ΟΙ ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΕΣ ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΤΣΕΚΟΥ

Άρθρο του Ανδρέα Ζαρμπαλά.

(Σκέψεις που έγιναν μπροστά στον άτιτλο πίνακα του ζωγράφου Λευτέρη Τσέκου με τις δυο γυναίκες να διασχίζουν το ανελέητο μεσημέρι.)

βουρκαριανές
 
Δυο γυναίκες, δυο Βουρκαριανές γυναίκες περπατάνε.

Μπορεί να είναι από του Κώσταρη ή από το Μεσοπόταμο πιο κάτω, μπορεί  από το Φοινίκι, το Βρυώνι ή το Καινούργιο. Τίποτα στον πίνακα δεν σε βοηθάει να καταλάβεις αν κάνουν τη διαδρομή από το σπίτι στο χωράφι ή από το χωράφι στο σπίτι. Αν υπήρχε τουλάχιστον μια μικρή φυλλωσιά, ένα ίχνος νεροσυρμής, ίσως κατάφερνες να βγάλεις άκρη. Μα δεν υπάρχει ούτε κλωνί χορτάρι. Όλο το σύμπαν είναι άδειο. Άδειο και κατάλευκο. Κατάλευκο και βασανιστικό. Βασανιστικό και ανελέητο. Κι οι δυο Βουρκαριανές περπατάνε μέσα στο ατέλειωτο μεσημέρι. Ίσως από το σπίτι στο χωράφι. Ίσως από το χωράφι στο σπίτι. Είναι η μόνη διαδρομή της ζωής τους. Που αρχίζει και τελειώνει ανάμεσα στις δύο αυτές πυραμίδες, που τις έστησε ο θεός.

Αν ένα μικρό συννεφάκι περάσει τυχαία και στάξει έστω μια σταγόνα, ναι, θ’ ακούσεις  τον ξερό, απελπιστικό ήχο της φωτιάς όταν πάνω της πέφτει νερό. Θα ιδείς τον γκρίζο ατμό να ξεπετάγεται σαν ξαφνιασμένος, θα ξυπνήσει όλο το άδειο σύμπαν. Θα εμφανιστεί ξανά το δέντρο με τη σκιά του, το ρυάκι με τη δροσιά του. Θα αλλάξει σύμπασα η ζωή. Θεέ μου, μήπως σου περισσεύει λίγη σκιά, λίγη δροσιά; Μα συννεφάκι δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα. Ούτε μαυριδερό, με την πολυπόθητη σταγόνα στην καρδιά, ούτε λευκό, με την υπόνοια, τουλάχιστον, της σταγόνας.

Κι οι Βουρκαριανές βαδίζουν στην απέραντη αντηλιά. Τυλιγμένες στους μαύρους ξεθωριασμένους αλατζάδες. Κρυμμένες κάτω από τα μαύρα, ξεθωριασμένα μαντίλια. Με τις λοξές, ξεφτισμένες σκιές τους να προηγούνται μισό βήμα. Βαδίζουν συμβιβασμένες πλήρως με το μεσημέρι. Και το μεσημέρι πλήρως συμβιβασμένο με τις γυναίκες. Ούτε στο μεσημέρι, ούτε στις γυναίκες, σε καμιά από τις δύο αιώνια αντιμαχόμενες πλευρές, δεν εμφαίνονται σημάδια ήττας. Ούτε σημάδια ταπείνωσης. Μόνον αναγνώριση του αντίπαλου. Και ισορροπία. Που επιβλήθηκε ως ανάγκη, ποιος ξέρει πότε!

Οι γυναίκες ξέρουν πως το μεσημέρι είναι ανελέητο, αλλά δεν πρόκειται να αλλάξει τη φύση του. Το μεσημέρι ξέρει πως ότι και να κάνει, αυτές θα το διασχίσουνε καταμεσής, και μάλιστα πλέκοντας. Κι ακόμα, με βήμα ρυθμικό, χορευτικό. Να, το δεξί πόδι που κινήθηκε προς τα μπρος, μόλις πάτησε στη γη, είχε ξεπεράσει τη νοητή ευθεία με το αριστερό, που περιμένει τη σειρά του, να την ξεπεράσει κι αυτό, μόλις κινηθεί. Μα έτσι δεν βαδίζουν και τα πανέμορφα, εξασκημένα κορίτσια της πασαρέλας; Το μεσημέρι, πάντως, δεν ανησυχεί, γιατί δεν βλέπει κανένα σημάδι έπαρσης κι επίδειξης στο περπάτημα αυτό. Αντίθετα, το βλέπει ως αέναο λάξευμα του καλού, για να γίνει καλύτερο.

Μέσα από τα χοντρά τείχη της Πινακοθήκης εκτινάσσεσαι στην άκρη μιας καυτής, μακρινής ερήμου και παρακολουθείς τη μυθική, εξαντλημένη πομπή, που βαδίζει προς τη Γη της Επαγγελίας και, ξαφνικά, πίσω – πίσω, βλέπεις να βαδίζουν και οι δυο Βουρκαριανές της Πινακοθήκης. Λίγο αργοπορημένες, σα να στάθηκαν μια στιγμή, μόνο μια στιγμή όσο να ξεμπλέξουν με τις βελόνες τις θηλιές στη φανέλα του γέρου τους και να προχωρήσουν ξανά.

Τη μια ίσως να τη λένε Βασίλω. Την άλλη ίσως να τη λένε Γαρούφω. Όσο περισσότερο τις κοιτάζεις, τόσο περισσότερο πείθεσαι ότι, ναι, αυτά είναι τα ονόματά τους. Είναι η Βασίλω και η Γαρούφω του παμπάλαιου χρόνου, που βαδίζουν στον παμπάλαιο κάμπο.

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση