ΜΗΤΡΙΔΕΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΛΥΜΝΙΟΥ

Ο Κωνσταντίνος Καλύμνιος γεννήθηκε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας το 1977. Έλκει την καταγωγή του από την Σάμο και την Ήπειρο (το χωριό Κοσοβίτσα). Σπούδασε νομικά και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και εργάζεται ως δικηγόρος ενώ ασχολείται παράλληλα και με την δημοσιογραφία. Διατηρεί για μεγάλο διάστημα δημοφιλέστατη στήλη κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου στο αγγλόφωνο παράρτημα της εφημερίδας «Νέος κόσμος» με τίτλο «Διατριβή». Είναι ένα δραστήριο πρόσωπο στην Ομογενειακή κοινότητα της Αυστραλίας ενώ έχει επιδείξει εδώ και πολλά χρόνια ενδιαφέρον για τον Ελληνισμό της Αλβανίας.

Ασχολείται με ποίηση, πεζό λόγο στα αγγλικά και στα ελληνικά και με την μετάφραση παροικιακών λογοτεχνικών έργων. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Κήπος Εσώκλειστος (2003), Αλεξιπύρινα (2004), Άπτερος Νίκη (2008), Ανησυχασμός (2010), Πλεκτάνη (2012), Κελυφοσπάστης (2013), Μητρίδες (2017).

 


ΚΗΠΟΣ ΕΣΩΚΛΕΙΣΤΟΣ (2003)


 

ΠΑΤΡΙΔΑ

Πίσω από σκουριασμένα κάγκελα
βλέπουμε τη θάλασσα,
την απόχρωση του ήλιου
και το σπασμένο άγαλμα
της μητέρας μας,
εκείνο με τα χέρια αποκομμένα
από τους ώμους,
τα πετρωμένα μάτια
καρφωμένα στη σκιά
μιας ξεραμένης μυρτιάς.

 

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Ωραίες οι επιγραφές
στα τείχη της Πόλης.
Νικά η τύχη
των γραφόντων στα τείχη
ότι όσο υπάρχουν
δε θα πεθάνουμε ποτέ.
Η κάθε διάβρωση,
μια πτώχευση
στους πορφυρογέννητους μαχαλάδες.
Στην Απολλωνία, στο Βουθρωτό,
σε Δυρράχιο και κάστρα Αργυρά,
δύει ο ήλιος πορφυροσκονισμένος
και οι επιγραφές
στερνοφιλιούνται.

 

ΜΝΗΜΕΣ

Προσβλέπω στην απόλυτη
λησμονιά.
Μια κορδέλα γύρω
απ’ το λαιμό
βρέχεται από τα δάκρυα
και με σφίγγει.

 


ΑΛΕΞΗΠΥΡΙΝΑ (2004)


 

ΑΝΤΙΠΟΔΙΟΙ ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ

Τα πεδινά όνειρα
των βουνίσιων
δραπέτευσαν μαζί στο καράβι.
Μπήκαν κλεφτά
στην ανοιχτή εξώπορτα,
τον καιρό που ανέτειλε ο ήλιος
και πριν ακόμη ξεχασθούν,
φώλιασαν κάτω από τις στράτες
και τις βελέντζες.
Αφομοιώθηκαν μαζί με τις καταχνιές
μυρίων περαστικών
στους τοίχους και στο ταβάνι.
Τώρα που ο κήπος τους
χορταριάζει μόνο στα όνειρά μας,
κατεβαίνουν από τα περβάζια
και ψιθυρίζουν στα αυτιά των απογόνων
τα μελήματά τους,
σε γλώσσες άγνωστες γι’ αυτούς
και τους ταράζουν τον ύπνο.

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΣ

Ποιος την είδε
να αιμορραγεί
μέχρι θανάτου,
στον κήπο της βροχής;
Τα σαλιγκάρια
πλέκουν πάνω της,
αργυρά μοιρολόγια
της σιωπής.

 


ΑΠΤΕΡΟΣ ΝΙΚΗ (2008)


 

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Η νύφη
γδύθηκε,
έβαλε το κραγιόν της
και ξάπλωσε
στην κρεβατοκάμαρα.
Τα σεντόνια
ήσαν όλο αναμονή.
Το ποδοπατημένο νυφικό
έβγαλε μια κραυγή.
Το τσεμπέρι της συγχωρεμένης γιαγιάς
στη φωτογραφία
ντύθηκε στα κόκκινα.

 

ΚΑΝΟΝΑΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΣ

Αυτές οι ζάρες
στις καμπύλες
δεν τιθασεύονται
με την διαισθητική αποτύπωση
των δρώντων.
Προσπαθούμε να κάνουμε
λυρικό τον έρωτα,
όμως ο έρως
δεν γίνεται ποτέ
εντελώς.

 


ΑΝΗΣΥΧΑΣΜΟΣ (2010)


 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Είμαστε
Τάφοι, τάφοι
τάφοι, τάφοι.
Ταφή –
Εδώ όπου υπάρχουν
Επιγραφές
Τάφοι, τάφοι
τάφοι, τάφοι.
Ταφή –
Εδώ που κάποτε υπήρξε
Ζωή,
Τάφοι, τάφοι
τάφοι, τάφοι.
Ταφή –
Πως τα ’φερε η Μοίρα
μα εγώ
Τάφος.

 

ΑΡΙΑΔΝΗ

Τους λαβυρίνθους
που εγκυμονούσες
στους υπόκωφους στεναγμούς
των πιθαριών,
μαζεύεις κουβάρι.
Ακολουθώ τυφλά,
αγγίζοντας ένα πόδι
μετά το άλλο,
τα νήματά σου
που οδηγούν,
στα αμνησιακά νερά
της Νάξου.

 


ΠΛΕΚΤΑΝΗ (2012)


 

ΑΝΤΙΠΟΔΙΟΙ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΗΔΕΣ

Κουραστήκαμε.
Αλλά πια δε μας χωρά
αυτό το τετράδιο
με τις σημειώσεις
από τα αρχέγονα ρήματα
των πατερικών κειμένων
των Ποσειδωνίων.
Τα ψηφία μυρμηγκιάζουν
κι αποσκιρτούν·
Οι γραμμές,
που δεν τους απομένει άλλος χειμώνας
για να κουρνιάσουν,
πετούν για το βορρά,
και το δικό μας καλοκαίρι
καίει, καίει,
και πηδά πάνω από τις φλόγες
και τα τεφροτετράδια,
τραβώντας
αναμνηστικές φωτογραφίες.

 

ΔΡΙΝΟΣ

Ο λαιμός μας
συσπάται στους λυγμούς
των δύο σπασμένων κιόνων
στις μουντές όχθες του Δρίνου,
όταν ξεθάβονται και ξασπρίζουν
σαν τα κόκκαλα των πεσόντων
του Σαράντα.
Πλέον δεν τα κλαίει τώρα καμία μάνα,
παρά μόνο ισοκρατούν
το μοιρολόι του νερόφιδου,
που ξέρει μόνο πώς να ξεγλιστρά
όταν το καταριούνται τα βότσαλα,
και να φεύγει.

 


ΚΕΛΥΦΟΣΠΑΣΤΗΣ (2013)


 

ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ-ΔΟΥΒΙΑΝΗ

Η βυζαντινή τέχνη ιχνηλάτησε νέους τρόπους εκφράσεως· έγινε μέσο επαφής με το υπερβατικό, το οποίο προσπάθησε να αναπαραστήσει.
Αναστάσιος, Αρχιεπίσκοπος Τιράνων.

Δεν άναψαν και πάλι απόψε
τα αυριανά μελλούμενα,
στα απλωμένα χέρια
των φραγγελωμένων τοιχογραφιών.
Το χαμένο ασβέστιο
του σκελετωμένου τέμπλου,
και η οστεοπορωμένη ηχώ
του μισοτελειωμένου όρθρου
σμικραίνουν
στο ίδιο μέγεθος
με τα χρυσοκέντητα παγώνια
στους τρούλους των ματιών μας.
Οι άγγελοι
που κατεβαίνουν να τα ξηλώσουν,
δεν αρκούν να αφαιρέσουν
το πινέλο από τον ομφαλό μας.
Θρυψαλιάζονται,
σαν αποσυντεθημένα μωσαϊκά,
στις κάλπικες επιγλωττίδες
των Χαόνων.

 


ΜΗΤΡΙΔΕΣ (2017)


 

ΔΡΥΜΑΔΕΣ

Η τυραννία
του ερεθισμού των λιθοστρωμάτων,
η ερωτική επιθυμία
των ανάγλυφων τεράτων,
η οδύνη της μοναξιάς
της μοιρολογίστρας
που ξέχασε σε ποια γλώσσα
να θρηνήσει τον τελευταίο της νεκρό·
ένα μαγκάλι
που διαποτίζει
με χρώματα αμνιακά
όλους αυτούς,
που παράκουσαν την εντολή του Λωτ
και σκιάζουν
τη φυγή.

 

ΔΩΔΩΝΗ

Πάνω στα σαπισμένα φύλλα
του δρυός
χαράχτηκαν τα πύρινα πέλματα
των πελειών,
αναγράφουν σε άσπρο έλασμα
τα μυστικά της φθοράς τους.
Κρεμασμένα από χρυσό καρφί
στα κλαριά του ουρανού
για να αποστραγγίξουν,
τα σεληνώματα
που τα συλλαβίζουν,
σέρνουν με πόδια άπλυτα,
μια προκαταβολή
του ύστατου χρησμού
του Διός,
στις ρίζες της γκορτσιάς.

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Επιγραφή από το Βουθρωτό
Πηγή: steinarbk.wordpress.com

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση