ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ…

Ποιήματα του Γιάννη Λίλλη από την μοναδική ποιητική συλλογή του «Πνιγμένοι Καημοί» που εκδόθηκε στην Κέρκυρα το έτος 1945.

 

Αποσπάσματα από τον πρόλογο:

%cf%80%ce%bd%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%b7%ce%bc%ce%bf%ce%afΠαραδίνω σήμερα στη δημοσιότητα το μικρό αυτό βιβλιαράκι. Το συνοδεύω με τις φτωχές τούτες σημειώσεις, όχι για να μην αποφύγω μια συνήθεια, αλλά γιατί τα βιαστικά αυτά κομμάτια – δεν έχω το θάρρος να τα αποκαλέσω ποιήματα, γιατί κάθε γραπτό αραδιασμένο και πειθαρχημένο στη μορφή του στίχου, δεν θα πει πως είναι και ποίημα – τα νιώθω τόσο γυμνά και απροστάτευτα, τόσο ορφανά, χωρίς τη συντροφιά των απλών αυτών γραμμών.

Δεν είμαι ποιητής. Είναι τα μόνα τραγούδια που έχω γράψει στη ζωή μου και μια που αυτά πηγάζουν από έναν τέτοιο πατέρα δεν έχουν καμιά απαίτηση κι ούτε ζητούνε «θέση» στη λάγαρη ατμόσφαιρα του άδολου ποιητικού λόγου. Τα συσταίνω έτσι απλά με τη δειλία και τη συγκρατημένη γνήσια ευγένεια του καλλιτέχνη, του καλλιτέχνη που γνώρισε ως τώρα για καταφύγιο και για μόνιμη ικανοποίηση τον εσωτερικό κόσμο του και για σίγουρη αφετηρία τον αυτοέλεγχο.

(…)

Μ’ όλο που τα θέματά μου είναι ολότελα πατριωτικά και σαν τέτοια δεν θα ξέφευγαν εύκολα απ’ τον επικό τόνο, προσπάθησα να τα κρατήσω μακριά απ’ τη ρομαντική ρητορικότητα. Και μ’ όλη τους την αφηγηματικότητα – εδώ εκεί – για να τα γλιτώσω από την κατηγόρια της προχειρότητας, τα έντυσα με το απαραίτητο λυρικό χρώμα και με την επαναστατική διάθεση που κατέχει ολόκληρο αυτό το λαό, ειδικά τις τωρινές στιγμές που διαβαίνουμε.

Δεν ξέρω κατά πόσο πέτυχα.

Κάνω σήμερα την αρχή, γράφοντας κάτι για τη Βόρειο Ήπειρο κι ας μην αγκάλιασα όλη την ψυχή της – θα ’πρεπε να με κυριεύει μεγάλη περηφάνια κι ακατανόητη φιλοδοξία να το πιστέψω αυτό τόσο γρήγορα. Άλλοι, πιο άξιοι ας μπουν μέσα της, ας τη νιώσουν βαθιά κι ας την εκφράσουν μ’ όλο της τον ψυχικό πλούτο. Και θα ’μαι εγώ ο πρώτος που με τη φτωχή πένα μου θα εξυψώσω κει που ταιριάζει το διαλεχτό τους έργο.

Κέρκυρα, αρχές Φλεβάρη 1945                                                                                                                  ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΛΛΗΣ

 

 

ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ

Ι

Χρόνια τώρα. Πόσα χρόνια πέρασαν, αλήθεια,
που γυρίζουνε σκιές στους δρόμους σκεβρωμένοι.
Πόσα χρόνια που δεν γνώρισαν ποτέ την περηφάνια
της φυλής τους. Έρμοι ζούνε, χρόνια ξεχασμένοι,
ζουν αιώνες στην ορφάνια.
Άσβηστη κληρονομιά η σκλαβιά, μια βαριά συνήθεια.

Άχτια και χαρές πνιχτές από μια γενιά στην άλλη
παραδίνονται με δέος κάποιο βράδυ, κάποιο πρωινό.
Κι ο μικρός σαν χτες σαν πέρσι θα ρωτήσει απόψε, πάππο,
πες μου πάππο κι άλλα πριν η κούραση σε πάρει,
δεν θυμάσαι που σταμάτησες εχτές την ιστορία;
…Ήταν μου’ πες κάποιο παλληκάρι, κάποιος Καραλής
που πολέμαγε τους Τούρκους. Πάππο, τ’ είν’ η αγγαρεία,
τ’ είν’ ο μπάρμπα Θεμελής,
οι αγάδες ειν’ ανθρώποι; Τι μας παίρνουνε το στάρι;

Και περνούν, περνούν τα χρόνια, ίδια χτες, ίδια προχτές,
ο μικρός έγινε γέρος και τ’ αγγόνι τον ρωτάει:
Πες μου, πάππο, πες μου κι άλλα. Τ’ είναι κείνος ο τζαντάρης
που δεν ξέρει να μιλήσει; Στο χωριό μας τι ζητάει;
Τ’ είναι ακόμα ο ταξιντάρης;

Έρμοι οι δρόμοι, κόλαση είν’ ο κάμπος κι οι καρδιές πάντα κλειστές.

ΙΙ

Ίδια χτες, ίδια μεθαύριο. Τι κι αν ήρθε άλλη γενιά;
Χρόνια οργώνει το χωράφι, χρόνια το θερίζει
προκοπή καμιά.

Πάλε απόψε ο γέρος θα γυρίσει αργά.
Α, κι αυτή η ζωή, να δουλεύεις χρόνια σκλάβος, χρόνια…
Κι η ιστορία του παιδιού θα συνεχίζει: «Πάππο,
πες μου, ο πατέρας γιατί πήγε στην Αμερική;
Τόσα χρόνια γιατί μένει εκεί;

Πέσανε τα φύλλα απ’ τα δεντριά, τρυγηθήκαν οι καρποί,
ήρθαν, φύγαν τόσα καλοκαίρια κι η παλιά ιστορία
συνεχίζει. Έχει τόσα ακόμα ο γέρος, για να πει.

…Χάραξαν καινούργιες ώρες, μέρεψαν σιγά οι στιγμές,
στη γαλάζια χώρα άνθισε η παλληκαριά η παλιά.
Στη γωνιά τη σκλάβα
κει που μέθαγε από χρόνια η νέκρα, χρόνια η σιγαλιά
άπλωσε η καινούργια δόξα του Ιβάν και του Μοράβα.
Και στην ξεχασμένη χώρα τραγουδούν τη λευτεριά τους
με χαρές και με βιολιά.

Άστραψε, έλαμψε, έσβησε. Πιο πυκνό το παλιό σκοτάδι
φώλιασε για πάντα τώρα στα γνωστά του τα λημέρια…
Και σαν πρώτα ο μικρός θα ρωτήσει πάλε βράδυ:
«Πες μου πάππο πες μου ακόμα, τι σου τρέμουνε τα χέρια;
Θα ’ρθουν πάλε αυτοί, παππού μου; Μα εσύ πάππο κλαις!

Θα ’ρθουν, θα ’ρθουν γρήγορα, παιδί μου…
«Πάππο, ακόμα δεν ετέλειωσε η παλιά ιστορία;
Πάππο, πόσα χρόνια ακόμα, θα τη λες;

 

Ω ΔΡΟΠΟΛΗ

Στην αγαπημένη μου αδερφή Ευανθία

Να σ’ αντικρίζω ω Δρόπολη στη λύπη χαμογελαστή
με τα ζευγαρωτά λευκά χωριά σου.
Όλο δροσιά γλυκιά ανάερη ερμητικά κλειστή
στα αμάραντα προγονικά όνειρά σου.

Να σε χαϊδεύει ο ήλιος το πρωί, με παρηγόρια
ουράνια, στο φως να σε τυλίγει·
γαλάζια Δρόπολη γλυκιά, βουβή στη στεναχώρια
χώρα γεμάτη φως γεμάτη ρίγη.

Κι αλήθεια. Γέροι να σέρνουν το χορό την Κυριακή
και νύφες νιες, κορμιά στητά, τη μέση να λυγούνε.
Να τραγουδούν οι κοπελιές –με τι παράπονο γλυκύ-
και στα πεζούλια γριές τα περασμένα να ιστορούνε.

Λεβεντοπαίδια οι άντρες σου τον κάμπο να στολίζουν
με τη γερή μορφή και τα κορμιά τα μεστωμένα
αγέλαστοι τ’ απόβραδο στη χώρα να γυρίζουν
όλο θυμό στη μοίρα σου, γυρτοί στα περασμένα.

Να σ’ αντικρίζω  πάντα ω Δρόπολη και τη μορφή σου
να μην τη χάνουνε ποτέ τα μάτια ούτε κι η σκέψη.
– Αθάνατε λαέ, οι πόθοι και οι καημοί οι κρυφοί σου,
τι νίκη! – αιώνες τώρα τη λήθη έχουν παλέψει.

 

 Η ΣΚΛΑΒΑ

            Μωρή Δροπολίτισσα μωρ’ καϋμένη
                                                    Δημοτικό τραγούδι

Τη στολίσαν τα τραγούδια, την επαίνεσαν οι ξένοι
(κάτασπρο φοράει φουστάνι, κεντητή ποδιά),
κάποια Κυριακή την είδαν γιορτινά ντυμένη.
-Ποιος τη ρώτησε κι απόψε πως επέρασε η βραδιά;
(άσπρη φορεσιά φορούσε νύφη πλουμισμένη).

…Πα στον κάμπο σβήνει η νύχτα, στο βουνό χαράζει τ’ αστέρι
-Έλα Μάρω στο πηγάδι, Μάρω πάμε για νερό.
(Ζύμωνε, έκλωθε όλη νύχτα, είχε εψές πάλι νυχτέρι)
-Καρτερείτε με αδερφούλες για να ζαλωθώ.
Και παρακαλάει τ’ αστέρι, τον καλό της να της φέρει.

Στις κορφές ζυγώνει ο ήλιος. Παίρνει πάλε το δρεπάνι,
πάλε φέτο να θερίσει τα χωράφια του αγά.
(Πότε θα ’ρθει ο σύντροφός της, χρόνια ξενιτιά τι κάνει;)
Θε μου, θα γυρίσει μόνη, θα γυρίσει πάλε αργά.
-Γιατί την κυττάζουν  έτσι, τι του φταίει του αγά;

Την υψώσαν τα τραγούδια, την εζήλεψαν οι ξένοι
της εχάρισε η σκλαβιά χίλιες πίκρες για στολίδια,
πιστή πάντα χρόνια τώρα τον καλό της περιμένει.

Είναι ατέλειωτοί σου οι πόνοι, του καλού σου τα ταξίδια,
μωρή Δεροπολίτισσα, μωρ’ καϋμένη.

 

Πνιγμένοι Καημοί (Βορειοηπειρωτικοί αντίλαλοι) Κέρκυρα 1945

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου: 1917. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ – ΑΓΙΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ
ΣΤΟΥΣ ΓΕΩΡΓΟΥΤΣΑΤΕΣ. ΔΕΞΙΑ ΦΕΥΓΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟ
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού Γαλλίας.

 

 

 

 

 

Share on Facebook5Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση