ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΝΩΑ ΛΑΠΠΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ»

Κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1880 ο Μίνως Λάππας εμφανίζεται στον Αθηναϊκό τύπο με μια σειρά κριτικών για βιβλία που άπτονται του γνωστικού του πεδίου. Τα άρθρα αυτά, όπως και κείμενα άλλου ενδιαφέροντος που δημοσιεύονται την εν λόγω περίοδο, υπογράφονται με το αρχικό Μ. (από την μέχρι τώρα έρευνα προκύπτει πως η υιοθέτηση του ψευδώνυμου Ραδάμανθυς εκ μέρους του, γίνεται περίπου κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1890).

Η παρούσα ανάρτηση μπορεί να χρησιμεύσει ως μια πρώτη επαφή του αναγνώστη με το επίπεδο της κατάρτισης του Λάππα όσον αφορά την φιλοσοφία, την οποία σπούδασε σε Γερμανία και Αγγλία, με μερικές απόψεις του περί της «βαρύτατης των επιστημών» και φυσικά για την κριτική και πως αυτή πρέπει να ασκείται. Θα ήταν ευχής έργον αν από το φετινό μας αφιέρωμα στον δροβιανίτη λόγιο, προέκυπταν κάποια εξειδικευμένα κείμενα ή μελέτες που να τον εξετάζουν ως καθηγητή της ιστορίας, κάτοχο ευρείας φιλοσοφικής μόρφωσης (κατά τον Παλαμά), μελετητή φιλολογικών θεμάτων, κριτικό, χρήστη της «κρυσταλλοειδούς ημών γλώσσης» (!) κτλ.

Επίσης όμως, φρονούμε πως είναι σημαντική για μια αναφορά που αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της ταύτισης του Λάππα με τον περιβόητο Μ., ο οποίος γράφει για τον Βιζυηνό, «στιχομαχεί» με τον Σουρή και συγκρούεται με πολιτικούς αντιπάλους στις εφημερίδες της εποχής! Η συγκεκριμένη κριτική για το βιβλίο του Μαργαρίτη Ευαγγελίδη Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αιών το 1885, συμπεριλήφθηκε από τον Ευαγγελίδη τρία χρόνια αργότερα (1888), στο βιβλίο Λόγος εισιτήριος εις την Ιστορίαν της Φιλοσοφίας ανάμεσα σε άλλα κείμενα «επαινετικά» για την «Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως». Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται ρητά πως η κριτική στον Αιώνα (εν τω «Αιώνι») την 1.5.1885 (που υπογράφεται με το αρχικό Μ.) συντάχτηκε από τον Μίνωα Λάππα.

 

Η φιλοσοφία

Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως. Τεύχος Α’. Επί υφηγεσία διατριβή υπό Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ – Εν Αθήναις 1885

 

Για κάθε έργο, όπως είναι γνωστό, υπάρχουν και εφαρμόζονται συνήθως δύο είδη κριτικής, η λεγόμενη θετική, κατά την οποία ο κρίνων παρατηρεί, εξετάζει και εξαίρει όσα άξια λόγου και μνείας υπάρχουν γενικά σ’ αυτό, και η αρνητική, δια της οποίας φανερώνονται και κατά κάποιο τρόπο συλλέγονται σαν αγκάθια τα ελλιπή και ημαρτημένα που είναι αδύνατον να αγνοηθούν. Ποια είναι άραγε η ορθή, η ωφέλιμη, η δίκαιη, η προτιμότερη εν τέλει; Η απάντηση είναι απλή και εύκολη. Η κριτική δεν διαφέρει από τα όργανα, των οποίων η χρήση και η αξία ρυθμίζονται από τον σκοπό, από τη φύση του ζητούμενου και από διάφορους άλλους λόγους, στην πρόθεση και την προαίρεση του κρίνοντος. Ομολογούμε, ότι και οι δύο, όταν ασκούνται σωστά, παρέχουν αγαθούς καρπούς και είναι εξίσου αναγκαίες. Αλλά σε μας, που (είμαστε) μικροί ακόμη και πεζοί αναγκαζόμαστε να τρέχουμε «ιδρώτι και δάκρυσι περιρρεόμενοι» δίπλα στο λύδιο άρμα[1] των γιγαντιαίων Φράγκων, το καθετί δειλό και αρνητικό μας φαίνεται ανασταλτικό του καλού και αναξιοπρεπές. Η αναιρούσα και η ακανθολόγος κριτική, η περιδεής και δειλή προπάντων μπροστά στην γερμανική κολοσσουργία, εκείνη που φωνάζει κατά τον Αισχύλο:

Τοιώδε ανδρί τις ξυμβήσεται;
τιν’ αντιτάξω τώδε; τις φερέγγυος;[2]

αυτή η κριτική, λέγουμε, δεν μπορεί να μας χρησιμεύσει σε τίποτα αγαθό και χρήσιμο. Ίσως ωφελεί ενίοτε τους κρινόμενους και εξασφαλίζει φήμη σ’ αυτούς που την μεταχειρίζονται με τέχνη και δικαιοσύνη. Αλλά η άρνηση είναι πάντα άρνηση, πασιφανής στείρωση και αμαύρωση, από την οποία προτιμότερη είναι ίσως η εχεμύθεια του ποιητή και η σιγή:

Le silence est seul grand; tout le reste est faiblesse,[3]

όταν τουλάχιστον το προσαγόμενο δεν φαίνεται να είναι τέκνο της έπαρσης, η δε αξίωση του γεννήτορα δεν είναι υπερφίαλη και ανόητη.

Προτιμώντας έτσι την θετική καλουμένη κριτική, δεν περιφρονούμε την άλλη, ούτε εθελοτυφλούμε για τα ελλείμματα και τα σφάλματα του έργου, το οποίο γίνεται εδώ υποκείμενο του λόγου και του ελέγχου μας. Ο συγγραφέας της Ιστορίας της γνώσεως είναι νεαρότατος ακόμα τρόφιμος της βαρύτατης των επιστημών που φέρει την αόριστη αλλά συνάμα περιληπτικότατη ονομασία φιλοσοφία. Η πριν από δύο ήδη χρόνια στα γερμανικά εκδοθείσα πραγματεία του, περί του ονομαστού επισκόπου Νεμέσιου (450 μ. Χρ.), μέσω της οποίας έτυχε επίζηλου διδακτορικού διπλώματος στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, τεκμηρίωσε επαρκώς την αξιόλογη ακαδημαϊκή του μάθηση. Αλλά πλην τούτου η φιλοδοξία και η αξίωση του κ. Ευαγγελίδη δεν είναι υπερβολική και άτοπη. Ποθώντας στίβο ικανό και πρόσφορο προς τις  σπουδές του, συνέταξε το πρώτο αυτό μέρος της ελληνικής φιλοσοφίας, για να την διδάξει ως υφηγητής στο εθνικό μας Πανεπιστήμιο από το οποίο ζητάει σήμερα την ψήφο και την έγκριση. Κατά τον τρόπο και την μέθοδο των πολλών, θα μπορούσε και αυτός, αντί του σύνθετου και δύσκολου έργου, που επιχείρησε, να συναρμόσει μια απλή μονοδιάστατη διατριβή, που θα τον καταδείξει ως ικανό για οποιαδήποτε έδρα επιδιώκει με ζήλο και φιλοτιμία.  «Αρχιτεκτονικώτερος» όμως απ’ αυτούς και πρόθυμος να πιστώσει την μάθηση και την ικανότητά του όχι με το «νύχι της παροιμίας αλλά τρόπον τινά με ολόκληρο το κύτος»[4] (;), παρουσίασε κάποια κύρια κεφάλαια του συνόλου, που άστοχα ονομάζει στον τίτλο διατριβή. Είναι τα κεφάλαια αυτά επαρκή τεκμήρια της παίδευσης του περί την επιστήμη την οποία φιλοτιμείται να μεταδώσει από σεμνό μεν και περιζήτητο, άκαρπο δε μέχρι τώρα και δύσμοιρο θρόνο;

Η Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως, όπως τιτλοφόρησε το έργο του ο συγγραφέας, είναι η ίδια η ιστορία της φιλοσοφίας. Ποια άλλη είναι η πρώτη και τελευταία ιδέα της φιλοσοφίας, η αρχή της και ο σκοπός -όπως και κάθε άλλης επιστήμης γενικά- αν όχι η γνώση; Σε εξαιρετικό και ενθουσιαστικό πρόλογο ο συγγραφέας εξαίρει την πράγματι, ένθεη ανάγκη του ανθρώπου για τη γνώση και κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου, και παραλείπει μεν να την ορίσει, όπως θα όφειλε, αλλά καταδεικνύει αρκούντως την χρησιμότητά της, την αξία και τον αιώνιο πόθο μας γι’ αυτήν. Κάθε άνθρωπος παντού στη γη, αμέσως μόλις εκπλήρωσε τις πρώτες και απαραίτητες φυσικές του ανάγκες, απαλλάχτηκε από την κτηνώδη και βάρβαρη αθλιότητα του, κυνήγησε με δίψα το μυστήριο της αλήθειας και όπως ο Φάουστ στη σκηνή, χτύπησε με ευπιστία και ορμή την πόρτα της θελκτικής γνώσης.

Κανένας όμως λαός δεν κυριαρχήθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό από τον πόθο της αλήθειας και ανακάλυψε εύστοχα την οδό της, όσο ο ελληνικός. Πριν απ’ αυτόν, όλοι διατελούσαν μεθυσμένοι από τους μύθους και κατά κάποιο τρόπο ήταν υποζύγια που έσερναν το άρμα της σκοτεινής δουλείας και των άκριτων παραδόσεων. Η φιλοσοφία, και ως λέξη και ως νόηση, δηλαδή η ελεύθερη εξέταση των όντων και των αιτίων, βγήκε αναντίρρητα από το κεφάλι του ελληνικού λαού και είναι γνήσιο φυτό του ελληνικού ουρανού. Αλλά δεν αναπήδησε πάνοπλη σαν η Παλλάδα από την θεία κορυφή. Πριν να εξελιχθεί σε επιστήμη, πέρασε τρόπον τινά δύο στάδια τα οποία διακρίνουμε καθαρά στην αρχαιότατη ελληνική ποίηση. Πρώτον, το της μυθολογίας κι έπειτα το στάδιο της απλής σκέψης. Πράγματι, ο κάθε μύθος είναι έμψυχο τεκμήριο, ότι η διάνοια του λαού δεν έμεινε αδρανής και δεν αποδέχονταν τα γεμάτα ασάφεια, αντινομίες και ανωμαλίες φαινόμενα που εκτυλίσσονταν μπροστά του. Λυπούμαστε και απορούμε για το ότι ο συγγραφέας του προκείμενου έργου απέφυγε να εξετάσει τις ρίζες και τα προοίμια αυτά της επιστημονικής γνώσης -γεγονός που θα ήταν ταιριαστό για το κύρος του- και να δείξει τουλάχιστον ακροθιγώς τους πρόδρομους αστέρες του αργά ανατέλλοντος ηλίου στην φιλοσοφία.

Ορθά και σκόπιμα τοποθετεί στην αρχή του ιστορικού μέρους της πραγματείας του δύο χρήσιμα κεφάλαια περί του χαρακτήρα της δογματικής κριτικής διανοήσεως, και περί της θεωρίας της γνώσεως εν τη προ του Σωκράτους φιλοσοφία, μέσω των οποίων ο αναγνώστης οδηγείται οπωσδήποτε στην κατανόηση των επομένων. Δεν θα ήταν άσκοπο κατά τη γνώμη μας, αν ο συγγραφέας καταπιάνονταν με μεγαλύτερη ακρίβεια, με το μεταφυσικό ζήτημα της γνώσης και φώτιζε την έννοια του (ζητήματος αυτού) και τα μεγάλα συστήματα της πραγματολογίας (Realismus) και της ιδεολογίας (Idealismus) που απορρέουν απ’ αυτό. Δεν διανοούμαστε να ψέξουμε την έλλειψη. Σε καμία περίπτωση. Σεβόμαστε την φειδωλή του γλώσσα και αποδεχόμαστε πρόθυμα ως επαρκή τα υπάρχοντα, όταν αυτά είναι μάλιστα υγιή, εύληπτα και διδακτικά.

Πράγματι, τέτοιες αρετές βρίσκουμε «εν τη φιλοσόφω» αυτή ιστορία της γνωστικής θεωρίας. Ο συγγραφέας είχε μεν, όπως είναι λογικό, στη διάθεση του το μέγα μνημείο της σοφίας του Γερμανού διδασκάλου του Ε. Τσέλλερ[5], στον οποίο αφιερώνει φιλόστοργα την απαρχή αυτή των μόχθων του, αλλά άντλησε και από τις πρώτες ελληνικές πηγές. Τις κατανοεί με φιλολογική ακρίβεια, περιγράφει τα συστήματα με σαφήνεια και παρέχει μεθοδικά μια ευκρινή εικόνα των θεωριών, της φυσικής διαδοχής και της αναπτύξεώς τους. Ο προκείμενος τόμος λήγει στην αρχή της σωκρατικής φιλοσοφίας, η οποία θα αποτελέσει το πρώτο κεφάλαιο του επομένου. Εάν το έργο τύχει δεύτερης έκδοσης, προτρέπουμε τον φιλότιμο συγγραφέα να πραγματευτεί εκτενέστερα τα των Πυθαγορείων κυρίως και των σοφιστών, να αποφεύγει μάταιες συζητήσεις όπως εκείνη στη σελίδα 65, να μη μεταφέρει από ξένα λεξικά λέξεις που έχουν διαφορετική σημασία σε μας, να διαγράψει κάποιες αδόκιμες ή ανύπαρκτες λέξεις και μερικές φράσεις αφόρητες στην κρυσταλλοειδή γλώσσα μας, όπως εξαντικειμένωσις, χρωματισμός πολέμου, διηρθρωμέναι νύξεις, αρμονούσα κτλ. Η παραίνεσή μας δεν είναι μόνο φιλική, αλλά και εύκολη. Θα μπορούσε ανεμπόδιστα να γίνει δεκτή από τον συγγραφέα, διότι φαίνεται να έχει ικανή εμπειρία και γνώση της ελληνικής γλώσσας, της οποίας το κάλλος προφανώς αισθάνεται. Ανακάλυψε στους άριστους λογογράφους τον εξαίσιο πλούτο και μπορεί με προσοχή να προσαγάγει στο φως επίζηλα και γενναία δείγματα.  

Μ. (Μίνως Λάππας), Αιών, 1.5.1885 και Μ. Ευαγγελίδου, Λόγος εισιτήριος εις την Ιστορίαν της Φιλοσοφίας, σσ. 31-33

Μεταφορά στη δημοτική Ν. Θαλασσινός

 

 

[1] Πίνδαρ., άποσπ. 206, «παρά Λύδιον άρμα πεζός οίχνέων» (Ελεύθερη μτφρ: να περπατάς πεζός δίπλα σε Λύδιο άρμα) Φράση που υποδηλώνει τον πλούτο και την πολυτέλεια των Λυδών.

[2] Αισχ., Επτά επί Θήβας, 395, 396, 435. (Ελεύθερη μτφρ: Ποιον θα στείλεις ως αντίπαλο; Ποίον θα αντιτάξεις; Ποιος είναι φερέγγυος; )

[3] H σιωπή είναι μεγαλειώδης. Όλα τα άλλα είναι αδυναμία.  Alfred de Vigny (1797-1863)

[4] «Ουχί δια του όνυχος της παροιμίας αλλά τρόπον τινά δια παντός του κύτους» (;)

[5] Eduard Zeller (1814 – 1908)

 

 

 

 

 

Share on Facebook15Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση