ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ ΣΤΟ ΝΟΤΟ

Ποιήματα του Αγκίμ Μάτο από την επικείμενη συλλογή «Οι κήποι της θύμησης» σε μετάφραση του Ανδρέα Ζαρμπαλά.

μοναχικός φάροςΠαρότι το προηγούμενο καθεστώς, λόγο «Κακής βιογραφίας» του είχε απαγορέψει την  έκδοση βιβλίου, ο Αγκίμ Μάτο δεν μπορούσε να αποχωριστεί την ποίηση για πάντα. Ύστερα από ένα μεγάλο διάστημα απουσίας, επέστρεψε στα γράμματα και εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς Αλβανούς ποιητές της γενιάς του. Μετά το 1990 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο  Μιλοσάο. Ζει και εργάζεται στους Αγίους Σαράντα.

 

 

MEA CULPA

Όταν κατέβηκα ξανά στο εγκαταλειμμένο τριάντα χρόνια
τώρα ορυχείο της ποίησης
και περπάτησα στις ημιτελείς στοές
ψάχνοντας στις εσοχές και τις γούβες τον κρυμμένο χρυσό,
ψάχνοντας τα σύνεργά μου, που είχα πετάξει πάνω στο
μεγάλο μου θυμό με τους θεούς
ξαφνικά δίστασα κι έτσι ασυναίσθητα,
πήγα να σκαρφαλώσω εκεί ψηλά, που από καιρό ετοιμαζόμουνα
για το μεγάλο σάλτο του θανάτου.

Άραγε ν’ αρχίζανε ξανά τα βάσανα στις μοναχικές νύχτες
μέχρι που οι πυρκαγιές της ψυχής να μετέτρεπαν σε κουρέλια
τα σιδερωμένα πουκάμισα και το πολύτιμο γαμπριάτικο γελέκι;
Θα ωρυόμουν ξανά από τους πόνους, όταν
με λαιμαργία θα έσκαβα στα νταμάρια των θεμάτων
μέχρι να με καταπλακώσουν οι τρομερές γαλαρίες τους;

Έδινα θάρρος στον εαυτό μου: ποιος νοιάζεται τώρα για
ποιητικές ανοησίες;!

Κι ενώ ετοιμαζόμουν να το βάλω στα πόδια,
να επιστρέψω ξανά στην αφετηρία
με τύλιξε το θρόισμα από τα φτερά μυριάδων αλλοτινών ονείρων,
που φτεροκοπούσαν πάνω μου σαν νυχτερίδες
κι έπεφταν ζαλισμένα στα πόδια μου.

Πως μπόρεσαν να επιβιώσουν μέσα σε τόση λήθη;!

Τα άγγιζα ένα – ένα
κι εκείνα συνέρχονταν με κραυγές, γεμίζοντας με φως ορυχείου
το εργαστήρι της θύμησης –
το καλλιτεχνικό εργαστήρι, που μου το σφραγίσανε βάναυσα,
όλη την αλχημεία της ψυχής,
που εμφανίστηκε σαν εκτυφλωτικός κομήτης. Κι είδα καθαρά,
την ορμή της αλλοτινής τρέλας να χτυπήσω το κεφάλι στο ακατόρθωτο,
μέχρι που η λυχνία του μεταλλωρύχου σαν άστρο στο μέτωπό μου
γινότανε κομμάτια,
καθώς χτυπούσα δυνατά το σκληρό μάγμα του καιρού.

Μα, όταν ένιωσα να παίρνουν μπρος τριγύρω
οι κινητήρες των συγκρίσεων και των μεταφορών,
στο διάβολο, είπα, τα σιδερωμένα πουκάμισα,
οι καιροσκοπισμοί,
οι εκλεκτικές κουβέντες τα βράδια,
στο διάβολο ο προγραμματισμός της ζωής,
τα ακριβή ωράρια για τα φάρμακα και τις ταινίες.

 

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ

Έχω βάλει σε δοκιμασία την αγάπη μου για σένα
κι έχω υποφέρει απ’ την απουσία σου.
Πως ν’ άντεχα την νοσταλγία
που με διάβρωνε σαν οξύ;
Μόνο το πορτοκάλι της αγάπης σου
έφεγγε και ζέσταινε
τα δωμάτια των μακρινών ξενοδοχείων.

Τα ξενοδοχεία
κόβοντας τα παλαμάρια των δρόμων,
μεταμορφωνόταν σε πλοία τις νύχτες
να με φέρουν στο μισοφέγγαρο κορμί σου
τυλιγμένο με το λευκό πέπλο των ιονικών νυχτών,
με το ιώδιο και το άρωμα των φυκιών.

Άκουγα τους γλάρους να μου φωνάζουν,
άκουγα τα μυστικά του μακρινού θαλάσσιου χάους
να με καλούν σε περιπέτειες.

Νησιά πειρατών, Κολόμβοι αχαρτογράφητων Ινδιών
της παιδικής μου ηλικίας!

Κοιμητήριο των αποστάσεων κρυμμένο στα υποθαλάσσια σπήλαια
σαν σφραγισμένο μπουκάλι που κρατά
την περγαμηνή των ταξιδιών που δεν έκανα.

Τις μοναχικές νύχτες έπαιρνα τη θέση των αγαλμάτων
στα παραθαλάσσια αρχαία τείχη.
σαστισμένος καθώς κυλούσαν οι μεγάλοι κορμοί των κυμάτων,
και η βοή των στοιχείων γέμιζε όλο μου το είναι.

Την ποθούσα με όλο μου το είναι
την βαθιά και διάφανη θάλασσα σου
σαν υγροποιημένος ήλιος,
το λιμάνι σου όπου σαλεύουν ακόμη τα κατάρτια
των παιδικών μου ονείρων.

Δεν ήταν για μένα τα δωμάτια των μακρινών ξενοδοχείων.

 

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ ΣΤΟ ΝΟΤΟ

Μόνος είμαι εδώ στο Νότο, σαν φάρος γερασμένος στα βράχια,
μαυρισμένος, διαβρωμένος από την περιφορά των Γαλαξιών,
λερωμένος και νοτισμένος απ’ τις ακαθαρσίες
του φεγγαριού και των άστρων.

Μόνος, λησμονημένος από τα πλοία, που αλλάξανε ρότα,
με σβηστό το φανάρι, στον κρημνό της θάλασσας,
ακούγοντας μονάχα κάποια βραχνά μακρινά σήματα,
που δεν ξέρω πια το νόημά τους.

Είμαι τυφλός απέναντι στους θεούς.

Καλύτερη μοίρα είχε ο Προμηθέας,
όταν του στέλνανε τον Ερμή να του αλλάζει τις περόνες.
Τουλάχιστον αντάλλασε δυο κουβέντες για τον κόσμο εκεί κάτω.

Εδώ που είμαι, στον έρημο βράχο,
κανείς δεν εμφανίζεται με την ασετιλίνη,
κανείς δεν καθαρίζει το φανάρι,
για ν’ ανάψει και πάλι η φλόγα της ψυχής μου.

Μόνος είμαι εδώ στο Νότο,
εξοστρακισμένος από τα ναυτικά βιβλία και τους χάρτες.

 

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

Τα τανκς χύνουν το αίμα των λουλουδιών.

Του καμπανολούλουδου με την κομμένη γλωσσίτσα,
της μαργαρίτας που μόλις ανασήκωσε δειλά το κεφάλι,
της μιμόζας – μη μου άπτου (που βάναυσα την άγγιξαν),
του τριαντάφυλλου, της τουλίπας,
το αίμα όλων των χρωμάτων και του φάσματος του φωτός –
θύματα του κροταλίσματος των αλυσίδων.

Κι εγώ να ακούω τον στεναγμό του χορταριού,
το σμήνος των αποδημητικών που φτάνουν από μακριά
κι αποδημούν πάλι τρομαγμένα,
το κύμα που βραχνιάζει μιλώντας σου,
το σούρουπο που κάθεται σε παγκάκια σαν ένας τυφλός
κουδουνίζοντας τα κέρματα των άστρων στα χέρια,
το αντιτορπιλικό που σκούζει καθώς το αρπάζουν
από τη ναυτική βάση,
ενώ τα Zepelin των συννέφων  πλέουν αδιάφορα πάνω
από τα κεφάλια μας.

Ξαφνικά αραιώνουν οι περαστικοί και τα νεαρά κορίτσια,
κι ακούω τα τανκς να κρούουν τις πόρτες των τραπεζών
όπως οι κριοί τις πύλες των μεσαιωνικών πόλεων.

Χιλιάδες θλιμμένα μάτια πίσω απ’ τα τζάμια καψαλίζουν
τα βλέφαρα
σαν διαφράγματα φωτογραφικών μηχανών.

Το χρυσό φερμουάρ του φωτός εκεί πέρα
κουμπώνει το στήθος της μέρας. Μα ποιος
θα κουμπώσει τον πόνο των μανάδων που θα φτάσει
σαν βρυχηθμός των Στενών του Ότραντο;

Τα τανκς χύνουν το αίμα των λουλουδιών.

Καταγής η συμμετρία των κρίνων,
η Άλγεβρα των πάρκων,
η Γεωμετρία των πεζοδρομίων.

Καταγής το κράτος.

 

ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΣΩΜΑ

Περιμένω να φύγω από τούτο το σώμα. Δεν μπορώ να μένω πια
σ’ αυτό το ερείπιο, το καμένο
απ’ τα όνειρα που τα ξεχνούσα αναμμένα τις μοναχικές νύχτες,
απ’ τις φλόγες που τόσες φορές το κατάπιανε
και σχεδόν το αποτέφρωσαν.

Τόσες φορές το εγκατέλειψα να σφαδάζει,
αναμένοντας μέρα νύχτα στις κατηφόρες των καιρών
στους γαλαξίες πλάι,
κάτω από τους εκκωφαντικούς συριγμούς των άστρων.

Δεν μπορώ να σκάψω πια
στις θαμμένες πολιτείες των αναμνήσεων
όπου ο άνεμος παρασέρνει τα σπάργανα των νεκρών ποιημάτων
μήπως και βρω στις σωρούς των σκουπιδιών
ένα χαμένο χάδι, το κογχύλι απ’ όπου πρόβαλε η Αφροδίτη
και το θαμπό λυχνάρι που το σβήσανε οι θύελλες.

Ό γέγονε γέγονε  σ’ αυτή τη ζωή! Τώρα είμαι ένας ζητιάνος
με απλωμένο το χέρι του στις παροιμίες. Ίσως αυτές
μου χαρίσουν για λίγο το μαγικό password
για να ανοίξω τη Σπηλιά Σουσάμι με τους θησαυρούς.

Αν όχι σήμερα, αύριο θα το εγκαταλείψω ετούτο το σώμα.
Είναι μάταιο να παραμείνω κλεισμένος σ’ αυτά τα οστά,
που απολιθώθηκαν από τα χρόνια,
από την αναμονή,
απ’ τις κραυγές των πρώην λογοκριτών.

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση