα αποθησαυρίστηκαν στο παρόν άρθρο. Θα ήταν ευχής έργον κάποτε να αναγνωρίζονταν και να καταγράφονταν σε πρώτη φάση όλα ή τουλάχιστον τα περισσότερα, με την προοπτική να προκύψουν στο μέλλον σχετικές φιλολογικές εργασίες ή έστω ένας συγκεντρωτικός τόμος. Φρονούμε πως παρά τις αναπόφευκτες ατέλειες, τα δύο άρθρα του «Δρυός» για τις δημοσιεύσεις του εν πολλοίς λησμονημένου λογίου αποτελούν ένα σχετικά ικανοποιητικό πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.

Ν. Θαλασσινός

 

 

 

[1] Η Φωνή (Κέρκυρας) 20 Απριλίου 1878.

[2] Σκουλίδας Η. Γ., «Οι σχέσεις Ελλήνων και Αλβανών κατά το 19ο αιώνα: πολιτικές επιδιώξεις και θεωρήσεις (1875 – 1897)», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2001, σ. 100.

[3] Ελληνισμός, 21 Φεβρουαρίου 1878, αρ. φ. 31.

[4] «… θα κατορθωθή η ταχεία στρατιωτική παρασκευή του έθνους και (…) θ’ ασφαλισθώσι τα δικαιώματα του Ελληνισμού και θα επιτελεσθή ο προορισμός αυτού…» Εφ. Ελληνισμός 5 Ιουλίου 1877, αρ. φ. 3 / «Το όπλον του Ελληνισμού δεν είναι η βία αλλά το δίκαιον…» Εφ. Ελληνισμός 23 Αυγούστου 1877, αρ. φ. 10 / Βλ. και λόγο 25η Μαρτίου / Ο περί του δικαίου αγών / Οι δημοσιεύσεις του Μἰνωα Λάππα Ι, Δρυς (periodikodrys.gr), 7 Νοεμβρίου 2017.

[5]Ελληνισμός (Κέρκυρα)  12 Ιουλίου 1877, αρ. φ. 4.

[6] Φιλολογικά, «Ποίησις και κριτική», Ελληνισμός (Κέρκυρα), 15 Νοεμβρίου 1877, αρ. φ. 22.

[7] Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως, Yπό Ε. Δ. Ροϊδου, Αθήναι, Γραφείον της «Εστίας», 1877.

[8] Πολίτης Α., Η ρομαντική λογοτεχνία στο έθνος κράτος 1830-1880, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017, σ. 395.

[9] Βαρελάς Λ., Μετά θάρρους ανησυχίαν εμπνέοντος, Η κριτική πρόσληψη του Γ. Μ. Βιζυηνού (1873-1896), University Studio Press 2014, σσ. 112, 146.

[10] Δεν πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση αρθρογράφου της εποχής που συγκεντρώνει αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά υπάρχουν κάποιες ενδείξεις, όπως το συνήθειο της συχνής παράθεσης στίχων του Nicolas Boileau, που παραπέμπει στο Λάππα. Βλ. για παράδειγμα «διαμάχη με Σουρή», «Το νέον ελληνικόν έπος» (1901) και κριτικές για τα έργα «Ατθίδαι Αύραι» και «Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού» του  Βιζυηνού. Στο συγκεκριμένο κείμενο παρεμβάλλονται οι φράσεις  «ce sixième sens des hommes de letters» κάποιου «γνωστού κριτικού» και «ce concert de voix convaincues»  του Charles Ernest Beulé.

[11] Να σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός «αρρενωπός» που χρησιμοποιεί ο συντάκτης της κριτικής για τον Ζαλοκώστα, συναντάται σε μια μελλοντική κριτική του Λάππα (Ραδάμανθυ) για τον «Στράτη Καλοπίχειρο» του Σ. Κουμανούδη: Σε «ποιητικόν αγώνα» το ποίημα του Κουμανούδη δεν «εστεφανώθη υπό τον κριτών, οίτινες αντ’ αυτού προετίμησαν το αρρενωπότερον φιλοτέχνημα του αρηιφίλου Γ. Ζαλοκώστα…». Βλ. «Το νέον Ελληνικόν έπος», Ραδάμανθυς, Το Άστυ, 13 Απριλίου 1901. Επίσης, άλλη παρομοίωση του Ροΐδη από το κείμενο (με τον επικριτή του Σπινόζα) συναντάται σε μεταγενέστερο άρθρο του Λάππα (1884).

[12] Δημηρούλης Δ., «Εμμανουήλ Ροΐδης – Άγγελος Βλάχος, Η διαμάχη για την ποίηση. Τα κείμενα και οι αντιδράσεις»,  Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2011, σ. 25.

[13] «Είναι αληθές, ότι τα καθ’ ημάς ελληνικά γράμματα πάσχουσιν υπό ποικίλων νόσων και ευρίσκονται επί τοιαύτης πλημμελούς οδού, εξ ης υποπτεύομεν, ότι δυσκόλως θα δυνηθώσι να εξέλθωσιν εντίμως και ευπρεπώς. Αλλά πταίει μάλλον παντός άλλου ίσως η άστατος περίοδος του καθ’ όλου πολιτικού ημών βίου και της επιστήμης η ταραχή και το αστάθμητον. Όταν η ατέλεια προέρχεται εκ τοιούτων φυσικών και αναγκαίων λόγων, το καθήκον του κριτού είναι απλώς θεωρητικὀν και άξιον της μεγίστης επιστασίας…» Βλ. Ελληνισμός, 12 Ιουλίου 1877, αρ. φ. 4.

[14] «Είπεν εκείνος, ότι μη υπαρχούσης ποιητικής κοινωνίας (ή ατμοσφαίρας επί το μεταφυσικώτερον) ποιητής δεν γεννάται. Παρετηρήσαμεν δε ημείς, ότι τον ποιητήν γεννά τοιούτον η έμπνευσις, αι δε κοινωνικαί περιστάσεις δύνανται μόνον να επιδράσωσιν επί της εξωτερικής εκδηλώσεως της εγγενούς εκείνης ποιητικής δυνάμεως. Ημείς εθεωρήσαμεν ως δεύτερον πάντη και επουσιώδες στοιχείον της παραγωγής ποιήματος την κοινωνικήν επίδρασην, ως πρώτον δε και κύριον την ατομικήν έμπνευσιν του ποιητού. Ο δε Κ. Ροίδης ταύτης μεν ουδ’ εμνημόνευσεν όλως, ανεκήρυξε δε τουναντίον κυριώτατον και μόνον γεννητικόν αίτιον της ποιήσεως την ποιητικήν ατμόσφαιραν, διότι αδύνατον, είπεν, εκτός αυτής να γεννηθή ποιητής…». Βλ. Ο νέος κριτικός, υπό Αγγέλου Βλάχου, Εστία, 1877, σ. 9.

[15] Στο διάστημα 1883 – 1885 διορίζεται γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου για ένα χρόνο διαδοχικά με τον Αριστείδη Βάμβα. Βλ. Γαβρόγλου Κ., Καραμανωλάκης Δ. Β., Μπαρκούλα Χ., Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η ιστορία του, ΠΕΚ, 2014, σ. 146.

[16] Βαρελάς Λ., ό. π., σ. 110.

[17] Βυζαντιναί σελίδες: Δημοσιευθείσαι κατά τα έτη 1907-1908 εν τη εφημερίδι ο ¨Ταχυδρόμος¨ (Κωνσταντινουπόλεως) υπό το ψευδώνυμον Μούντζοφλος, Γ. Χασιώτου, T. A’: Αι Πριγκηπόνησοι. Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1910, σ. 53 /  Εφ. Αθήναι, 31 Μαρτίου 1917.

[18] Μερικές ανταποκρίσεις του Μίνωα Λάππα στην λονδρέζικη «Σημαία». Δρυς (periodikodrys.gr), 17 Δεκεμβρίου 2017.

[19] Μ*., Αιών, 3 Νοεμβρίου 1882.

[20] Μ., Δελτίον της Εστίας, 19 Δεκεμβρίου 1882, αρ. 311.

[21] Μ*, Αιών, 19 Μαΐου 1883.

[22] Μ., Αιών, 4 Φεβρουαρίου 1884.

[23] Μ., «Εις Γ. Σουρήν», Νέα Εφημερίς 19 Ιουνίου 1884.  Για την εξέλιξη της διαμάχης στον τύπο βλ. Μια «φοβερή στιχομαχία» μεταξύ Γεωργίου Σουρή και Μίνωα Λάππα, Δρυς (periodikodrys.gr), 13 Ιουνίου 2017.

[24] Μ., Εφημερίς, 21 Ιουλίου 1884, αρ. φ. 203.

[25] Μ*, Αιών, 16 Φεβρουαρίου 1885.

[26] Μ. Α. Λάππας, Αιών, 23 Μαρτίου 1885.

[27] Μ., Αιών, 1 Μαΐου 1885 / Μ. Ευαγγελίδου, Λόγος εισιτήριος εις την Ιστορίαν της Φιλοσοφίας, Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Αλεξ. Παπαγεωργίου,1888, σσ. 31-33.

[28] Βαρελάς Λ., ό. π., σ. 114.

[29] Μ., Εφημερίς, 29 Αυγούστου 1885.

[30] Βαρελάς Λ., ό. π., σ. 113.

[31] Ο ανταποκριτής, Εφημερίς, 15 Σεπτεμβρίου 1885. Ακολουθούν ανταπαντήσεις στα επόμενα τεύχη Εφημερίδας και Νέας Εφημερίδας.

[32] Μ., Δελτίον της εστίας, 16 Νοεμβρίου 1886. Βλ. και «Ο Μίνως Λάππας για την «Ελληνική περιήγηση» του Καρλ Κρουμπάχερ», Δρυς (periodikodrys.gr), 9 Αυγούστου 2017.

[33] Μ., Εφημερίς, 20 Φεβρουαρίου 1887.

[34] «Μωρότατα και ασυνειδητότατα εξύμνησεν εν τη Εφημερίδι το έργο του Σεμιτέλου ο Μ. Λάππας…». Βλ. Ο εξ επαγγέλματος λογοκλόπος Δημήτριος Σεμιτέλος, Υπό Α. Δ. Οικονόμου, Εν Αθήναις: [χ. ε.], 1887, σ. 11. / Για ταύτιση του Μ. με Λάππα βλ. επίσης Βαρελάς Λ., ό. π., σ. 111 /  Griechischer Biographischer Index, Greek Biographical Index, De Gruyter, M → Lappas, Minos, σ. 667, παράλληλα με: Radamanthys → Lappas, Minos, σ. 973. /  Ντελόπουλος Κ., Νεοελληνικά φιλολογικά ψευδώνυμα 1800-1981, Ε.Λ.Ι.Α., 1983, σ. 61. / Περιοδικό «Ελληνικά», τ. 23ος , τεύχ. 1ο,  σ. 161.

[35] Μ., «Νέα βιβλία», Δελτίον της Εστίας, 15 Μαΐου 1888, αρ. 594.

[36] Παπακώστας Γ., Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας, Πατάκης 2011, σ. 512.

[37] Μ., «Ανακάλυψις νέου αστέρος», Το Άστυ 23 Απριλίου 1892.

[38] Μ., «Ο Δ. Μωραΐτης και η ατμήρης ναυτιλία», Το Άστυ, 26 Φεβρουαρίου 1903.

[39] Μ., «Η νέα ατμοπλοΐα», Το Άστυ, 5 Νοεμβρίου 1893, αρ. φ. 1059.

[40] Μ., «Περί Οικοδομικής, δια τόπους υπό σεισμών πάσχοντας», Εφημερίς, 3 Σεπτεμβρίου 1886.

[41] Μ., «Ο ανάδοχος του νεογέννητου πρίγκηπος», Το Άστυ, 23 Ιουλίου 1893, αρ. φ. 954.

[42] Μ., «Μικρά συμβολή εις την ιστορίαν της παρ’ ημίν γεωπονίας», Εφημερίς, 9 Μαρτίου 1887.

[43] Θα προτείνουμε την πιθανότητα να είναι διαφορετικός ο αρθρογράφος που υπογράφει ως Μ. (και Μ* στον Αιώνα) από τον Μητσάκη που χρησιμοποιεί το Μ* σε δημοσιεύσεις της εποχής στα περιοδικά Εστία και Αττικόν Μουσείον.

[44] Βαρελάς Λ., ό. π., σ. 112.

[45] Περιοδικό «Ελληνικά», τ. 23ος , τεύχ. 1ο,  σ. 161.

[46] Βιβλιογραφία Μιχαήλ Μητσάκη, Αθήνα, Τυπογραφείο Σεργιάδη, 1942, σ. 3, Σημείωση.

[47] Μ., «Η βιομηχανία της εταιρίας των μεταλλουργείων Λαυρίου…», Δελτίον της Εστίας, 1 Ιανουαρίου 1889, αρ. 627.

[48] Μ., «Νέα βιβλία, Μεσσαριά: Ιστορικαί έρευναι…», Το Άστυ, 26 Οκτωβρίου 1893.

[49] Μ., «Θεσσαλικαί Εντυπώσεις», Εφημερίς, 14 Οκτωβρίου 1886. Στην περίπτωση αυτή, μάλλον θα πρέπει να αποκλειστεί ο Μιχαήλ Μητσάκης ως πιθανός συντάκτης των κειμένων, καθώς εκείνος έχει δημοσιεύσει σε τρείς συνέχειες έναν μήνα πριν, υπογράφοντας ως Μ.Μ., τις δικές του  «σιδηροδρομικές εντυπώσεις» από τη Θεσσαλία. Το περιεχόμενο και το ύφος των κειμένων του Μητσάκη διαφέρουν από τα αντίστοιχα του Μ. στην Εφημερίδα. Επιπλέον, ξέρουμε ότι ο Λάππας δημοσίευε άρθρα στην εν λόγω εφημερίδα την εποχή εκείνη (τουλάχιστον κατά τα τέλη του 1885).

[50]Διαγόρας, «Ο Ραδάμανθυς» Νέα Ημέρα, 16 Ιουνίου 1917 / Ο Κωστής Παλαμάς για τον ευρυμαθή λόγιο Μίνωα Λάππα, Δρυς (periodikodrys.gr) 5 Αυγούστου 2017.

[51] «Ο Ραδάμνθυς», Νέα Ημέρα, 3 Μαΐου 1917.

[52] «Εν αυτή τη «Εφημερίδι» εδημοσιεύθη (το 1884) κρίσης την οποίαν ο χαράσσων τας γραμμάς ταύτας ευρίσκει άδικον κάπως…», Κ. Π., «Εις Ποιητής» Εφημερίς, 12 Απριλίου 1892, αρ. φ. 103.

[53] «Ούτε κριτικάς αυτοσχεδίασεν, αντλημένας από το σεληνόφος ή δανεισμένας από το τελευταίον ανάγνωσμα μιας ωραίας τεχνοκριτικής παραδοξολογίας του Όσκαρ Ουάιλδ…», Διαγόρας (Κ. Παλαμάς), «Ο Ραδάμνθυς», Νέα Ημέρα, 3 Μαΐου 1917 / Ο Κωστής Παλαμάς για τον «ξεχασμένο» αρθρογράφο Μίνωα Λάππα, Δρυς (periodikodrys.gr) 18 Μαΐου 2017. (Εκτός κι αν στο παράθεμα υπονοείται πως ο Λάππας δεν έγραψε κριτικές αυτού το είδους που περιγράφονται σε αυτό αλλά διαφορετικού ύφους!).

[54] Μπαράς Β., Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές, Αθήνα 1966, σ. 33 / Διαγόρας (Κ. Παλαμάς), ό. π. / Griechischer Biographischer Index, Greek Biographical Index, De Gruyter, Radamanthys → Lappas, Minos, σ. 973 / Ντελόπουλος Κ., ό. π., σ. 81 κ.α..

[55] Ραδάμανθυς [ = Μίνως Λάππας], «Ο άριστος των λογίων» εφ. Νέα Ημέρα, 19. 8. – 1. 9. 1900.  Βλ. Μητσού Μ., Ο Στράτης Καλοπίχειρος του Στέφανου Α. Κουμανούδη, MIET, 2005, σ. 54, υποσ. 84.

[56] Ρδμ., Το Άστυ, 6 Ιανουαρίου 1901, αρ. φ. 3649.

[57] Ρδμ., «Φιλολογία» Το Άστυ, 1 Απριλίου 1901 αρ. φ. 3733.

[58] Ραδάμανθυς, Το Άστυ, 13 Απριλίου 1901, αρ. φ. 3744 – Το Άστυ, 14 Απριλίου 1901, αρ. φ. 3745.  Για αναδημοσίευση της κριτικής βλ. επίσης Μητσού Μ., ό. π., σσ. 396-405.

[59] Ρδμ., Φωνή της Ηπείρου, 18 Μαΐου 1901, αρ. φ.  430 / Το Άστυ 15 Μαΐου 1901, αρ. φ. 3776.

[60] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 21/3 Δεκεμβρίου 1902. Βλ. επίσης Αγγέλου Βλάχου Πεντηκονταετηρίς:1852-1902. Εν Αθήναις, Τυπ. Π.Δ. Σακελλαρίου, 1903, σσ. 55-63.

[61] Ραδάμανθυς, Πύρρος, 1 Ιανουαρίου 1905.

[62] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 19/4 Μαρτίου 1905, αρ. φ. 1577 –  Νέα Ημέρα, 26/11 Μαρτίου 1905, αρ. φ. 1578.

[63] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 30/13 Μαΐου 1905, αρ. φ. 1857.

[64] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 28/11 Απριλίου 1908, αρ. φ. 1739 / Συνέχεια σε αρ. φ: 1740 – 1741 – 1742 – 1743 – 1744.

[65] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 21/4 Νοεμβρίου 1909, αρ. φ. 1825.

[66] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 4/17 Δεκεμβρίου 1910, αρ. φ. 1879.  Συνέχεια σε αρ. φ: 1880 -1881.

[67] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 12/25 Φεβρουαρίου 1911,  αρ. φ. 1889.  Συνέχεια σε αρ. φ: 1890 – 1891 – 1892.

[68] Ραδάμανθυς, «Γεώργιος Κάννιγκ» Νέα Ημέρα 28/11 Απριλίου 1908.

[69] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 19/4 Μαρτίου 1911, αρ. φ. 1890.

[70] Ραδάμανθυς, Νέα Ημέρα, 18 Μαρτίου 1816, αρ. φ. 1332. Συνέχεια σε αρ. φ: 1333 – 1334 – 1335 – 1336 – 1337.

[71] Λώλος Χρ. Β., Θεοκρίτου Ειδύλλια, τα διδασκόμενα εν τω Γυμνασίω μετά καταλλήλων εισαγωγών και λεξιλογίου, Αθήνα 1937, 4η Έκδοση, Αντί Προλόγου.

[72] «Ο Ραδάμανθυς, το διαφανές ψευδώνυμον του δοκιμωτάτου λογίου, του συνδυάζοντος υπέρ πάντα άλλον την βαθύτατην γνώσιν αρχαίων και νεώτερων φιλολογιών προς την λάμπουσαν γλαφυρότητα και την ευγένειαν του ύφους, ο Ραδάμανθυς εμφανίζεται σήμερον από των στηλών της Νέας Ημέρας, κατόπιν μακράς απουσίας. Οι αναγνώσται μας, είμεθα βέβαιοι, ότι θα μας οφείλουν χάριτας δια τας εκλεκτάς φιλολογικάς σελίδας τας οποίας θα δημοσιεύσωμεν εν συνεχεία τεσσάρων ή πέντε φύλλων». Βλ. Νέα Ημέρα, 18 Μαρτίου 1916, αρ. φ. 1332 / «Μετά μακράν απουσίαν παρίσταται πάλιν σήμερον προ του κοινού της Νέας Ημέρας εις των εκπρεπεστέρων και προσφιλεστέρων αυτής εκτάκτων συνεργατών. Όσην υπερηφάνειαν αισθάνεται επί τούτου η σύνταξις της Ν. Ημέρας, τόσην χαράν θα αισθανθώσιν οι αναγνώσται της, εντρυφώντες εις την έξοχον περί του Κάννιγκος μελέτην» Βλ. Νέα Ημέρα 28/11 Απριλίου 1908, αρ. φ. 1739.

[73] Ενδεικτική είναι η αναφορά των Γ. Σουρή και Γ. Δροσίνη σε πρόχειρο στιχούργημά τους που αφορά μια «μάζωξη» στο φιλολογικό σαλόνι της Ελένης Βλάχου, συζύγου του Άγγελου Βλάχου. «Χαίρε που ο Κορομηλάς ήλθε μετά του Λάππα / Φορώντας την ιστορική, Ζαγοριανή του κάππα…». Ο Μ. Λάππας προσέρχεται με τον θεατρικό συγγραφέα και εκδότη Δημήτρη Κορομηλά, ενώ στους στίχους παρελαύνουν κι άλλοι που συγκεντρώνονταν τακτικά ή σπάνια στο σαλόνι της Βλάχου: Παλαμάς, Θεοφιλάς, Καμπούρογλου, Βελλιανίτης, Θέμος (Άννινος) κ.α.. Επίσης η αναφορά του αρθρογράφου Στέφανου Στεφάνου στους συνεργάτες της εφημερίδας Το Άστυ περίπου το 1900: Ξενόπουλος, Νιρβάνας, Ροΐδης, Σπυρίδων Λάμπρος, «ο Μίνως ο Λάππας», Νικόλαος Πολίτης, Αλέξανδρος Διομήδης κ.α.. Για τις αναφορές αυτές βλ. Παπακώστας Γ., Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας, Πατάκης 2011, σσ. 76, 512. Βλ. επίσης την συμπερίληψη του ονόματός του ανάμεσα σε όσους δια της «συνεργίας τους» συνέβαλαν στην έκδοση των «Αναλέκτων» του Άγγελου Βλάχου το 1901 (για κριτική του Λάππα της έκδοσης αυτής βλ. παραπάνω), όπως και στο βιβλίο του Στέφανου Κουμανούδη «Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων». Μερικοί απ’ αυτούς: Γ. Βερναρδάκης, Σ. Π. Λάμπρος, Εμ. Ροΐδης, Γ. Χατζιδάκης, Μ. Ευαγγελίδης, Ν. Γ. Πολίτης, Α. Προβελέγγιος κ.α.. Βλ. Βλάχος, Αγγελος Σ., Ανάλεκτα: κρίσεις αναμνήσεις και εντυπώσεις, Εν Αθήναις (Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου) 1901, Εσώφυλλο. /  Σ. Α. Kουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, A -B, Aθήνα 1900.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση