ΛΕΣΙΝΙΤΣΑ, ΔΡΟΒΙΑΝΗ, ΑΛΗΣ ΚΑΙ ΒΑΛΙΔΕ ΣΟΥΛΤΑΝΑ

Ένα κείμενο του Βασίλειου Μπαρά που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ηπειρωτικόν Μέλλον» σε τρεις συνέχειες (20 Οκτωβρίου 1934, 3 Νοεμβρίου 1934 και 1 Δεκεμβρίου 1934), όπως και στην εφημερίδα «Θεσπρωτία» (Φιλιατών) 3,10, 17, 24 Αυγ. 1932, στο περιοδικό «Βόρειος Ήπειρος» του 1936 (βλ. αρ. 9) και στο περιοδικό «Ηπειρωτική εστία» του 1963 (βλ. αριθ. 51)

 

Υπό ΒΑΣ. Γ. ΜΠΑΡΑ, διδασκάλου

Ανάμεσα στα πολλά ελληνικά χωριά της Ηπείρου, τα οποία διεξήγαγαν σκληρούς, αδιάκοπους, αλλά νικηφόρους αγώνες ενάντια στις αρπαχτικές διαθέσεις του Αλή Τεπελενλή, συγκαταλέγονται και τα ανατολικά χωριά της Επαρχίας ΔελβίνουΔρόβιανη και Λεσινίτσα. Επειδή, με το ιστορικό τούτο συμβάν, η νεότερη ιστορία της Ηπείρου ασχολήθηκε ελάχιστα, για να μην πούμε καθόλου, θα προσπαθήσομε πιο κάτω να το αναφέρομε λεπτομερώς.

Ο Αλή Πασάς, επιθυμώντας προ πολλού να διεισδύσει οικονομικά και πολιτικά στην Επαρχία Δελβίνου και να υποτάξει τους ισχυρούς τότε μπέηδες και αγάδες της, έπρεπε πρώτα να έχει ένα ορμητήριο. Και ως τέτοιο, επέλεξε τα καλά οχυρωμένα χωριά Δρόβιανη και Λεσινίτσα, τα οποία βρίσκονταν επί των ορίων της Επαρχίας Δελβίνου από τη μια και της Δρόπολης και Φιλιατών (Νυν Θυάμιδος), από την άλλη. Για την μεν Δρόβιανη σχεδίαζε να την προσθέσει ανάμεσα στα πολλά τσιφλίκια του, ενώ για τη Λεσινίτσα σχεδίαζε να εξισλαμίσει τους ορεσίβιους κατοίκους της και να τους χρησιμοποιήσει έτσι ως έμπιστα όργανά του για τα περαιτέρω κατακτητικά του σχέδια.     

Για την επίτευξη του παραπάνω στόχου, θεώρησε σωστό να ζητήσει τη βοήθεια του οικογενειακού του φίλου, Παπά-Δημήτρη Λεσινίτσα, τον οποίο και κάλεσε στα Γιάννενα και, αφού του ανακοίνωσε τα σχέδια, του έταξε ως αντάλλαγμα τιμές και πλούτη. Ούτε τα πλούτη, όμως, ούτε οι τιμές του Αλή Πασά δεν μπόρεσαν ούτε στιγμή να επηρεάσουν τα φλογερά πατριωτικά αισθήματα του πατριώτη κληρικού Παπά-Δημήτρη. Τόσο τους ομογενείς του, όσο και τους μπέηδες και αγάδες του Δελβίνου (τούτο για λόγους σκοπιμότητας), τους ενημέρωσε, ως όφειλε, για τον κίνδυνο που τους απειλούσε και τους ενθάρρυνε να αμυνθούν. Αναστατωμένοι τούτοι από τις παραπάνω πληροφορίες, την 1-η Αυγούστου του έτους 1800 συγκρότησαν στην Λεσινίτσα πολεμικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Δελβινιώτη Χατζή-Τζαφέραγα. Στο συμβούλιο, εκτός από τους πρόκριτους της Δρόβιανης και της Λεσινίτσας, συμμετείχαν και οι παρακάτω δελβινιώτες αγάδες: 1) Ομέρ αγάς, 2) Χασάν αγάς, 3) Χουσεϊν Αλή αγάς, 4) Νταούτ Σιαμέτ αγάς, 5) Μουλάς Χουσεϊν Ιμάμης, 6) Αληζότ αγάς Νταούτ και 7) Μαρουσλής Μουλά Σουλεϊμάν.

Στο συμβούλιο τούτο αποφασίσθηκε όπως μια επιτροπή αποτελούμενη από γέροντες δροβιανίτες με επικεφαλής τον Πράτσικα να προβούν σε διαμαρτυρία στην Βαλιδέ Σουλτάνα, ζητώντας την προστασία της και εν ανάγκη, την παρέμβασή της και, αφού εξαντλήσουν όλα τα ειρηνικά μέσα να καταφύγουν στη δύναμη των όπλων, προβάλλοντας αντίσταση μέχρις εσχάτων. Την οικονομική ενίσχυση του αγώνα ανέλαβαν οι μπέηδες και οι αγάδες του Δελβίνου μαζί με τον βαθύπλουτο τότε δροβιανίτη Πράτσικα. Έτσι, οι μεν πρώτοι υποχρεώθηκαν να χορηγήσουν δωρεάν τα απαιτούμενα τρόφιμα και πυρομαχικά, ο δεύτερος να δαπανήσει τη μεταβίβαση της επιτροπής στην Πόλη.

Το συμβούλιο τούτο συγχρόνως τακτοποίησε και την από καιρό συνοριακή διαφορά μεταξύ Δρόβιανης και Λεσινίτσας, το μέγεθος της οποία περιγράφει καθαρά το παρακάτω ιστορικό οροθετικό έγγραφο.

Το οροθετικό έγγραφο[1]
«Σελίμ μπέγης Κόκκας ζαντές[2], αφέντης μας
Έτος 1800 Αυγούστου πρώτη

Κάνομε θύμηση εμείς τα δυο τα χωριά, Δροβιανίτες κάτω μαχαλάς και απάνω μαχαλάς και απάνω Λεσινίτζα και τα δυο χωριά, είχαμε ακύτταχτο το σύνορό μας από τον καιρό του μερχούμ Μουσταφά Πασά Κόκκα, όπου το είχαμαν βάλη το σύνορο έως τη σήμερα δεν το είχαμε κυττάξη. Παγίσαμεν και παρακαλέσαμεν τον αφέντη μας τον πολυχρονεμένον Σελίμ-μπέγη και του είπαμαν πως από την ημέρα όπου το είχε βάλη ο αμήρης του ο Μουσταφά πασάς, από τότε ως την σήμερον δεν είχε κυτταχτή και εσηκώθηκαν οι πιστικοί μας και κάθε ημέρα δέρονται σε κείνο το σύνορο και με το ίσιον να μας δίνεις τον Χατζή Τζαφέραγα και είναι και ο Κύριος Παρτάλης μάρτυρας και με το Ευαγγέλιον διαβαίνει να μας βάλη το σύνορο.

Αφού γράψαμε τα όσα συνέβησαν, πήγαμε και τα δυο τα χωριά, πήραμε και τον Χατζή αγά με άλλους τούρκους και τον Κύριο Παρτάλη και διαβήκαμε στο σύνορο με το Ευαγγέλιο και το πατήσαμε το σύνορο όλο και, να όπου βάνομε το σύνορο στον Νέγκρο στην Αλατισιά, απ’ εκεί και πέρα στου Σταμούλη το χωράφι στην κορφή, απ’ εκεί στην τρύπα, δεκαοχτώ πιθαμές πάνω από την τρύπα, απ’ εκεί από κάτω στον πάτο στο χωράφι του Κύριου Στράτη, στη σκρίκα, απ’ εκεί και πέρα στου Κατζουγιάννη την καλύβα στον πάτο στο τσουμπάρι, απ’ εκεί τον ανήφορο στου Κώτσια Σκεύη το χωράφι στην άκραν στο τσουμπάρι, και τον ανήφορο στη γούρα όπου γίνεται η μονή, τον ανήφορο στα δυο κριπούνια τα μεγάλα όπου γίνεται η μονή, και τον ανήφορο στο τσουμπάρι, και δίπλα πέρα στην κορυφή στο χωράφι του Γιάννη Σταμούλη και στον Αγιλιά.

Απ’ εκεί και πέρα είναι Δροβιανίτικο, απ’ εκεί και πάνω είναι Λεσινιτσιώτικο, και το πούσι όπου πίνουνε νερόν τα πρόβατα.

Αν, οι Δροβιανίτες μας δώσουν λόγγο να βοσκήσομε τα πρόβατα, τα γίδια και τα πράματά μας (υποζύγια), εμείς οι Απάνω Λεσινιτσιώτες να τους αφήσομε κι εμείς να ποτίσουν όλα τα ζώα τους στο πούσι. Και το νερό στο πούσι είναι των Απάνω Λεσινιτσιωτών, δεν έχουν να κάνουν οι Δροβιανίτες.

Και με το ραζιλίκη[3] μας εγράψαμεν την ομολογίαν εις όλα τα Ήπωρα[4] (;) σε τούτο απάνω να σταθούνε τα σύνορα ως το τέλος. Σημειώσαμε και τους μάρτυρες για να βεβαιώνεται η αλήθεια και με απόφαση.

Έπονται οι υπογραφές με αραβικούς χαρακτήρες, οι οποίες κατά την πιστή μετάφραση είναι οι εξής:

Ντελβιναλή (Οι Δελβινιώτες):

Ομέρ αγάς
Χασάν αγάς
Χατζή Τζαφέραγας
Χουσεϊν Αλή αγάς
Νταούτ Σιαμέτ-αγάς
Μουλά Χουσεϊν Ιμάμης
Αλιζότ αγά Νταούτ
Μαρουσλή Μουλά Σουλεϊμάν

 1215 (Έτος Εγείρας[5]) Αύγουστος ραζιλίκη».

Ο Αλής βλέποντας να ματαιώνονται τα σχέδιά του από τις ενέργειες του φίλου του, παπά Δημήτρη και, απελπισμένος πια, αναγκάστηκε να καταφύγει στη δύναμη των όπλων.

Εξόπλισε γύρω στους 300 Τουρκαλβανούς υπό την αρχηγία κάποιου έμπειρου οπλαρχηγού, ονομαζόμενου Γιακούπη, και τους ξαπέστειλε ενάντια στη Δρόβιανη και τη Λεσινίτσα, με σκοπό να υποτάξει τα χωριά αυτά δια της βίας.

Ο οπλαρχηγός της Λεσινίτσας Κώτσιας Κυριάζος, πληροφορημένος έγκαιρα για την κίνηση αυτή, για να αντιμετωπίσει τον εχθρό που εφορμούσε, έπιασε με τους άντρες του τα χαρακώματα στη θέση «Λίσβα». Προηγουμένως, για καλύτερη ασφάλεια, είχε συγκεντρώσει στη Λεσινίτσα και τα γυναικόπαιδα της Δρόβιανης[6].

Όμως, επειδή δεν διέθετε αρκετούς άντρες να τους τοποθετήσει σε όλα τα επίμαχα σημεία, στα περισσότερα απ’ αυτά άναψε φωτιές, για να νομίζει ο εχθρός ότι φρουρούνται κι αυτά κι έτσι να μην αναλάβει ενδεχόμενη εισβολή από τα σημεία αυτά.

Ο Γιακούπης, είτε επειδή ήθελε να αποφύγει τη σύρραξη και την αιματοχυσία, είτε επειδή ήθελε να τερματίσει όσο πιο γρήγορα το καθήκον του, προσπάθησε να πείσει φιλικά τον Κώτσια Κυριάζο να υποχωρήσει κι ότι κάθε απόπειρα αντίστασης ήταν μάταιη και καταστρεπτική.

Ο Κώτσια Κυριάζος, αποφασισμένος να μην έρθει σε κανέναν συμβιβασμό, όχι μόνο απέρριψε ασυζητητί τις προτάσεις του Γιακούπη, αλλά την επόμενη νύχτα, ξεκίνησε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του σώματός του, που είχε στρατοπεδεύσει στο χωριό Κρα.

Οι Τουρκαλβανοί του Γιακούπη, που κοιμούνταν ανύποπτοι στα σπίτια του γειτονικού χωριού και δεν ανέμεναν μια τέτοια έφοδο, καταλήφθηκαν από πανικό και τράπηκαν σε άταχτη φυγή, αφήνοντας στον τόπο της συμπλοκής νεκρούς, πυρομαχικά και διάφορα λάφυρα, που αναμφίβολα είχαν αρπάξει από τα διάφορα ελληνικά χωριά, από τα οποία πέρασαν.

Τα λάφυρα διανεμήθηκαν ανάμεσα στα παλικάρια του Κώτσια Κυριάζου. Κατά τη διανομή, τα καλύτερα αφιερώθηκαν στις δύο μονές της Λεσινίτσας, Αγελάστου και Γερμανού. Ένα καζάνι από τα εν λόγω λάφυρα σώζεται στη Μονή Γερμανού.

Λόγω της συμπλοκής, το χωριό Κρα ερημώθηκε και οι κάτοικοι, φοβούμενοι νέα σύρραξη, χειρότερη από την πρώτη, διασκορπίστηκαν στα γύρω χωριά και δεν επανήλθαν. Αργότερα, κατοικήθηκε ξανά από Λεσιτσινούς.            

Η λαϊκή μούσα τραγούδησε ως εξής τα επινίκια τούτου του αγώνα:

1.

Δεν είναι σύκα να τα φας,
νεράντζια να τα ζύψεις,
είναι παιδιά Λεσιτσινά,
γερόντοι Δροβιανίτες,
που πάνουνε στην Πόλη
μες το βασιλιά,
φέρνουν φερμάνια, φέρνουν,
φέρνουν μπουγιουρντιά.

2.

Τα μπουγιουρντιά εστρώσανε
κάτω στις παλιοκούλες
κι απέρασε τ’ ασκέρι
από το σκαλοδρόμι.

 3.

Κώτσια Κυριάζος φώναξε
τον πρώτο τ’ ασκεριού:
-Γιακούπη, στάσου μια στιγμή
να σε κεράσομε κρασί.
Κι εκείνος απ’ το φόβο του
κατέβηκε στην Άρμη,
τι βρέθηκεν η Δρόβιανη
χωριό της Βαλιδές
και τιμάρι της Αϊσές.

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι μας πληροφορεί πρώτον ότι στον κοινό τούτο αγώνα η μεν Λεσινίτσα προσέφερε «παιδιά» (παλικαριά), η δε Δρόβιανη «γερόντους» (φρόνηση). Δεύτερον, ότι εγκαίρως οι «δροβιανίτες γέροντες» κατόρθωσαν να προσκομίσουν τα απαιτούμενα φερμάνια και μπουγιουρντιά από την Πόλη, μολονότι δια ξηράς απείχε «40 κονάκια τόπο» δηλαδή 40 μέρες και νύχτες, ακριβώς. Τα μπουγιουρντιά αυτά «εστρώσανε κάτω στις παλιοκούλες» δηλαδή τα έδειξαν στον Γιακούπη κατά τις διαπραγματεύσεις, που έγιναν εκεί για να εκκενώσουν τη Δρόβιανη, η οποία, εντωμεταξύ, είχε καταληφθεί από το ασκέρι του Γιακούπη και για την ανακατάληψή της διεξήχθηκαν και μάχες γύρω από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων Δρόβιανης.

Τρίτο, ότι ο Γιακούπης υποχώρησε ντροπιασμένος, γι’ αυτό και προσκαλείται ειρωνικά από τον αντίπαλό του Κώτσια Κυριάζο «Γιακούπη, στάσου μια στιγμή, να σε κεράσομε κρασί».

Και τέταρτο, ότι η μεν Δρόβιανη, από την οποία ζητούσαν γη και ύδωρ, επικαλέστηκε την προστασία της Βαλιδές και της πριγκίπισσας Αϊσές, την οποία (σ.σ. προστασία) εξαγόραζε αντί του ποσού που ανέρχονταν στις 50.000 άσπρων, η δε Λεσινίτσα, από την οποία ζητούσαν την ίδια την εθνική και χριστιανική της συνείδηση, στηρίχθηκε στα παιδιά της.

Λέγεται ότι ένας από τους κρυφούς πόθους του Αλή, για ενδεχόμενη οριστική υποταγή των χωριών Δρόβιανη και Δελβινακίου του Πωγωνίου, ήταν να διατάξει υποχρεωτικά συνοικέσια (σ.σ. γάμους) μεταξύ ανδρών από τη Δρόβιανη και γυναικών από το Δελβινάκι, για να προκύψει διαλεκτό γένος. Φαίνεται, ήταν θαυμαστής των ανδρών της Δρόβιανης και των ωραίων γυναικών του Δελβινακίου. Όμως, απέτυχε κι αυτός, όπως κι οι άλλοι.

Παραμένει ανεξήγητο το πώς ο Αλή Πασάς, παρά τον άγριο και εκδικητικό του χαρακτήρα, ουδέποτε επεχείρησε να αποπλύνει την προσβολή που έπαθε μπροστά στο ασκέρι του. Μήπως τον συγκράτησε το καθεστώς της προστασίας (σ.σ. του χωριού) από τη Βαλιδέ Σουλτάνα; Μήπως τον είχε απορροφήσει η εκστρατεία κατά του Σουλίου με σκοπό να αποδεσμευτεί από το Σουλτάνο;

Ενώ ο κίνδυνος από τον Αλή πασά, μετά την εξόντωσή του, πέρασε, οι μπέηδες και οι αγάδες του Δελβίνου, παραβιάζοντας την συμφωνία, ζητούσαν από τους Λεσιτσινούς και τους Δροβιανίτες αποζημίωση για τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά, που προσφέρανε κατά τον κοινό αγώνα και τον αποκλεισμό, που επακολούθησε, η οποία αποζημίωση ανέρχονταν σε χιλιάδες γρόσια. Τα δυο χωριά, όμως, επικαλούμενα τις συμφωνίες, αρνούνταν. Έτσι, επακολούθησε μεταξύ τους νέος αγώνας, σκληρότερος από τον πρώτο, τον οποίο και περιγράφουμε πιο κάτω.   

Βασίλειος Γ. Μπαράς

  Μεταφορά στη δημοτική: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

 

[1] Σημ. Το έγγραφο τούτο δημοσιεύθηκε πρώτα από τον Β. Γ. Μπαρά στο υπ’ αριθ. 203 της 15-ης Μαρτίου 1907 της εφημερίδας «Ο Πύρρος», που εκδίδεται στην Αθήνα.

[2] Ζαντές = αρσενικός απόγονος, γιος

[3] Ραζιλίκησυμφωνία, ραζής (<razi) = σύμφωνος, ευχαριτημένος, ικανοποιημένος  

[4] Δέντρα (;)

[5] Το χρονολογικό έτος σύμφωνα με το ισλαμικό ημερολόγιο

[6] Βλ. εφημερίδα «Πατρίδα» Αθηνών αρ. φύλλου 4817 του 1907

 

Φωτογραφία άρθρου: Δημήτρης Μπάμπουλης
(άποψη της Άνω Λεσινίτσας)
Πηγή: https://www.facebook.com/groups/270220999667285/

 

 

 

 

 

Share on Facebook57Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση