ΚΟΥΣΟΥΡΙΝΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ

Γράφει η Μυρένα Σερβιτζόγλου

 

Ταξιδεύω πάντοτε από Τίρανα για Ελλάδα οδικώς, και όταν περνάμε τα σύνορα ακολουθεί ένας ψυχόρμητος πανηγυρισμός. -Φτάσαμε πατρίδα, φτάσαμε πατρίδα! Ο μικρός χτυπάει με δύναμη τα χεράκια του και φωνάζει κι εκείνος: -Ήρθαμε στην γιαγιά και τον μπαμπά! Ήρθαμε και στην άλλη γιαγιά και τον παππού. Και τον θείο Ν.! Εννοείται ότι και ο σκύλος μας γαυγίζει ενθουσιασμένος.

Τη μόνη στάση που επιχειρώ καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής είναι αμέσως μετά το συνοριακό σταθμό, στο χωριό της  Κρυσταλλοπηγής πάνω στον δρόμο, μέσα σε αυτό το κλίμα νίκης, για μετρημένα λεπτά. Και κάθε φορά που πληρώνω τις σοκολάτες στην εύσωμη γυναίκα, μου λέει: -Εσύ του τάδε δεν είσαι; Δική μας, Βλάχα. Ανέκαθεν θεωρούσα εξόχως τιμητικό να σε θεωρεί οιοσδήποτε αυθωρεί και γενναιόδωρα της φυλής του, για αυτό και προσπαθώ πάντα να ανταποδώσω την ευγένεια με καμιά κουβέντα παραπάνω: -Τώρα το καλοκαίρι έχει περισσότερη δουλειά; -Τι καλοκαίρι και χειμώνα. Αν δεν περνάν τα κουσουρίνια μας, τι δουλειά να έχει. -Ποια; -Τα κουσουρίνια, τα ξαδέλφια μας. Οι Αλβανοί.

Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο έσπευσα να ρωτήσω την Σ. που με βοηθάει με το παιδί. -Κουσουρίνι είναι το ξαδέλφι, και κουσούρι, είναι τα ρέστα, απήντησε γελώντας.

Για να δεις το σύνολο, το όλο που σε περιέχει πρέπει να εξέλθεις από αυτό. Για να αποκτήσεις εικόνα και άποψη για την πατρίδα, οφείλεις να μεταναστεύσεις, να αυτο-εξοριστείς.  Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που γυρίζει κανείς ένα ρούχο τα μέσα έξω και φανερώνονται οι ραφές του, για να δει τι είναι αυτό που το ενώνει ή μπορεί να το διαλύσει. Αν σταθείς τυχερός, εκεί στα ξένα συναντάς ανθρώπους που σε εμπνέουν να δεις, να κυοφορήσεις εντός σου μία νέα, μικρή πατρίδα.

Το πρώτο που συνειδητοποιείς στην αλβανική πρωτεύουσα είναι ότι η Αλβανία δεν είναι τα Τίρανα, ότι η Αλβανία έχει σώμα, και μέρος του σώματος αυτού και πολύ οικείο είναι οι γηγενείς Έλληνες του Νότου. Τους περισσότερους τους γνωρίζει κανείς πρώιμα στην πρωτεύουσα, αλλά μόνο όταν κατηφορίσει προς τα μέρη τους και τους δει να μιλάνε και να κινούνται στον τόπο τους, τους ανα-γνωρίζει.

“Να αγαπάς αυτόν τον τόπο, αλλά όχι τους ανθρώπους του.” “Μας υπερεκτιμάς.” “Πάλι έγραψες, δεν είχες πει ότι δεν θα ξαναγράψεις;” “Είναι σαν κάποιος να σου έχει κάνει μάγια.”

Έχω πάρα πολλές φορές αναρωτηθεί, έχω καθίσει να αναλογιστώ τι είναι αυτό που συγκινεί, που συν-κινεί τόσο πολύ την ψυχή με αυτούς τους ανθρώπους, αυτά τα μέρη. Είμαι πεπεισμένη ότι θα το συλλάβω, ή θα με επισκεφτεί ως θεία επιφοίτηση μονάχα όταν πια έχω φύγει. Ό,τι όμως και αν είναι, κρύβεται λάθρα στη ζεστασιά της Ν., το γέλιο του Φ., το υπομειδίαμα του Λ., την statura του Β., την ευγένεια του κ. Παπαχρήστου, την παλικαριά της Α. Αλλά και στη νέα σοδειά, τους απείθαρχους βοστρύχους της Ε., την φιλοτιμία του Γ., την γλυκύτητα του Α., και φυσικά στον μύθο όσων ακόμη δεν έλαχε να γνωρίσω, την πένα του Ζαρμπαλά, και τη σοφία του Κυριαζάτη.

Υπάρχει το καλό και το κακό, αλλά δεν υπάρχει καλός και κακός άνθρωπος. Αριστοτελικά μιλώντας ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στις πράξεις του, φωτεινές ή σκοτεινές, ως ολότητα τις υπερβαίνει. Ντοστογιεφσκικά, ο άνθρωπος είναι ικανός να πράξει το κακό, αλλά δεν το αντέχει.

Κατά το ίδιο πνεύμα, η Νότιος Αλβανία και οι άνθρωποι της είναι ένα πράγμα, δεν μπορείς σαν τα καρύδια, να διαχωρίσεις το κέλυφος, για να γευθείς την ψίχα. Για να δανειστώ την παιδική σοφία, ο τόπος είναι οι άνθρωποι του. Οι οποίοι βέβαια με την σειρά τους είναι ο τόπος τους.

Στις 11 Ιανουαρίου τρέχοντος έτους η Δημοκρατική Ένωση Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στην Νότιο Αλβανία συμπλήρωσε 26 έτη από ιδρύσεώς της. Όσα και η αλβανική μεταπολίτευση μετά από την πτώση του καθεστώτος. Όσοι εκπροσωπούν την Ομόνοια ασκούν το έργο τους με ζεστή καρδιά, και κρύο αίμα, ψύχρ-αιμοι. Και κατέχουν ότι εκείνο για το οποίο πρέπει να μεριμνούν δεν είναι τόσο ο άλλος, όσο το άλλο, το διαφορετικό, η ετερότητα.

Ο Σπινόζα αρέσκετο να τονίζει ότι γάμος είναι η συνθήκη που σου χαρίζει την ελευθερία σου, όχι στο όνομα οιασδήποτε ελευθεριότητας, αλλά ως στήριξη και παρότρυνση προκειμένου να γίνεις ο εαυτός σου. Ο Νίτσε έγραφε ότι ο γάμος δεν διαλύεται από έλλειμμα έρωτα, αλλά λόγω ελλείμματος φιλίας. Τα ίδια συστατικά οικοδομούν καλή γειτονία ανάμεσα σε δύο αδελφά έθνη, Ελλήνων και Αλβανών. Η ελευθερία ως αποδοχή και η φιλία ως πυγμή.

Ο Κωστής Παπαγιώργης έλεγε ότι μπορεί η Ελλάδα να πολέμησε με την Αλβανία και την Τουρκία, αλλά οι Έλληνες βρίσκονται πιο κοντά ψυχικά με τους Αλβανούς και τους Τούρκους, από ό,τι με τους Σουηδούς ή τους Φινλανδούς. Ένας Έλληνας έχει πιο πολλά να πει και να αισθανθεί μαζί με έναν Αλβανό ή Τούρκο, από ό,τι με έναν Γερμανό ή Εγγλέζο.

Παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, ή μάλλον κυρίως χάριν σε αυτές, αισθάνεται κανείς μόνο τύχη και ευγνωμοσύνη που βρέθηκε, έζησε και σεργιάνισε σε τούτα τα μέρη, σε εδαφική συνέχεια με την Ελλάδα, και γνώρισε αυτούς τους ανθρώπους, κουσουρίνια Αλβανούς και αυτάδελφους Έλληνες. Αυτή άλλωστε είναι και η νουθεσία του τιμώμενου προσώπου της φετινής επετείου Σωτήρη Κυριαζάτη, που εορτάστηκε στην παγωμένη πάντοτε αίθουσα, -Γενάρηδες γαρ-, της Δερβιτσάνης Δεροπόλεως. “Να στέκεσαι και να μην διαβαίνεις”. Η προοπτική έγκειται στο να διαβάζει κανείς και να επικεντρώνεται στο θετικό, η πρόοδος βρίσκεται στο βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον.

Πηγή: fractalart.gr

 

Αφήστε μια απάντηση