ΛΕΣΙΝΙΤΣΑ, ΔΡΟΒΙΑΝΗ ΚΑΙ ΚΟΚΚΑΤΕΣ

Μετά το κείμενο ΛΕΣΙΝΙΤΣΑ, ΔΡΟΒΙΑΝΗ, ΑΛΗΣ ΚΑΙ ΒΑΛΙΔΕ ΣΟΥΛΤΑΝΑ το οποίο δημοσιεύτηκε σε περιοδικά και εφημερίδες των αρχών της δεκαετίας του ’30, ο Βασίλειος Μπαράς, αφηγείται σε άρθρο του στις εφημερίδες «Ηπειρωτικόν Μέλλον» (15 Δεκεμβρίου 1934 και 16 Ιανουαρίου 1935) και «Θεσπρωτία», (22 Μαΐου 1935), τα όσα έλαβαν χώρα μετά τη σύγκρουση των χωριών Λεσινίτσα και Δρόβιανη με τον Αλή Πασά. Τα δύο χωριά της επαρχίας Δελβίνου έρχονται αυτή τη φορά αντιμέτωπα με την ορμή των ισχυρών μπέηδων οι οποίοι μέχρι πρότινος ήταν σύμμαχοί τους στη μάχη ενάντια στον Πασά των Ιωαννίνων.

 

Του ΒΑΣ. Γ. ΜΠΑΡΑ

Στην προηγούμενη μελέτη μας, εξιστορήσαμε τον άνισο μεν, αλλά νικηφόρο αγώνα των χωριών της Επαρχίας Δελβίνου, Λεσινίτσης και Δρόβιανης, ενάντια στον άσπλαχνο Αλή πασά και ότι, τα χωριά αυτά συμμάχησαν με τους ισχυρούς τότε Κοκκάτες και άλλους αγάδες, για να αντιμετωπίσουν από κοινού τον κίνδυνο της σχεδιαζόμενης οικονομικής και πολιτικής υποδούλωσης της Επαρχίας από τον Αλή πασά. Όπως περιγράψαμε στην εν λόγω μελέτη, ο αγώνας αυτός εστέφθη με πλήρη επιτυχία.

Και τώρα, θα περιγράψουμε τον αγώνα που επακολούθησε μεταξύ των πρώην συμμάχων και πως η αλληλεγγύη τους κράτησε τόσο, όσο κράτησε και ο φόβος από τον Αλή πασά. Μετά την εξόντωσή του, όμως, νέες, τραγικότερες περιπέτειες αναμένονταν για τους δυστυχείς Λεσιτσινούς και Δροβιανίτες.

Οι σκληροί Κοκκάτες επιβουλεύτηκαν τα ωραία χωριά τους. Ήθελαν να τα πάρουν τσιφλίκια. Και, για να βρούνε κάποια δικαιολογημένη αφορμή, ζήτησαν αποζημίωση 135.000 γροσίων για τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά που εκείνοι είχαν καταβάλει με σκοπό την επιτυχία στον αγώνα ενάντια στον Αλή πασά. Υπολόγισαν έτσι, ότι οι χωρικοί, μη μπορώντας να ανταποκριθούνε στην πράγματι βαριά χρηματική αυτή απαίτηση, θα υπέκυπταν στις αξιώσεις τους.

Όπως θα δούμε πιο κάτω, διαψεύσθηκαν στους υπολογισμούς τους. Οι γέροντες της Λεσινίτσας και της Δρόβιανης διαμαρτυρήθηκαν για την αυθαίρετη αυτή απαίτηση των ισχυρών Κοκκάτων, επικαλούμενοι την συμφωνία βάσει της οποίας οι Κοκκάτες είχαν αναλάβει την οικονομική ενίσχυση του εν λόγω αγώνα. Οι Κοκκάτες, ωστόσο, επέμεναν στις απόψεις τους και τότε μοιραία επήλθε η ρήξη μεταξύ τους με συνέπεια να ακολουθήσει νέος αγώνας υπέρ βωμών και εστιών, αγώνας ο οποίος αποδείχθηκε σκληρότερος και τρανότερος του πρώτου κατά του Αλή πασά.

Η Δρόβιανη μετρώντας τις καταστρεπτικές συνέπειες του νέου αγώνα υποχώρησε εγκαίρως, αναγνωρίζοντας την αποζημίωση των 600 οθωμ. λιρών που της αναλογούσε, παρόλο που τελούσε υπό την προστασία της Βαλιδέ Σουλτάνας για την οποία κατέβαλε συνολικό φόρο λόγω προστασίας 50000 άσπρων.

Κι έτσι στον άνισο τούτο αγώνα απομονώθηκε η Λεσινίτσα, κατά της οποίας στράφηκε όλη η οργή των Κοκκάτων. Φρικιαστικά και ανήκουστα βασανιστήρια υπέστησαν οι αθώοι γέροντες στα μπουντρούμια των Κοκκάτων, όπου τους ρίξανε μετά τη σύλληψή τους. Από τα απερίγραπτα αυτά κακά και βάσανα, που υπέστησαν οι μάρτυρες αυτοί με πατριωτική συνείδηση, αναφέρουμε εδώ τα πιο τραγικά και πρωτότυπα, τα οποία για την εποχή ήταν συνηθισμένα και μοναδικά:

Πρώτον, τους κρέμασαν με το κεφάλι κάτω και τους έβαλαν επίτηδες «καπνό στη μύτη» από αναμμένα άχυρα. Πολλοί απ’ όσους υποβάλλονταν σε τέτοια δοκιμασία, πέθαιναν από ασφυξία. Ακολούθως, τους προσδένανε ημίγυμνους σε κουφαλιασμένα δέντρα με μερμήγκια, τα οποία δέντρα οι υπηρέτες των Κοκκάτων τα κτυπούσαν ασταμάτητα με σκοπό να ερεθιστούν τα μερμήγκια και να δαγκώνουν τα θύματα των αφεντικών τους. Δεκάδες δυστυχείς και αθώοι χριστιανοί βρήκαν φρικτό θάνατο στο ξεροπήγαδο του «μπαξιέ του Αγουρίδα», για το οποίο, όπως λέγεται, ακόμα και σήμερα είναι γεμάτο από ανθρώπινα κόκαλα.

Μισοπεθαμένοι πλέον από τα βασανιστήρια, την πείνα και τη δίψα, οι λεσιτσινοί γέροντες, για να αποφύγουν τον θάνατο, υποχρεώθηκαν να υπογράψουν χρεωστικά ομόλογα, 4.600 γροσίων για την Άνω Λεσινίτσα και 300 οθωμανικών λίρών για την Κάτω Λεσινίτσα. Έτσι, αφέθηκαν ελεύθεροι.

Αν και η ενέργειά τους αυτή ήταν αποτέλεσμα βίας, εντούτοις η τιμή και η πατριωτική συνείδησή τους, τη θεώρησε άνανδρη και ζήτησαν εξαγνισμό. Συμβούλεψαν τότε τους συγχωριανούς τους να μην αναγνωρίσουν τα υπογραφέντα ομόλογα και, οι ίδιοι, για να αποφύγουν νέα βάσανα, ακόμα και το θάνατο, εγκατέλειψαν οικογενειακώς τη Λεσινίτσα και ευρύτερα, την Επαρχία Δελβίνου και κατέφυγαν, ο μεν Κύργιο Λάγιος μέσω Σαγιάδας στην Κέρκυρα, οι δε Τσάβο Μαστακούλης, Μήτση Ρέσσος, κλπ. στο χωριό Σελλειό της Δερόπολης.

Μύριες στερήσεις και ταπεινώσεις υπέστησαν οι ιδεολόγοι εξόριστοί μας κατά την εθελούσια και μακρά εξορία τους. Η παράδοση λέει ότι και τα κορίτσια τους όταν πηγαίνανε στη βρύση του Σελλειού να πάρουν νερό, παραγκωνίζονταν και περιφρονούνταν από τις ντόπιες γυναίκες και κοπέλες. Τα σπίτια τους στη Λεσινίτσα καταστράφηκαν από τα παλικάρια των Κοκκάτων. Τα νερά του ποταμού κοκκίνισαν από το κρασί, που χύθηκε από τα σπίτια των φυγάδων. Για να προλάβουν οι Λεσιτσινοί νέες καταστροφές εκ μέρους των Κοκκάτων, αποφάσισαν να μην δεχτούν πλέον κανέναν Τουρκαλβανό στο χωριό τους. Το μέτρο τούτο των Λεσιτσινών οδήγησε τους Κοκκάτες στο να επιστρατεύσουν περί τους 300 Λιάπηδες για να επιβάλλουν δια της βίας των όπλων τις άδικες απαιτήσεις τους.

Οι επιδρομείς αυτοί – διότι δεν μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε αλλιώς – συγκεντρώθηκαν στο αλβανόφωνο και μουσουλμανικό χωριό Αβαρίτσα, από το οποίο, με επικεφαλής τον, απ’ εκεί καταγόμενο, οπλαρχηγό Βελή Σιαμέτη, ξεκίνησαν και διανυκτέρευσαν στη Δρόβιανη, ενώ κατά τα χαράματα πάτησαν την ανύποπτη και αφύλακτη Λεσινίτσα. Οι βιαιοπραγίες και οι λεηλασίες, που διέπραξαν στη Λεσινίτσα οι Λιάπηδες δεν περιγράφονται.

Μαζί με τα διάφορα αντικείμενα άρπαξαν και δυο όμορφες κοπέλες  για σκλάβες, τη Ρούσα του Τάρε και τη Λάμπρη του Στράτη. Την μεν πρώτη, επειδή ήταν σε νηπιακή ηλικία, την αφήσανε έξω από το παρεκκλήσι της Απάνω Λεσινίτσας, την Αγία Παρασκευή, όπου και γύρισε στους γονείς της, ενώ τη δεύτερη, αφού την έκαναν Τουρκάλα, παντρεύτηκε στους Λιαζαράτες, μουσουλμανικό προάστιο του Αργυροκάστρου και, όσο ζούσε, διηγούνταν την καταγωγή της από τη Λεσινίτσα.

Με μεγάλη δυσκολία και ύστερα από πολλές αιματηρές συμπλοκές, οι Λεσιτσινοί κατόρθωσαν να διώξουν τους Λιάπηδες από το χωριό τους. Πόσοι σκοτώθηκαν από τις δύο πλευρές κατά τις αλλεπάλληλες συμπλοκές δεν γνωρίζομε επακριβώς. Από το γεγονός, όμως, ότι βόρεια της Λεσινίτσας υπάρχει ράχη επονομαζόμενη «Μνήματα», επειδή εκεί θάφτηκαν οι σκοτωμένοι Λεσιτσινοί και, πίσω από τη ράχη υπάρχει ένα λαγκάδι ξερό, που ονομάζεται  «Βρωμονέρι», επειδή τα νερά του βρώμισαν  από τα πτώματα των Λιάπηδων, που απόμειναν άταφα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έγινε μεγάλο φονικό. Το μόνο, που γνωρίζουμε θετικά είναι ότι μεταξύ των Λιάπηδων σκοτώθηκε και ο αρχηγός τους Βελή Σιαμέτης, το κεφάλι του οποίου μετά βίας κατόρθωσαν να το πάρουν οι δικοί του και να το μεταφέρουν στο Δέλβινο, στον Ουτά (;) του Καλαπόδη, επειδή οι Αλβανοί το θεωρούσαν ανανδρία να αφήσουν το κεφάλι του αρχηγού τους στα χέρια των εχθρών.

Η λαϊκή μούσα περιγράφει το γεγονός ως εξής:

Αρβανιτιά συνάζονταν μέσα στην Αβαρίτσα
Και μιντζιλίζι κάνουνε να μπουν στη Λεσινίτσα.
Στη Δρόβιανη δειπνήσανε, στα Σιάδια ξημερώνουν,
Τη Λεσινίτσα πάτησαν, τη Λεσινίτσα πήραν.

Κι ενώ, όπως επιβεβαιώνει το παραπάνω δημοτικό τραγούδι, οι άντρες των Κοκκάτων διανυκτέρευσαν στη Δρόβιανη, οι Δροβιανίτες δεν κατόρθωσαν να ειδοποιήσουν έγκαιρα τη Λεσινίτσα για την επικείμενη αιφνιδιαστική επιδρομή. Ίσως να μην μπορούσαν, διότι οι άντρες των Κοκκάτων ίσως να έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα. Το πιθανότερο, όμως, να είναι για να τηρήσουν άψογη στάση και αυστηρή επιφυλακτικότητα προς τους Κοκκάτες. Όπως και να έχουν τα πράγματα, επέδειξαν αχαρακτήριστη αδιαφορία για την τύχη των γειτόνων και άλλοτε συναγωνιστών τους και φέρουν βαρύτατη ευθύνη στην ιστορία.

Μετά τα αιματηρά αυτά γεγονότα, οι Λεσιτσινοί, όχι μόνον δεν μπορούσαν να επιδοθούν ελεύθερα στα ειρηνικά τους έργα, αλλά φοβούμενοι αντεκδικήσεις, δεν τολμούσαν να βγούνε έξω από το χωριό τους. Κατά κάποιον τρόπο ζούσαν σαν εγκλωβισμένοι στο ορεινό χωριό τους, υποφέροντας από την πείνα. Ως επί το πλείστον τρέφονταν με κρέας και χόρτα, στα οποία έριχναν και λίγο αλεύρι. Πολλές φορές η πείνα τους ανάγκαζε να φτάνουν μέχρι τον κάμπο της Δρόπολης όπου και κορφοθερίζανε τα σιτάρια, με σκοπό να εξασφαλίσουν λίγο αλεύρι για τα λάχανά τους. Εκτός από την πείνα, υπέφεραν και από τις επιδημίες πανούκλας, χολέρας και ευλογιάς.

Αυτή η κατάσταση κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια. Έτσι, οι οικονομικοί λόγοι ανάγκασαν τους Λεσιτσινούς να υποκύψουν στο «δίκαιο του ισχυρότερου» και να αναγνωρίσουν τα υπογραφέντα «Ομόλογα». Μετά, επιδόθηκαν και πάλι στα ειρηνικά τους έργα και οι φυγάδες επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Η διευθέτηση του ζητήματος, αν και κακή, οπωσδήποτε είχε και τα θετικά της. Διότι, για να μπορέσουν οι Λεσιτσινοί να ανταποκριθούν στις βαριές υποχρεώσεις, που απορρέανε από την προαναφερόμενη σύμβαση, έφυγαν 40 κονάκια τόπο μακριά, όσα δηλαδή ημερονύχτια απέχει η Κωνσταντινούπολη από τη Λεσινίτσα, όπου και ταξίδεψαν. Εκεί, οι περισσότεροι ευδοκίμησαν και, όχι μόνο εξόφλησαν το χρέος τους, αλλά στόλισαν και το χωριό τους με κοινωφελή έργα όπως σχολεία, εκκλησίες, γέφυρες, κλπ.

Απερίγραπτες είναι οι βαριές αγγαρείες  καθώς και άλλες σκληρότητες των Κοκκάτων, τις οποίες με φρίκη διηγούνται ακόμα και σήμερα οι χωρικοί του Δελβίνου. Παροιμιώδης έμεινε η φράση «Κάνω αγγαρεία του Κόκκα», η οποία  χαρακτήριζε έτσι την εξαναγκαστική και ανώφελη εργασία. Οι Λεσιτσινοί, για να αποφύγουν τις αφόρητες πιέσεις των Κοκκάτων, στην εκ μέρους τους μελετώμενη ολοκληρωτική υποδούλωση του χωριού σε τσιφλίκι, φρόντισαν και πήραν ανάλογο δάνειο από τους Δροβιανίτες ομογενείς Πράτσικα και Νάτσιο Δρόσο με σκοπό να εξοφλήσουν το χρέος τους. Οι Κοκκάτες, βλέποντας ότι με τον τρόπο αυτό ματαιώνονταν τα αναφερόμενα πιο πάνω μελλοντικά τους σχέδια, αρνούνταν να δεχθούν τα χρήματα. Μετά το Χάτι Χουμαγιούν (Τανζιμάτ) του 1856, υποχρεώθηκαν να τα πάρουν, από τον Κατή του Δελβίνου, στον οποίο οι Λεσιτσινοί παρέδωσαν το δισάκι με τα φλουριά.

Πάνω από πέντε δεκαετίες χρειάστηκαν για την ολοκληρωτική εξόφληση του απαίσιου χρέους, το οποίο λόγω της μεγάλης διάρκειας αυξήθηκε σε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια και ονομάστηκε «Μουκαντέμ μπορτζ», δηλαδή «παλαιό χρέος». Ακόμη και σήμερα σώζεται ο εκτιμητικός κατάλογος της Απάνω Λεσινίτσας, βάσει του οποίου γινότανε η κατανομή του «Μουκαντέμ μπορτζ». Από τον κατάλογο αυτό προκύπτει η αξία της, αποτελούμενη από σπίτια, αμπέλια και χωράφια, ακίνητη περιουσία, η οποία ανέρχονταν σε 1.198.520 άσπρα. Πολλές οικογένειες, επειδή δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν το «Μουκαντέμ μπορτζ», εγκαταλείψανε την ακίνητη περιουσία τους και εγκαταστάθηκαν στα γύρω χωριά. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Λεσινίτσα σχεδόν ερημώθηκε από τους κατοίκους της.

Αυτός είναι ο θλιβερός απολογισμός και οι συνέπειες του αγώνα της Λεσινίτσας ενάντια στον Αλή Πασά.

                                                                        ΒΑΣ. Γ. ΜΠΑΡΑΣ

     Μεταφορά στη δημοτική: Ανδρέας Ζαρμπαλάς         

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Δημήτρης Μπάμπουλης
(τοποθεσία στην Άνω Λεσινίτσα)
Πηγή: https://www.facebook.com/groups/270220999667285/

 

 

 

 

 

Share on Facebook82Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση