ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ο Τηλέμαχος Κώτσιας έχει αρθρώσει συχνά δημόσιο λόγο, εκφράζοντας χωρίς υπεκφυγές την άποψή του για το καυτό θέμα της αντιμετώπισης των ομογενών από την Αλβανία και ειδικότερα για την χορήγηση εγγράφων από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Αυτό, δεν το έχει κάνει μόνο με την ιδιότητα του πιο γνωστού Βορειοηπειρώτη συγγραφέα στην Ελλάδα. Τυγχάνει να έχει και ιδία γνώση του θέματος, και μάλιστα από πολύ κοντά, καθώς εργάζεται στο μεταφραστικό τμήμα του Yπουργείου Eξωτερικών. Άρα, έχει έρθει και ο ίδιος αντιμέτωπος με τα όσα (πολλές φορές) “παράξενα” επιφυλάσσει το ελληνικό κράτος στους συμπατριώτες του! Παρουσιάζουμε αυτούσια την ομιλία που εκφώνησε στην ανοιχτή συζήτηση της μη κερδοσκοπικής εταιρίας Μετάβαση, η οποία έλαβε χώρα στις 6. 6. 2016, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.  Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για παρέμβαση που αφορά μια συγκεκριμένη πτυχή του ζητήματος, αλλά για μια αναδρομή στα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ομογενείς, από το άνοιγμα των συνόρων το 1991 και μέχρι σήμερα.

 

 

Μετανάστες και ομογενείς στην Ελλάδα αντιμέτωποι με το κράτος

Τηλέμαχος Κώτσιας

 

02Θα καταθέσω τα δικά μου συμπεράσματα για τα 25 χρόνια της ζωής μου στην Ελλάδα, από μια άλλη οπτική γωνία: εκείνη του ομογενούς.

Διακρίνω δυο ειδών μετακινήσεις πληθυσμών: εκείνη των ανθρώπων που αφήνουν την πατρίδα τους και μεταναστεύουν σε μια ξένη χώρα, πιο αναπτυγμένη, πιο δημοκρατική για μια καλύτερη τύχη, με περισσότερες ευκαιρίες, με την επίγνωση ότι οι ευκαιρίες αυτές σχετίζονται κυρίως με πιο βαριές και κακοπληρωμένες δουλειές, που αποφεύγουν να κάνουν οι ντόπιοι – άλλωστε ο κρυφός λόγος που γίνονται δεκτοί στις χώρες υποδοχής είναι ακριβώς αυτός. Και όμως, παρά τις δυσκολίες, παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εφόδια, σε πολλές περιπτώσεις οι μετανάστες πετυχαίνουν μια θεαματική κοινωνική και οικονομική άνοδο.

Υπάρχει όμως και η αντίθετη κατεύθυνση στις μετακινήσεις των πληθυσμών: εκείνων των ανθρώπων που γεννήθηκαν σε μια διασπορά του έθνους και λαχταρούν να απαλλαγούν από την ιδιότητα της μειονότητας προσπαθώντας να ενταχθούν στον εθνικό κορμό. Αντιμετωπίζουν συχνά και αυτοί παρόμοια προβλήματα με τους πρώτους, τους αλλοδαπούς: θα θεωρηθούν και εκείνοι οικονομικοί μετανάστες, και επιπλέον, θα πληγωθούν, θα διαψευσθούν οι αυταπάτες τους για την πανηγυρική ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κορμό, γιατί οι κανόνες της μετανάστευσης είναι ενιαίοι και ίδιοι για όλους.

Οι διάφορες ρατσιστικές συμπεριφορές που εκδηλώνουν κάτοικοι μιας χώρας, περιλαμβάνουν και τους ομοεθνείς. Η μητρόπολη του έθνους δέχεται τους απ’ έξω με την αίσθηση ανωτερότητας, έστω και κάποιας πατρικής στοργής, η οποία στερεύει και μετατρέπεται σε κρυφή ζήλια όταν κάποιος ομογενής προκαλεί την ανωτερότητα του ντόπιου. Τότε αμέσως υποβαθμίζεται σε αλλοδαπό. «Ο Αλβανός χτίζει σπίτι, ο Αλβανός αγόρασε αμάξι». Στα μάτια ορισμένων, ο ρόλος του είναι να ευγνωμονεί εσαεί την ελεημοσύνη του και μόνο όταν οι στενοί κύκλοι των μετρίων δεν μπορούν πια να τον εμποδίσουν, όταν σπάει παγκόσμια ρεκόρ και η δραστηριότητά του ξεπερνά τα εθνικά σύνορα, μόνο τότε είναι Έλληνας, και μάλιστα το εθνικό συμφέρον επιτρέπει ακόμα κι έναν αλλοδαπό να τον βαφτίσει Έλληνα.

Η ευγενική αίσθηση της βοήθειας και συμπαράστασης των μεταναστών ή των προσφύγων, ομοεθνών ή αλλοδαπών, πέραν από τα χριστιανικά αισθήματα, τα οποία ορθώς αποτελούν πολλές φορές κρατική πολιτική, συνιστά συχνά και μέτρο σύγκρισης και δίνει κάποια ψυχολογική ανακούφιση στον παρέχοντα τη βοήθεια, για την καλύτερη κατάστασή του.

Όμως, αυτοί οι κάποτε δυστυχισμένοι, είναι οπλισμένοι με αντοχή, με δυναμισμό και με εργατικότητα και επιμονή για μια καλύτερη ζωή· έρχεται η ώρα που αρχίζει να γεννιέται μια υποβόσκουσα ζηλοφθονία, ένας μικροαστικός φασισμός και ρατσισμός, ακόμα και προς τους ομογενείς: ήρθαν οι άλλοι και τα βρήκαν έτοιμα, πήραν και τις δουλειές τους, έριξαν και τα μεροκάματα. Αρχίζει ανταγωνισμός, αδυσώπητος όπως πάντα, και συνήθως ο ντόπιος έχει σε αυτές τις περιπτώσεις και την κρατική εξουσία με το μέρος του.

Το 1991 με το άνοιγμα των συνόρων της Αλβανίας και την απότομη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ήρθαν στην Ελλάδα εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί μετανάστες, μεταξύ των οποίων και Έλληνες ομογενείς. Oι πρώτοι, οι Αλβανοί, παρά τις παρανομίες ορισμένων ομοεθνών τους και παρά τους λανθασμένους σε βάρος τους χειρισμούς από τη χώρα υποδοχής, κατά βάθος ευγνωμονούν την Ελλάδα που τους βρέθηκε σε εκείνη τη δύσκολη και κρίσιμη χρονική περίοδο, διευρύνοντας το γεωγραφικό χώρο για τα τρία εκατομμύρια Αλβανών που ασφυκτιούσαν σε μια χώρα με ανύπαρκτες υποδομές.

Οι ομογενείς Έλληνες ήρθαν στην Ελλάδα με έναν ενθουσιασμό για την ένωσή τους με τον εθνικό κορμό· όμως, λόγω ξανά των λανθασμένων κρατικών χειρισμών, ο ενθουσιασμός τους άρχισε σιγά σιγά να παγώνει μέσα στην καινούργια πραγματικότητα. Η αγκαλιά του ελληνικού λαού ήταν ωστόσο εγκάρδια και ειλικρινής. Ο καθένας μπορεί να φέρει άφθονα παραδείγματα από εκείνα τα πρώτα χρόνια. Το κράτος όμως βρέθηκε σε αμηχανία, φάνηκε ανίκανο να χαράξει μια εθνική στρατηγική από το φόβο μήπως αδειάσουν οι πατρογονικές εστίες του ελληνισμού στην Αλβανία και δεύτερο, μην κατηγορηθεί για εθνικισμό.

Ομογενείς που ήρθαν από την Αλβανία, καθώς έζησαν εκεί σαράντα χρόνια, μοιραίως άλλαξαν και οι ίδιοι. Είχαν αποκτήσει διαφορετική αντίληψη, διαφορετική παιδεία, είχαν σπουδάσει σε άλλη γλώσσα, είχαν ενταχτεί σε άλλη κοινωνία, έκαναν και μεικτούς γάμους. Είχαν και διαφορετικό λεξιλόγιο, είτε τοπικό, είτε εμπλουτισμένο με αλβανικές εκφράσεις. Άρα διέφεραν από τους υπόλοιπους όταν ενώθηκαν με το έθνος, γι’ αυτό και υπέστησαν κάποια εθνική περιθωριοποίηση. Ερχόμενοι εδώ αντιλήφθηκαν με πικρία ότι το να ανήκει κανείς στο ίδιο έθνος δεν αρκεί να το δηλώνει ο ίδιος και να πληροί της προϋποθέσεις: χρειάζεται να γίνει αποδεκτός και από το σύνολο στο οποίο θέλει να ενταχτεί.

Συνέπεια της πολιτικής ολιγωρίας, μέχρι το 1995 όλοι εμείς οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες βρισκόμασταν σε ένα ημιπαράνομο καθεστώς, με μια απλή κάρτα καταγραφής στην καλύτερη περίπτωση, χωρίς προξενική θεώρηση, στο έλεος κάθε αστυνομικής, διοικητικής, δικαστικής εργασιακής αυθαιρεσίας, καθώς πάντα υπήρχε το μπέρδεμα ποιος ήταν ομογενής και ποιος Αλβανός, μέχρι που η τότε Κυβέρνηση, όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, αποφάσισε, το έτος 1998, εφτά χρόνια μετά, να χορηγήσει ένα Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς, με την προσδοκία ότι με αυτόν τον τρόπο θα έλυνε αρκετά προβλήματα.

Στην εφαρμογή της έκδοσης του Δελτίου αυτού προέκυψε ένα ακανθώδες πρόβλημα: οι διπλωματικές αρχές αδυνατούσαν να προσδιορίσουν ποιοι είναι Έλληνες στην Αλβανία, λόγω της συγγένειας των δυο λαών. Σχετικά με το ποιοι είναι Έλληνες της Αλβανίας, το θέμα εδώ στην Ελλάδα και πόσο μάλλον στην Αλβανία, δεν έχει επιλυθεί ακόμα με το σύγχρονο τρόπο του αυτοπροσδιορισμού. Ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι στην Ελλάδα είναι ακόμα δέσμιοι των παλιών στερεότυπων του Δέκατου Ένατου Αιώνα, όταν – απουσία της αλβανικής εθνικής συνείδησης – θεωρούνταν Έλληνες όλοι οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της σημερινής Αλβανίας. Σήμερα όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί η δυναμική της εξέλιξης του αλβανικού έθνους. Συνέπεια αυτής της σύγχυσης, το ΕΔΤΟ έγινε αντικείμενο συναλλαγών, άνθισε το εμπόριο της πλαστογραφίας, καθώς πολλοί Αλβανοί εγκατέλειπαν τα ονόματά τους και βαφτίζονταν με χριστιανικά ονόματα, εκμεταλλευόμενοι την πλήρη άγνοια των κρατικών οργάνων σχετικά με το τι εστί Έλληνας της Αλβανίας και τι Χριστιανός Ορθόδοξος.

03Οφείλω να εξηγήσω ότι Έλληνες της Αλβανίας είναι: πρώτον, οι ελληνόφωνοι των οποίων οι αλβανικές κυβερνήσεις έχουν αναγνωρίσει την ελληνικότητά τους, η λεγόμενη εθνική ελληνική μειονότητα, η οποία με δικούς της αγώνες έχει κατοχυρώσει στην Αλβανία το δικαίωμα της γλώσσας. Δεύτερη κατηγορία είναι οι ελληνόφωνοι των οποίων οι αλβανικές κυβερνήσεις δεν έχουν αναγνωρίσει την ελληνικότητα, πχ. Χιμάρα, Νάρτα κλπ. Έλληνες είναι επίσης και οι απόγονοι αυτών, γεννημένοι στις πόλεις της Αλβανίας, ενταγμένοι πλήρως στον αλβανικό εθνικό κορμό, απόγονοι μεικτών γάμων κλπ. τους οποίους μπορούμε να χαρακτηρίσουμε με το πέρασμα των γενιών ως Αλβανούς ελληνικής καταγωγής, καθώς η χρήση της ελληνικής γλώσσας έχει ατονήσει αλλά διατηρούν, έστω και μειωμένη, την ελληνική συνείδηση. Σήμερα η εθνική τακτοποίησή τους συνεπάγεται στον δικό τους αυτοπροσδιορισμό.

Το κύριο πρόβλημα του διαχωρισμού μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών από πλευράς της Ελλάδος, είναι οι Ορθόδοξοι αλβανόφωνοι και βλαχόφωνοι, οι οποίοι θεωρούνταν Έλληνες όταν δεν υπήρχε αλβανική εθνική συνείδηση. Από τους κόλπους αυτών βγήκαν οι μεγαλύτεροι ευεργέτες του ελληνικού έθνους: Ζάππας, Αρσάκης, Σίνας, Μπάγκας, Ζωγράφος κλπ. αλλά και πολλοί αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. Όμως, με τη δημιουργία του αλβανικού κράτους, αλλά και ακόμα από πιο πριν, με την καλλιέργεια της γραπτής αλβανικής γλώσσας, η κατηγορία αυτή των ανθρώπων όχι μόνο εντάχτηκε πλήρως στο αλβανικό έθνος, αλλά από τους κόλπους αυτών βγήκε και η πλειοψηφία των πρωτεργατών της αλβανικής Αναγέννησης, οι μεγάλοι δάσκαλοι του αλβανικού έθνους. Οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι έπαιξαν τον κύριο ρόλο στην εθνική αλβανική αφύπνιση, τόσο που δεν νοείται η ύπαρξη του αλβανικού έθνους χωρίς αυτή την κατηγορία ανθρώπων που αποτελεί συστατικό στοιχείο του λαού αυτού. Χωρίς αυτούς πιστεύω ότι δεν θα υπήρχε καν χειραφέτηση του αλβανικού έθνους.

Σήμερα, διάφοροι Αλβανοί μετανάστες στην Ελλάδα, επικαλούμενοι το ιστορικό παρελθόν, ζητούν να θεωρηθούν Έλληνες, είτε ωφελιμιστικά, είτε επειδή το αισθάνονται, λόγω της προαιώνιας αντιπαράθεσης με τους Μουσουλμάνους συμπατριώτες τους. Όμως, μέσα στα τόσα χρόνια ύπαρξης του αλβανικού κράτους και αρμονικής συμβίωσης όλων των πληθυσμών, ο αλβανικός λαός έχει πλήρως ομογενοποιηθεί, προέκυψαν μεικτοί γάμοι, μεγάλωσαν γενιές ανεξίθρησκων, από το 1967 που απαγορεύτηκε η θρησκεία στην Αλβανία, δόθηκαν στους νέους καινούργια – έστω και επινοημένα – αλβανικά ονόματα και πολλοί άλλοι έδωσαν ευρωπαϊκά, κοσμοπολίτικα ονόματα, αποδεσμεύοντας το έθνος τους από τις παραδοσιακές θρησκευτικές επιρροές, συνεπώς και από την ελληνικότητα.

Στην παρούσα φάση πιστεύω ότι για να θεωρηθεί κάποιος αλβανός πολίτης ως ελληνικής καταγωγής, χρειάζεται να πληροί και τις τρεις παραμέτρους που απαρτίζουν το ελληνικό έθνος: γλώσσα, θρησκεία και ελληνική συνείδηση. Με αυτή την απλή λογική, αν κάποιος Αλβανός γνωρίζει τα ελληνικά, είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και δηλώνει εγγράφως ότι είναι Έλληνας, που συνιστά την de jure ελληνική συνείδηση, πληροί και τις τρεις προϋποθέσεις για να πολιτογραφηθεί Έλληνας με την ιδιότητα του ομογενούς.

Δυστυχώς όμως, το ελληνικό κράτος έχει μια έμφυτη τάση να κάνει τα εύκολα δύσκολα και όχι το αντίθετο, που θα ήταν και το λογικό. Ακόμα και στις περιπτώσεις που το κράτος είναι σαφές στην πολιτική του, η πληθώρα των υπαλλήλων και των διαφόρων διοικητικών φορέων, μην έχοντας γνώση του θέματος, αλλά και με βαθύτερα αίτια ρατσισμού, κωλυσιεργεί κάθε προώθηση δικαιολογητικών για την απόδοση της ιθαγένειας. Ο δυναμισμός των υποψήφιων αυτών Ελλήνων πολιτών λειτουργεί γι’ αυτούς αρνητικά, ανταγωνιστικά. Γι’ αυτό και οι κωλυσιεργίες στην έκδοση του ΕΔΤΟ, τα περίσσια δικαιολογητικά, η βραχύχρονη ισχύ τους, μόνο τρία έτη και μετά παύει ο ενδιαφερόμενος να θεωρείται Έλληνας, τα καταχρηστικά υπέρογκα παράβολα για την έκδοση του ΕΔΤΟ, 50€, όταν για ένα ελληνικό δελτίο ταυτότητας χρειάζονται μόνο 5€, και αυτό κάθε τρία χρόνια, εκτός από τα τριάντα ευρώ για κάθε προξενική επικύρωση των αλβανικών πιστοποιητικών, απαραίτητων για την έκδοση του ΕΔΤΟ, αλλά και η απόδοση της ιθαγένειας, όταν τελικά αποφασίστηκε το 2003, ύστερα από τόσα χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, για τους Ομογενείς και πολύ αργότερα για τους Αλβανούς, με τα δαπανηρά δικαιολογητικά από την αρχή, έκανε τους τελευταίους να αγανακτήσουν και μόνο η δεινή κατάσταση στην Αλβανία τους υποχρέωνε να επιμείνουν για την απόκτηση της ιθαγένειας, η οποία τον τελευταίο καιρό χρησιμεύει σε πολλούς Αλβανούς απλώς ως διαβατήριο για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

Φέρνω ένα προσωπικό παράδειγμα: Ορκίστηκα έλληνας πολίτης 18 χρόνια μετά την άφιξή μου στην Ελλάδα, το 2008, κι ενώ είχα καταθέσει τα δικαιολογητικά από το 2004, παρόλο που γεννήθηκα ένα χιλιόμετρο πέρα από τα σύνορα, στην αναγνωρισμένη ζώνη της Ελληνικής Μειονότητας, με ένα μέρος των συγγενών, όταν βάλθηκαν τα σύνορα το 1914, να βρέθηκαν πεντακόσια μέτρα εντός της ελληνικής επικράτειας, κι ας έγινα γνωστός συγγραφέας, και ας εργάζομαι μεταφραστής στο Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος.

Παρά τις κωλυσιεργίες, παρά το γεγονός ότι τα προξενεία έγιναν χρυσορυχεία του Δημοσίου, εκμεταλλευόμενα μέχρι το μεδούλι τον πόνο των ομογενών, δηλαδή από διακόσια ευρώ περίπου για κάθε τρία χρόνια, πέραν των ταλαιπωριών με τα ατέλειωτα ταξίδια πήγαινε-έλα που έκανε τα ΚΤΕΛ να θησαυρίζουν, πιστεύω ότι τελικά έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στους ελληνόφωνους της Αλβανίας. Όμως το πρόβλημα παραμένει στους αλβανόφωνους, που ακόμα δεν πήραν την ελληνική ταυτότητα, κι ας έχουν 25 χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, κι ας γεννήθηκαν τα παιδιά τους εδώ, κι ας αποφοίτησαν από τα ελληνικά σχολεία. Πορεύονται με προσωρινά χαρτιά που ανανεώνονται διαρκώς – με το αζημίωτο από το κράτος. Υπάρχει και κάποια άλλη λεπτομέρεια που περιπλέκει τα πράγματα: αν κάποιος πολιτογραφηθεί Έλληνας με την ιδιότητα του ομογενή, γλιτώνει το παράβολο των 500 ευρώ, που για μια τετραμελή οικογένεια φτάνει τα 2000 ευρώ.

Δεν γνωρίζω κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα που να έγιναν παρόμοιοι χειρισμοί, κάποια άλλη χώρα που ο εθνικός κορμός να ταλαιπωρεί το ίδιο του το γένος, που τόσα πολλά έχει υποστεί και έχει δώσει στο έθνος. Μού θυμίζει μερικές φορές το σκορπιό που όταν αποφασίσει να αυτοκτονήσει τσιμπάει τον εαυτό του.

Αν δεν έγινα πιστευτός για τις υστεροβουλίες που κρύβονται πίσω από αυτές τις κωλυσιεργίες, μπορώ να παραθέσω το γεγονός ότι από το ένα εκατομμύριο ατόμων που εξαρτώνται οικονομικά από το ελληνικό δημόσιο, ούτε μερικές δεκάδες δεν προέρχονται από την ομογένεια της Αλβανίας, και ας πέρασαν 25 χρόνια, μια γενιά ανθρώπων από την άφιξή μας στην Ελλάδα. Δηλαδή μια κάστα ανθρώπων ψάχνει απλώς να βρει νέους Έλληνες με υποχρεώσεις αλλά χωρίς δικαιώματα, νέους φορολογούμενους να ξεζουμίζει. Ακόμα και την ιθαγένεια, την παρέχει όταν δεν μπορεί πλέον να προβάλλει προσκόμματα.

Ας κάνουμε μια σύγκριση με άλλες αναπτυγμένες και προηγμένες χώρες: οι Γερμανοί έχουν Καγκελάριο προερχόμενη από την πρώην Ανατολική Γερμανία, χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Φανταστείτε να ήταν σήμερα Πρωθυπουργός της Ελλάδος ένας Βορειοηπειρώτης. Ούτε υπουργός, ούτε γραμματέας, μα ούτε καθαρίστρια Βορειοηπειρώτισσα δεν υπάρχει στο κλειστό φέουδο του Ελληνικού Δημοσίου. Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ένας γιος μετανάστη δεύτερης γενιάς. Φανταστείτε να ήταν πρωθυπουργός της Ελλάδος ένας γιος Πακιστανού.

Και σαν να μην αρκούσε η περιορισμένη πρόσβαση στο δημόσιο, όσοι απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια, την πήραν κι αυτή σημαδεμένη, για να εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν το σκοπό, τον περιορισμό της διείσδυσης τους στην κρατική ιεραρχία και κυρίως στα προνόμια της.

μετανάστεςΣε εκατοντάδες χιλιάδες περιπτώσεις, τα ονόματα αυτών των Ελλήνων πολιτών γράφονται ανορθόγραφα, εξαλβανισμένα. Αυτή η δημοσιοϋπαλληλική πολιτική πήρε σε ορισμένες περιπτώσεις επίσημο χαρακτήρα. Υπάρχουν σήμερα χιλιάδες έλληνες πολίτες με ονόματα Μιχαλάκ, Κριστάκ, Γιόργο, Γιουλιάν κλπ και η ελληνική διοίκηση κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της: ότι οι άνθρωποι αυτοί μόνοι τους επέλεξαν τον τρόπο γραφής του ονόματός τους, παρότι η μετάφραση έγινε επίσημα από το Υπουργείο Εξωτερικών. Άνθρωποι με περιορισμένες γνώσεις ελληνικής ορθογραφίας, επαφίενται στην κρίση των ειδικών, δηλαδή των μεταφραστών. Επιπλέον το δικηγοροκρατούμενο ελληνικό κράτος ανανέωσε έναν απαρχαιωμένο νόμο του ’50, σύμφωνα με τον οποίο ο κάθε δικηγόρος μόνο με δική του δήλωση, δύναται να μεταφράσει έγγραφα από όλες τις ξένες γλώσσες. Εδώ οι έλληνες δικηγόροι σημειώνουν σήμερα ρεκόρ γλωσσομάθειας και σίγουρα πρέπει να γραφτούν στο βιβλίο Γκίνες: προκύπτει να γνωρίζουν επαρκέστατα πάνω από σαράντα γλώσσες ο καθένας και σαν να μην έφτανε αυτό, τον τελευταίο καιρό το δικαίωμα αυτό επεκτάθηκε και σε μεταφράσεις προς τις ξένες γλώσσες και μπορούν όλοι ανεξαιρέτως να μεταφράσουν και προς αυτές. Με βάση το νόμο αυτό, διάφοροι δικηγόροι, με πλήρη άγνοια της αλβανικής γλώσσας, ή και άλλων γλωσσών, αναθέτουν το έργο σε αμφιβόλου ποιότητας μεταφραστές, δηλαδή τους πωλούν λευκά χαρτιά υπογραμμένα και σφραγισμένα.

Σε μια ανάλογη κατάσταση περιήλθε και η Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία μέχρι πρόσφατα απαγόρευε στους μεταφραστές να γράφουν ορθογραφημένα και με τη σωστή κατάληξη τα ονόματα των ομογενών, με τέτοια άγνοια και αγραμματοσύνη από πλευράς υπαλλήλων, που ζητούσαν από τους μεταφραστές να εφαρμόσουν την αρχή του ΕΛΟΤ στη μετάφραση προς τα ελληνικά, όταν είναι γνωστό ότι η αρχή αυτή αφορά απλώς και μόνο την απόδοση των ελληνικών χαρακτήρων στο λατινικό αλφάβητο, και να φτάνουν να διατάζουν και να εκβιάζουν με την ημιμάθειά τους, ώστε να γράφουν οι μεταφραστές ΑΘΙΝΑ, ΓΙΑΝΙ, ΟΝΤΙΣΕΑ κλπ. Με τέτοιους δημόσιους υπαλλήλους τι να τους κάνεις του εχθρούς του έθνους. Όλος ο κόσμος σέβεται τα ελληνικά ονόματα και τον ελληνικό πολιτισμό, εκτός από μερικούς βέβηλους υπαλλήλους του ελληνικού κράτους.

Οφείλω ωστόσο να ευχαριστήσω από το βήμα αυτό τον Υφυπουργό Εξωτερικών κ. Γιάννη Αμανατίδη που με την εγκύκλιό του, επέβαλλε στο Διευθυντή της Μεταφραστικής Υπηρεσίας τη σωστή ορθογράφηση των ονομάτων των ομογενών, λύνοντας μέχρι ενός σημείου το πρόβλημα, καθώς οι δικηγόροι συνεχίζουν ακάθεκτοι το έργο τους. Η αναγραφή των ονομάτων των Αλβανών Ορθοδόξων που ζητούν να γίνουν Έλληνες πολίτες, παραμένει ακόμα άλυτο πρόβλημα καθώς εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να κατατίθενται αιτήσεις με τα ονόματα ΒΑΣΙΛ, ΒΑΓΓΕΛ κλπ.

Υπάρχει άμεση ανάγκη για πιο στενή συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών για την πλήρη επίλυση του προβλήματος αυτού, αν και το κακό έχει πλέον συντελεστεί. Η ολιγωρία και η στενά γραφειοκρατική στάση της Διεύθυνσης της Μεταφραστικής Υπηρεσίας, προσέφερε ένα ανέλπιστο δώρο προς όλους τους επίβουλους του ελληνισμού, κάτι που δεν θα τολμούσε να το κάνει ούτε ο μεγαλύτερος ξένος ανθέλληνας. Ήδη το στίγμα αυτό της ανορθογραφίας, από τη λεπτομέρεια του οποίου διακρίνεται η ελληνική ή η αλβανική καταγωγή του Έλληνα πολίτη, σίγουρα θα φέρει στο μέλλον αξιώσεις από την αλβανική πλευρά για αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα.

Και τώρα που βάλθηκε τελικά κάποια τάξη, ρωτάω: ποιος θα λογοδοτήσει για αυτή την εθνική ζημιά που έγινε τόσο αναίτια, επειδή κάποιος υπάλληλος έδωσε μια αυθαίρετη εντολή να γραφτούν τα ονόματα των ομογενών ανορθόγραφα;

Ακόμα και στα πολυάριθμα τμήματα ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών υπάρχει κάποια σιωπηλή συμφωνία, ώστε τα ονόματα των ομογενών να έχουν πάνω τους κάποιο στίγμα και να ξεχωρίζουν από εκείνα των ντόπιων Ελλήνων, έτσι που κάποια μέρα να μπορεί να γίνεται κάποιος υστερόβουλος διαχωρισμός. Ακόμα και οι εισαγγελικές αρχές εξυπηρετούν άθελά τους αυτή τη στενή έννοια του νόμου. Αναρωτιέμαι: ο νόμος εξυπηρετεί το έθνος ή το έθνος εξυπηρετεί το νόμο; Εδώ στην Ελλάδα που συμβαίνουν όλα τα παράλογα, συμβαίνει και το εξής: το έθνος δεν είναι συμβατό με τον νόμο και γι’ αυτό το τροποποιούμε: κόβουμε τις καταλήξεις των ονομάτων των πολιτών του.

Σήμερα υπάρχουν πολλοί βορειοηπειρωτικής καταγωγής, τραγουδιστές, μηχανικοί, γιατροί, επιχειρηματίες, οι οποίοι κρύβουν επιμελώς την ταυτότητά τους και προκειμένου να δηλώσουν Έλληνες Βορειοηπειρώτες, δηλώνουν Μεξικανοί, Νοτιοαφρικανοί, και στην περίπτωση που τους ανακαλύπτουν, γίνονται αυτομάτως Αλβανοί.

Σε κανέναν Έλληνα της Αλβανίας  που διώχτηκε στην Αλβανία για την ελληνικότητά του  δεν αναγνωρίστηκαν οι θυσίες του, δεν δικαιώθηκε από το ελληνικό κράτος κι ας έκανε φυλακή περισσότερη και από του Νέλσον Μαντέλα στα κάτεργα του Ενβέρ Χότζα. Κανείς δεν αποζημιώθηκε, ακόμα ούτε κι εκείνοι που καταδικάστηκαν ως Έλληνες κατάσκοποι, δικαίως ή αδίκως.

Μόνο από τη δική μου οικογένεια υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος φυλακισμένων, με φυλακίσεις που ξεπερνούν τη ζωή ενός ανθρώπου: ο πατέρας μου Γιάννης Κώτσιας έκανε εφτά χρόνια στα κάτεργα, ο θείος μου Βαγγέλης Κώτσιας, δώδεκα χρόνια, ο παππούς μου Λάζος Κώτσιας τέσσερα χρόνια, ο αδερφός της γιαγιάς μου Γιώργος Στόλης, δώδεκα χρόνια, ο πεθερός μου Φάνης Λίτσας έξι χρόνια, ο γαμπρός μου Μιχάλης Καψαλίδης, δώδεκα χρόνια. Προσωπικά διαγράφηκα από το πανεπιστήμιο ως γόνος εχθρών της Αλβανίας, όπως τους αποκαλούσε το ολοκληρωτικό εκείνο καθεστώς.

Καμία αποζημίωση για αυτές τις θυσίες, τουλάχιστον ηθική. Ένας αγώνας και μια μαρτυρικότητα που κανείς δεν αναγνώρισε. Περιέργως, έγινε αναγνώριση από το αλβανικό κράτος, το οποίο δίνει κάποια αποζημίωση, κυρίως προς τους επιζήσαντες. Όμως οι μάρτυρες αυτοί από άλλο έθνος ζητούσαν την αναγνώριση, από το δικό τους για το οποίο θυσιάστηκαν. Ο σεβασμός για τους εθνομάρτυρες συνιστά εθνική ωριμότητα.

Ο κύριος λόγος της παραμέλησης των ανθρώπων αυτών εδώ στην Ελλάδα, είναι ότι δεν ήξεραν ποτέ να υποκύψουν σε κανένα κόμμα. Ο πρώην κατάδικος και ο πρώην δικαστής του, περίμεναν εδώ στην Ελλάδα στην ίδια σειρά για το επίδομα – όταν αυτό υπήρχε! Ίσως αυτό να είναι ένα από τα θλιβερά δείγματα της ισότητας στην Ελλάδα.

Παρόλα αυτά, ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, μπορώ να πω ότι  νιώσαμε την ελευθερία της πατρίδας μας, μεγάλωσε μια νέα γενιά ανθρώπων ενταγμένη πλήρως στην ελληνική κοινωνία, και νομίζω ότι όλα αυτά τα παράπονα περνάν σιγά σιγά στο παρελθόν, στην Ιστορία. Ευημερήσαμε στην Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι την κρίση και ό, τι αποκτήσαμε με την αξιάδα μας, το χρωστάμε στην Ελλάδα, στην πατρίδα μας, που θα ήταν ακόμα καλύτερη αν είχε και σωστότερο κράτος.

 

Φωτογραφίες: Ήρα Λόντου

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση