ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΟΥΗΔΟΙ ΑΠΕΛΑΘΕΝΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ!

Για το τελευταίο βιβλίο του Τηλέμαχου Κώτσια «Οι δεινόσαυροι των Αθηνών / Ταξίδι σε λάθος χώρα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.   

 

Πριν από μερικές μέρες ο πεζογράφος Τηλέμαχος Κώτσιας τιμήθηκε στη Μεγάλη γιορτή πολυφωνικού τραγουδιού 2107 στην Πετρούπολη για το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του, η παραδοσιακή μουσική (και ενίοτε το πολυφωνικό τραγούδι) αποτέλεσε, σε περιπτώσεις υπόβαθρο, σημαντικό στοιχείο της πλοκής ενός έργου ή ακόμη και βασικό άξονα μιας ολόκληρης ιστορίας.  Ακολουθώντας και ο ίδιος μια κοινή, σχεδόν μοιραία, πρακτική συγγραφέων με καταγωγή από την Ήπειρο, τίμησε με τη σειρά του την ξεχωριστή αυτή πολιτιστική έκφανση της ιδιαίτερης πατρίδας του.   

Το τελευταίο του βιβλίο δε θα λέγαμε πως αποτελεί μια τυπική κυκλοφορία του. Περιλαμβάνει δύο νουβέλες οι οποίες κινούνται στα όρια μιας «ακίνδυνης» στην επιφάνεια σάτιρας και της ευθείας διακωμώδησης θεσμών και καταστάσεων. Το στίγμα της παράδοσης στις ιστορίες θα χαρακτηριζόταν ανεπαίσθητο. Παρ’ ολ’ αυτά, το πολυφωνικό τραγούδι κάνει ξανά, έστω και για λίγο, αισθητή την παρουσία του. Στο Ταξίδι σε λάθος χώρα, το θέμα του οποίου έχει αντληθεί και πάλι από την γνώριμη δεξαμενή των διαδραστικών ελληνοαλβανικών σχέσεων, σε μια στενάχωρη στιγμή  οι δευτερεύοντες χαρακτήρες ανατρέχουν σ’ αυτό για να ξορκίσουν την πίκρα τους, προκαλώντας το ενδιαφέρον του πρωταγωνιστή της υπόθεσης ο οποίος δεν είναι εξοικειωμένος με το είδος.   

 

Οι δεινόσαυροι των Αθηνών

Στην πρώτη νουβέλα του βιβλίου ερχόμαστε αντιμέτωποι με την «έκπληξη» της μη ύπαρξης αλβανών ή βορειοηπειρωτών χαρακτήρων. Έχουμε δηλαδή μια από τις σπάνιες αποστασιοποιήσεις του συγγραφέα από τη γνώριμη δεξαμενή των θεμάτων του.

Και πάλι όμως αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει σε απόλυτο βαθμό. Σαν να μην ήταν δυνατόν να λείπει από αφήγημα του Τηλέμαχου Κώτσια έστω και μια φευγαλέα (;) αναφορά στην Ήπειρο! Στους Δεινόσαυρους των Αθηνών η όλη υπόθεση εκτυλίσσεται μέσα σε μια τράπεζα. Στο κέντρο του χώρου ορθώνεται προτομή του ευεργέτη που χρηματοδότησε την ανέγερση του κτιρίου πριν από έναν αιώνα. Και φυσικά αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από Ηπειρώτης! Ένας τυπικός της εποχής του Ηπειρώτης που «μετά την παγίωση των συνόρων οι κληρονόμοι του τον βάφτισαν Βορειοηπειρώτη», ο οποίος παρακολουθεί καθημερινά από περίοπτη θέση τα τεκταινόμενα στο «δικό» του κτίριο.

Κι αν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τα όσα συνέβαιναν γύρω του ήταν τα αναμενόμενα, δεδομένου του συγκεκριμένου περιβάλλοντος, δηλαδή βασανιστικά επαναλαμβανόμενες αργές σκηνές μέσα σε ασφυκτική ανία, τα τελευταία χρόνια (μ.Κ, Μετά Κρίσιν!) τα πράγματα έχουν αποκτήσει μια όλο και αυξανόμενη ένταση. Η τροφοδοτούμενη από την οικονομική κρίση εντροπία μπορεί να σου προσφέρει στιγμές έξαψης και αναζωογονητικές εξάρσεις, με το  μαρτύριο της αναμονής να μετριάζεται, να εξασθενεί έως εξαφανίσεως όταν όλο και κάτι (συνήθως «κουφό» και αναπάντεχο) συμβαίνει. Στην ιστορία του κόσμου, οι περίοδοι μιας σχετικής νηνεμίας και  ευημερίας αποτελούν πάντα διαστήματα ηρεμίας πριν την καταιγίδα.  

Βρισκόμαστε στο τρίτο έτος μετά Κρίσιν (3.μ.Κ!). Στον ναό του χρήματος επικρατεί απόλυτος συνωστισμός και υπαρξιακό άλγος (!) μα προς αντιμετώπισή του αναφύεται ως απόρροια της επικαιρότητας η ευεργετική ιδιότητα της αγανάκτησης. Στην παγκοσμιοποιημένη υφήλιο, οι συνέπειες των τοπικών και διεθνών εξελίξεων γίνονται αισθητές παντού μέσα σε λίγα λεπτά. Ακόμη και σε μια τράπεζα-φυλακή όπου ευδοκιμούν σπείρες παράνομης εμπορίας αριθμών προτεραιότητας, συστήνονται επιτροπές πελατών με πρόχειρα καταστατικά, και γίνεται κανείς μάρτυρας συνεχώς εναλλασσόμενων καταστάσεων. Υπάλληλοι σε στάση εργασίας, βλάβες στα ηλεκτρονικά συστήματα, πολλά υποσχόμενες γνωριμίες, παρεμβάσεις υπουργών, συνεργεία μέσων ενημέρωσης ενώ εκτός του κτιρίου σημειώνονται επεισόδια και διαδηλώσεις.

Στο ερώτημα «Προς τι οι δεινόσαυροι;» η απάντηση είναι και η απολύτως λογική κι αναμενόμενη! Κάτω από τα πόδια των προϊστορικών μεγαθήριων και υπό το βάρος του όγκου τους (συν το βάρος της γνώσης της αναπόφευκτης εξαφάνισης) στενάζει η στενή λωρίδα της συνεχούς ροής των βουτηγμένων στην ατμόσφαιρα της οικονομικής κρίσης ειδήσεων της ημέρας!  

Η ραθυμία τους συμπίπτει με εκείνη των υπαλλήλων. Η πορεία τους είναι ανάλογη της πορείας της χώρας και η εξαφάνισή τους αντανακλάται στις σκηνές καταστροφής από την αρχαία Πομπηία που ο ήρωας φέρνει στο νου του όταν εύχεται (ή ενδόμυχα διαβλέπει) την κατάρρευση της τράπεζας και ίσως ολόκληρου του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Στέφανος Καρυπίδης καλείται, εκτός από το να εκπληρώσει την υποχρέωση για την οποία βρέθηκε εξαρχής «φυλακισμένος», να διατηρήσει ακέραια την ψυχική του ηρεμία. Υπό αυτή την οπτική, ο ήρωας του Τηλέμαχου Κώτσια δεν είναι άλλος από τον οποιονδήποτε «καταδικασμένο να ζει» Έλληνα πολίτη.

Ένα διάφανο φάσμα που απώλεσε (ή δεν είχε πότε) κάθε έννοια νοήματος, περιπλανιέται (στην ουσία άσκοπα) σε έναν χώρο που «δέχονταν πολλά ρυάκια χρήματος, μικρά και μεγάλα», και μέσα απ’ τον οποίο «έβγαινε μόνο ένα μικρό ρυάκι με ούρα και ιδρώτα». Θεατής μιας τραγικής, αναπόδραστης πορείας και ταυτόχρονα υποκείμενο μιας άλλης ο ίδιος, που καθώς άγεται και φέρεται από τις καταστάσεις, επινοεί καινοφανείς θεωρίες (πως δεν τις σκέφτηκε κανείς;!) για την αιτία της εξαφάνισης των δεινοσαύρων…  

 

Ταξίδι σε λάθος χώρα

Σε μια εξελισσόμενη ως σουρεαλιστική φάρσα ιστορία, όπου κάθε γραμμή του κειμένου είναι εμποτισμένη με το λιτό και άμεσο ειρωνικό φλέγμα του Τηλέμαχου Κώτσια, ο βαλκανικός παραλογισμός εκδηλώνεται κλιμακωτά σε όλο του το (τραγελαφικό) μεγαλείο. Οι καταστάσεις ηχούν αλλόκοτες μα και συνάμα τόσο οικίες και φυσιολογικές. Ο υποκείμενος σε μια απαράλλαχτη ειμαρμένη βίος του Βαλκανικού νότου, όπου κατά τη γνωστή ρήση «οι λαοί παράγουν περισσότερη ιστορία απ’ όση μπορούν να καταναλώσουν» προσφέρεται για λογοτεχνική εκμετάλλευση και ιδίως για μια κατάδυση στην «ψυχή» ομάδων και ατόμων με σκοπό την σκιαγράφηση του δράματός τους, μα συνάμα το στοιχείο του γελοίου και η σατιρική του διάσταση συνυπάρχει, καραδοκεί σχεδόν σε κάθε στιγμή, σε κάθε τροπή των γεγονότων, σε κάθε στροφή της κλούβας που μεταφέρει ανυποψίαστους επισκέπτες και υποψιασμένους μετανάστες.    

Ο Σουηδός τουρίστας Λαρς Σίγκμουντσεν ο οποίος τα έχει βρει σκούρα στο καυτό Ελληνικό καλοκαίρι, καθώς έχει χάσει όλα του τα χρήματα και τα χαρτιά του, μες στην βορειοευρωπαική του αφέλεια εύχεται να βρεθεί στα χέρια της ελληνικής αστυνομίας ώστε να δοθεί επιτέλους μια λύση στο πρόβλημά του. Η ευχή του, ως εκ θαύματος πραγματοποιείται και το αποτέλεσμα φυσικά είναι το άκρως αντίθετο απ’ ότι θα περίμενε ο «μη μυημένος» στα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ήθη! Ξεκινά έτσι μέσα από ευτράπελα επεισόδια και κωμικούς διαλόγους μια  πορεία προς τη «λάθος χώρα» που εν τέλει καταλήγει να είναι η «σωστή», καθώς η διαδρομή αποκτά σταδιακά και μια δεύτερη παράλληλη διάσταση. Ταυτόχρονα με το κυριολεκτικό ταξίδι προς το βορρά, εξελίσσεται στην ψυχολογία του ήρωα το αντίστοιχο ταξίδι του «δυτικού, πολιτισμένου βόρειου» προς τον «χαοτικό, ανατολίτικο νότο». Η πορεία προς την εκπλήρωση της αναδυόμενης επιθυμίας του να  βιώσει την απόλυτη Βαλκανική περιπέτεια η οποία επιφυλάσσει κορυφώσεις όπως:   

Απευθύνθηκε κατόπιν στον Φιλίππη: «Εσύ βρε σπουργίτη, τι δουλειά έχεις μαζί τους;»
Αλλά και ο Φιλίππης σηκώνει τους ώμους χωρίς να καταλαβαίνει.
Ούτε εσύ καταλαβαίνεις αλβανικά; Σουηδός είσαι κι εσύ; Ή Κινέζος;
«Φιλίππη Νέζος» του λέει ο (σ.σ. βορειοηπειρώτης) Φιλίππης νομίζοντας ότι τον ρωτούσε για το όνομά του.
«Φιλιππινέζος; Καλά, τρελάθηκαν εντελώς στην Ελληνική Αστυνομία;»

Θα μπορούσε να παρατηρηθεί πως παρά το γεγονός της «τραχύτητας» του πνεύματος και της χαρακτηριστικής αμεσότητας που αφειδώς επιδεικνύει ο συγγραφέας, λείπει από τις δύο νουβέλες (και γενικά από τη γραφή του) το καταγγελτικό ύφος και η απροκάλυπτη «επιλογή στρατοπέδου». Η περιγραφική προσέγγιση των καταστάσεων και η αποστασιοποιημένη ματιά, σε συνδυασμό με τις συγγραφικές αρετές και το αισθητήριο  του ώριμου πια Τ. Κώτσια, συνθέτουν το ύφος ενός αγαπητού και στο Ελλαδίτικο κοινό δροπολίτη λογοτέχνη.        

Δύο νουβέλες των οποίων οι υποθέσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να περιπλεχτούν μεταξύ τους και να προκύψει έστω κι ένα δεδομένο, στέρεο γεγονός μέσα στην ακατάσχετη ρευστότητα του σύμπαντος της Ελλάδας της κρίσης! Για παράδειγμα, ενώ μέσα στην τράπεζα οργανωμένοι σε ομάδες εξαγριωμένοι πελάτες θα εκτοξεύουν πύρινα συνθήματα εναντίων δικαίων και αδίκων, υπό το βλέμμα του Ηπειρώτη ευεργέτη και εν μέσω των απόκοσμων βρυχηθμών των δεινοσαύρων, ανάμεσα σε άλλες καθ’ όλα σοβαρότατες ειδήσεις, θα μπορούσε να αργοκυλήσει στη στενή λωρίδα στο κάτω μέρος της οθόνης και η εξής: Διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδος και Σουηδίας με αφορμή την απέλαση Σουηδού πολίτη!

Ίσως και μετά από χρόνια (διαιώνισης της αβεβαιότητας), σε στήλη εφημερίδας, η εξής:   

Και το όγδοον έτος μετά Κρίσιν, ο Τηλέμαχος Κώτσιας κυκλοφόρησε το ενδέκατο  βιβλίο του, και (το αναγνωστικό κοινό) είδεν ότι καλόν!   

Ν. Θαλασσινός

 

 

 

 

Share on Facebook16Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση