ΛΙΟΔΕΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ

Διήγημα του Θωμά Στεργιόπουλου από την συλλογή «Νυχτερινή επίσκεψη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ροές».

λιόδεντραΈνας πρώην αξιωματικός της μεθορίου επιστρέφει στον τόπο απ’ όπου κάποτε περνούσε το συνοριακό συρματόπλεγμα του θανάτου και στη μνήμη του αναβιώνουν εφιαλτικές εικόνες…
Ένας γέρος, σ’ ένα ρημαγμένο απ’ την ξενιτιά χωριό της Βορείου Ηπείρου, συνεχίζει να φυτεύει λιόδεντρα…
Μια πεντάμορφη κοπέλα απ’ τη Θεσπρωτία, στα άγρια χρόνια του πολέμου, αποφασίζει να μην ακολουθήσει τους συμπατριώτες της στη φυγή, γιατί πιστεύει στην αγάπη…
Ένας παράξενος κυνηγός, χρόνια μετά το έπος του ’40, ψάχνει στις χαράδρες και τα βουνά του Τεπελενίου το στρατιώτη που γνώρισε όταν ήταν παιδάκι… Μια φοιτήτρια ιατρικής στο πανεπιστήμιο των Τιράνων συγκλονισμένη αναγνωρίζει στο μάθημα της ανατομίας τον εκτελεσμένο γείτονά της… (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


 


Λιόδεντρα στην ερημιά

Αν εξαιρέσεις τις μέρες που μπήκε στο νοσοκομείο και έβαλε βηματοδότη, ούτε μια βδομάδα δεν έμεινε! Όλα αυτά τα χρόνια, ζήτημα είναι αν κατέβηκε στην Ελλάδα περισσότερες από τέσσερις πέντε φορές. Και να σκεφτείς ότι είχε τέσσερα παιδιά στην Αθήνα. Ακόμα και όταν παντρεύονταν τα εγγόνια, έλεγε στην Όλγα: «Πήγαινε εσύ». Κι αν δεν ήταν ο καημός της Έλλης να τρυπιέται απ’ τα δεκαοχτώ, να τις κάνουν ενέσεις ινσουλίνης, ίσως και να μην έφευγε ποτέ απ’ το χωριό. «Μου φτάνει που είναι καλά και έχουν τις δουλειές τους», έλεγε. «Άλλωστε, πού ν’ αφήσω το νοικοκυριό; Πώς θα τα παλέψει μόνη της η Όλγα;»

– Έλα, μπαμπά, αν συνεχίσεις έτσι, δεν θα σε γνωρίζουν τα εγγόνια. Τι νοικοκυριό μάς λες; Δυο γίδες, τρεις προβατίνες και πέντε κότες…

– Και τα δέντρα; Οι ελιές; Κι αν αφήσουν την πόρτα ανοιχτή και μπουν τα γίδια; Πάει τα ρήμαξαν, έγινε το κακό!

– Θα σου στείλουμε εμείς ελιές απ’ την Αθήνα, του έλεγε χαμογελώντας η Ελευθερία.

– Ποιες ελιές; Αυτές που τους βάζουν μέσα μονάχα αλάτι και ξίδι; Ελιές είναι αυτές ή γρόβoλα[1] απ’ τη Γελαθαμένη; Ελιές φτιάχνει η μάνα σου. Ανοίγεις το βαρέλι και μοσχοβολάει ο τόπος απ’ τη ρίγανη και το νεράντζι.

Δυο μέρες πριν, ήρθε να τον δει ο Βασίλης, ο ξάδελφός του.

– Φεύγω, του λέει, θα πάω στα παιδιά μου στην Ελευσίνα. Να ’χω δίπλα το γιατρό, να ζήσω κι εγώ σαν άνθρωπος, όσα χρόνια μου μείνανε. Είδαμε εμείς, Σταύρο, κόσμο εδώ μέσα στις κουμαριές; Εδώ δεν έχω πού να πω καλημέρα.

– Και στην Αθήνα θα βγεις να ψάξεις τους χωριανούς; Τα παιδιά είναι όλη μέρα στις δουλειές τους. Θα μετανιώσεις, Βασίλη. Πώς σου κάνει καρδιά και ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου; Και την γκρίνια μας, τα χούγια μας, τ’ αντέχουν τα παιδιά και οι νυφάδες; Γιατί τους γίνεσαι φόρτωμα;

– Έχω καλά παιδιά, με αγαπάνε, Σταύρο.

– Ας γελάσω, είπε και άναψε τσιγάρο. Να πεις ευχαριστώ στην Ελλάδα που μας έδωσε σύνταξη και δεν μας έχουν πέτρα στο λαιμό τα παιδιά. Αν δεν την είχαμε; Τότε θα ’βλεπες πόσο σ’ αγαπούν! Να ’ναι καλά η Ελλάδα! Μας έσωσε, Βασίλη! Να κρατήσουμε τον τόπο! Ρήμαξαν τα χωριά. Καλά, τα παιδιά μας δεν έχουν δουλειές και σκόρπισαν. Εσύ όμως γιατί φεύγεις; Τρακόσια ευρώ εγώ και άλλα τρακόσια η Όλγα. Και όσο για γιατρούς; Να πού είναι το Φιλιάτι. Σε μισή ώρα είσαι στο νοσοκομείο.

Μάταια προσπαθούσε να του αλλάξει γνώμη. Ο Βασίλης με την Αρετή την είχαν πάρει την απόφαση.

– Και τον κήπο; Τα δέντρα; Θα τ’ αφήσετε να στεγνώσουν;

– Ας στεγνώσουν! Να ’ναι καλά οι λαϊκές στην Ελλάδα. Χορτάσανε και οι γύφτοι πορτοκάλια και σταφύλια. Σιγά τα δέντρα! Τ’ αγριοκούμπουλα και τα ξινοστάφυλα;

– Και τα λιόδεντρα;

– Έχει ελιές η Ελλάδα να φαν κι οι κότες. Για τα δικά μας τα σπυρολόγια μέσα στα βάτα και στις ρουσκουλιές[2] θα κουβεντιάσουμε τώρα; Πέρασα από την Άρτα και τα πορτοκάλια ήταν στρώμα. Σάπιζαν και δεν υπάρχουν άνθρωποι να τα μαζέψουν…

Αυτή ήταν η κουβέντα που έκανε με όσους έπαιρναν την απόφαση να φύγουν απ’ το χωριό. Και δεν ήταν λίγοι. Το χωριό ρήμαζε κάθε μέρα που περνούσε. Έμενε η «καλημέρα» στο στόμα του. Δεν είχε σε ποιον να την πει.

– Θα βγουν τα λόγια του Αγίου Κοσμά, που έλεγε: «Ο κόσμος θα χαθεί όταν δεν θ’ αγαπάνε πια τα δέντρα. Θα βγουν τα λόγια του Αγίου», μουρμούριζε καθώς περνούσε στη γειτονιά του, όπου τα περσότερα σπίτια ήταν κλειστά. Χανόταν στα σώχωρα[3]. Έβλεπε τα λιόδεντρα, ακλάδευτα, πνιγμένα μέσα στα βάτα, χωρίς την κουλούρα τους, χωρίς πεζούλια.

– Πώς τους κάνει καρδιά και αφήνουν τα δέντρα έρημα και φεύγουν; Αγρίεψαν, Όλγα! Αγρίεψε ο τόπος, έλεγε μονολογώντας.

Την ημέρα που έμαθε πως ο Καΐσης είχε φτιάξει φυτώριο με λιόδεντρα στην Κρανιά, ανέβηκε σ’ ένα φορτηγό και πήγε. Γύρισε με καμιά δεκαριά φιντάνια. Με το χώμα και τις ρίζες τους τυλιγμένες με άχυρο, σαν παιδιά φασκιωμένα.

– Έδωσες ολόκληρη σύνταξη για δέκα ρίζες;

– Μην γκρινιάζεις, γυναίκα. Μας φτάνουν και περισσεύουν! Ξέρεις τι ελιές είναι αυτές; Χοντροελιές απ’ το Μπεράτι. Το σπυρί, καρύδι!

Και να πεις ότι δεν είχε λιόδεντρα! Όλο το προσήλιο απ’ την Αγία Μαρίνα και πάνω δικό του ήταν! Τον πείραζαν στο χωριό. Για ποιον τις φυτεύεις; Βλέπεις να γυρίζει κανένα παιδί; Μάλαμα να τους στρώσεις, δεν ξανάρχονται, Σταύρο! Έβγα στα σώχωρα και μάζεψε όσες θέλεις. Σταφίδιασαν στα δέντρα, τα κοτσύφια θα τις φάνε.

– Για τον τόπο τις φυτεύω, μωρέ Κίτσο. Να μην αγριέψει ο τόπος. Ανέβηκαν τα βάτα και οι ρουσκουλιές και μπήκαν μέσα στα χωράφια. Έπιασαν τα λιόδεντρα από το λαιμό και τα έπνιξαν, έλεγε όλο καημό.

Έβγαιναν στο αλώνι και κουβέντιαζαν ώρες με τον Κίτσο κι άλλοτε με το δάσκαλο, τον Βαγγέλη.

– Κοίταξέ τα, δύο χρονών δέντρα κι έπιασαν καρπό. Του χρόνου θα φας χοντροελιές που θα γλείφεις τα δάχτυλά σου, Κίτσο.

Ο Κίτσος ήταν απαισιόδοξος. Όλα μαύρα τα ’βλεπε.

– Πώς καταντήσαμε; Σκορποχώρι, χίλιοι και βάλε ήμασταν πριν από το ’90. Και τώρα μόνο σε τριάντα σπίτια βγαίνει καπνός. Σταύρο, σου το λέω, άδικα σκοτώνεσαι στη δουλειά. Έχεις και καρδιά. Πάει, χάθηκε ο τόπος μας.

Άναψαν τσιγάρο και καθισμένοι στα γόνατα έβλεπαν το σούρουπο που έπεφτε στο έρημο χωριό και τον καπνό που ανέβαινε από τα λιγοστά σπίτια.

– Ακούς φωνή παιδιού πουθενά; Πάει, τόπος που δεν κλαίει παιδί είναι χαμένος. Εφτά γέννες έκαμε η Αθηνά και τώρα μείναμε μόνοι μας. Τι να πούμε; Μόνο γκρινιάζουμε, Σταύρο.

Σε λίγο, να τος και ο γερο-δάσκαλος, ο Βαγγέλης.

– Τι λες εσύ, Βαγγέλη, που ξέρεις και γράμματα; Πού θα πάει αυτή η κατάσταση;

– Άκου τι ρωτάει, πετάχτηκε θυμωμένος ο Κίτσος. Χθες το μεσημέρι είδα λύκο στη Λάμια. Με κοιτούσε και δεν έφευγε. Πενήντα χρόνια είχα να δω λύκο από κοντά. Ξεθάρρεψαν, μπήκαν μέσα στο χωριό. Και τ’ αγρίμια το μάθανε πως ρήμαξε ο τόπος! Θα μας φάνε, σου λέω. Κι εσύ φυτεύεις λιόδεντρα! Για ποιον τα φυτεύεις, μωρέ Σταύρο;

– Είκοσι εγγόνια έχω, ωρέ αδελφέ. Ένα δεν θα γυρίσει;

– Αμ πώς; Όταν θα κλείσεις τα μάτια και σε ρίξουν στο λάκκο. Όλοι θα ’ρθουν, έλεγε ο Κίτσος.

– Τι λες, δάσκαλε; Θα γυρίσουν τα παιδιά μας από την ξενιτιά;

– Για τώρα δεν το πιστεύω. Ίσως αργότερα, όταν θα ’χουμε φύγει εμείς… Αν φτιάξουν οι δρόμοι, ίσως γυρίσουν κάποιοι…

– Ακούς, Κίτσο; Υπάρχει ελπίδα, καλά κάνω εγώ που φυτεύω. Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου έλεγε:

Βάλε ελιά για το παιδί σου
και συκιά για τη ζωή σου.

– Ποια παιδιά; Πού τα βλέπεις εσύ τα παιδιά; Δυο φορές το χρόνο έρχονται βιαστικά σαν σίφουνας. Τον Δεκαπενταύγουστο στο πανηγύρι και τα Χριστούγεννα. Τόσο λίγο τα βλέπουμε που μαραζώνει η ψυχή μας. Τα παρακαλούσε η γυναίκα μου: «Καθίστε, μωρέ, μη φεύγετε τόσο γρήγορα. Ακόμα δεν σας είδαμε, δεν ξεπονέσαμε. Να φάτε και να πιείτε. Γεμάτο το σπίτι. Δυο σακιά τραχανάς από πέρσι, σκουλήκιασε αφάγωτος. Κι είναι με γάλα πρόβειο, γλύκισμα!». Δεν έβαλε μυαλό η χαμένη η δική μου. Έκαμε πάλι φέτος και τον μοίρασε στα παιδιά. Ακόμα να ’ρθουν να τον πάρουν! Εκεί θα ξινίσει, θα τον φάει η μούχλα, είπε ο Κίτσος.

– Ο τόπος μας κι άλλες φορές έχει ρημάξει. Στον καιρό του Αλή πασά, όταν πολεμούσε με τους μπέηδες του Δελβίνου, τους Κοκκάτες. Έχω ακούσει ότι και τότε σήκωσαν τα χωριά μας και τα πήγαν στην Άρτα. Είκοσι πέντε χρόνια κράτησε αυτή η εξορία. Όμως, μόλις έφαγε το κεφάλι του ο τύραννος, ξαναγύρισαν. Ελάχιστοι έμειναν στην Άρτα, είπε ο δάσκαλος.

– Αμ το ’12 με τον Χαλασμό! Δεν ρήμαξε ο τόπος; Τα Βουρκοχώρια δεν πέρασαν στα Επτάνησα κι εμείς στον Τσαμαντά; Ούτε πέτρα δεν άφησαν οι λιάμπηδες στον τόπο μας. Αλλά σε τρεις τέσσερις μήνες, όλοι ξαναγύρισαν και ξαναφτιάξανε τα σπίτια… Έχουμε περάσει και χειρότερα, αναστέναξε ο Σταύρος.

– Και στην πρώτη φυγή με τον Αλή πασά και στη δεύτερη, γινόταν πόλεμος, Σταύρο. Όλοι οι πόλεμοι αργά ή γρήγορα τελειώνουν. Τούτος όμως είναι χαμός και χαλασμός, είπε ο δάσκαλος καπνίζοντας.

Τον Νοέμβρη έπεσε απ’ την ελιά. Έσπασε δυο πλευρά· κοβόταν η ανάσα του και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Μέρα νύχτα βογκούσε και κρατούσε τα πλευρά με το χέρι. Τότε ήταν που η Όλγα έπεσε να τον φάει.

– Παλιάλογο! Δεν κάθεσαι στ’ αυγά σου; Θέλεις ν’ ανέβεις και στην ελιά. Στο ξυλοκρέβατο θα σε φέρουνε. Καλά να πάθεις! Δεν θέλω να σ’ ακούσω να βογκάς!

– Δεν είναι κρίμα, γυναίκα, να μείνουν αμάζευτες;

– Και τι τις θέλεις; Το βαρέλι είναι γεμάτο περσινές! Άσ’ τες να τις φάνε τα πουλιά του Θεού! Να δούμε πόσους μήνες θα κάτσεις στο στρώμα τώρα;

Έρχονταν κάθε τόσο πότε ο Κίτσος, πότε ο Βαγγέλης. Να του κάνουνε παρέα. Ξάπλα αυτός, σάπισε, χτίκιασε, του φαινόταν η μέρα χρόνος.

– Τις έχω μοιράσει στα παιδιά, έλεγε. Δεκαπέντε ριζάρια στο καθένα. Θυμάμαι, όταν παντρεύτηκα, ο συγχωρεμένος ο πεθερός μάς έδωσε τρία λιόδεντρα για προίκα. Περιουσία! Και ελιές τρώγαμε όλο το χρόνο και είχαμε το δικό μας λάδι. Ευλογημένο δέντρο, το φυτεύεις και ζει πεντακόσια χρόνια. Και τα τρισέγγονα θα συγχωρούν την ψυχή σου. Δεν υπάρχει άλλο σαν την ελιά!

Ήρθαν και τα παιδιά απ’ την Αθήνα, στο κρεβάτι αυτός.

– Μαζέψτε τον! Στο ξυλοκρέβατο θα τον φέρουν μεσοκομμένο, όπως τον Κίτσο Γιάννη. Γέρος άνθρωπος να σκαρφαλώνει στα δέντρα! Τον μάλωσαν και τα παιδιά: «Να μη σηκωθείς απ’ το κρεβάτι!».

Αρρώστησε από την ξάπλα και το καθισιό. Την άλλη μέρα δεν άντεξε. Σηκώθηκε, κρατώντας τα πλευρά με το χέρι, και βγήκε στ’ αλώνι.

– Να σας δείξω αυτές που φύτεψα πέρσι. Κοίτα λουλούδια! Και είχα ένα φόβο, αν θα τους αρέσει το κλίμα του τόπου μας. Έχει βαριά χώματα η κεντρική Αλβανία. Τα παιδιά είδαν το ντεπόζιτο και το λάστιχο που έφερνε το νερό απ’ το πηγάδι. Τον έβλεπαν να πηγαίνει από δέντρο σε δέντρο· είχε ξεχάσει το σφάχτη στα πλευρά.

– Δεν είναι ωραία δέντρα; Κοντά και φουντωτά, με το χέρι τα τρυγάς.

– Ναι, πατέρα.

– Τα Χριστούγεννα, όταν ξανάρθετε, θα είναι γεμάτα καρπό. Αυτά τα φύτεψα για τα εγγόνια, είπε. Να τα φέρεις μαζί σου να τα δουν, να χαρούνε. Δεν τα μαζεύω αν δεν έρθουν τα εγγόνια. Θέλω να τα τρυγήσουν με τα χεράκια τους.

– Ναι, πατέρα, να είσαι σίγουρος, μαζί θα έρθουμε, του απάντησε ο Φώτος.

– Θα σας καρτερούμε, Φώτο. Χαρές που θα κάμουν τα παιδιά! Α, ξέχασα να σου πω: Το ’μαθες; Γύρισαν ο Γιώργος με την Πολυξένη. Για πάντα! Έχουμε γείτονες, Φώτο, δεν είμαστε πια μόνοι. Κι άλλοι θα γυρίσουν, δεν τους κρατάει πια η Ελλάδα, τώρα με την κρίση… Η γη θα μας σώσει, Φώτο! Πού βρίσκεις σαν τον τόπο σου;

Ήταν δειλινό όταν βγήκαν. Γύρω έπεφτε το σούρουπο. Τα λιγοστά φώτα φωσφόριζαν μέσα στο σκοτάδι εδώ κι εκεί, λες και τα σπίτια που συνωστίζονταν στις ραχούλες και τις γειτονιές είχαν απομακρυνθεί το ένα απ’ τ’ άλλο. Είχαν γίνει ξένα.

Θωμάς Στεργιόπουλος

[1]     γρόβολα: άγρια και ξινά δαμάσκηνα.

[2]     ρουσκουλιές: πυκνοί και αγκαθωτοί θάμνοι.

[3]     σώχωρα: αγροί εντός της επικράτειας του χωριού.

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση