ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΜΟΝΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΒΑΝΙΣΤΑ (1617)

Απόσπασμα από το άρθρο του καθηγητή Κωνσταντίνου Γιακουμή «Κριτική έκδοση επιγραφών συνεργείων από το Λινοτόπι στις περιφέρειες της ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας».

 

Καθολικό μονής Ευαγγελισμού στη Βάνιστα (1617)[1]

 

Η επιγραφή, ζωγραφισμένη με κεφαλαία και πεζά γράμματα από μαύρο χρώμα σε λευκό βάθος, βρίσκεται στο βόρειο άκρο του δυτικού τοίχου του κυρίως ναού, στη δεύτερη ζώνη τοιχογραφιών[2].

Δημοσιεύσεις: Popa 1998, σ. 228, αριθ. 542.
Απεικόνιση (Εικ. 3): Αδημοσίευτη[3].

Μεταγραφή: [Α]ν[η]γ[έ]ρ[θ]η [ό θείος και πάνσεπτος οϋτος ναός της ύπερευλ]/ωγημ[έ]νης [Δε]σπ[οίνη]ς [ήμώ]ν [Θεοτόκου και άειπαρθένου] Μα[ρ]ία[ς]…. /……….. [εύλα]βεσ[τάτου] ….…./ …………[ίερο]μ[όναχος Γρη]γόριος ηερομον[α/χος] Σιμονος [ιερομ]ονάχου:- Άρχιερα[τευόντος] του θεοφιλέστατου επισκόπ[ου] / κυρ Ματθεου Ιωα(ν)νήνον:- Ήστορίθη δ[ε] κ(αί) δια χειρός καμού του αμαρτολοϋ / Μηχαήλ εκ τη[ς] κώμης Λυνοτωπιου της Καστορίας:- ετη ΖΡΚΕ:- Ιωα(ν)νίκυος / διάκων :-

Η επιγραφή έχει αποξεσθεί κατά το μεγαλύτερο τμήμα της στους στίχους 1-5, πιθανότατα σκοπίμως, καθώς φέρει εμφανή τα σημάδια της απόξεσης. Η καταστροφή επιλεκτικών τμημάτων της επιγραφής είχε συμβεί πριν ακόμα επισκεφθεί τη μονή (στις δεκαετίες 1950-1960) ο Theofan Popa, δεδομένου ότι μετέγραψε την επιγραφή μόνο από το στίχο 6 κ.ε. Στην ανάγνωση του προτείνω μικρές αλλαγές, μη αξιοσημείωτες εδώ. Σύμφωνα λοιπόν με την επιγραφή, ο ναός ιστορήθηκε το έτος 7125 (= 1617) από το ζωγράφο Μιχαήλ από το Λινοτόπι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι στίχοι 6-7, καθώς παραδίδουν σημαντική πηγή για την εκκλησιαστική ιστορία της Ηπείρου στις αρχές του 17ου αιώνα. Επισημαίνεται κατ’ αρχήν ότι δεν μνημονεύεται στην επιγραφή ο επίσκοπος της οικείας εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της επισκοπής Δρυϊνουπόλεως, αλλά ο Ιωαννίνων, γεγονός που, εξ όσων μπορούμε να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, δεν έχει όμοιό του στις επιγραφές των εκκλησιών του αλβανικού χώρου· επιπλέον, ο Ματθαίος καλείται επίσκοπος και όχι μητροπολίτης Ιωαννίνων, ενώ γνωρίζουμε πως η εκκλησιαστική περιφέρεια Ιωαννίνων είχε ήδη από το 1318 αναδειχθεί σε μητρόπολη[4] κυριαρχική της επισκοπής Δρυϊνουπόλεως.

Ο ίδιος Ματθαίος μαρτυρείται νωρίτερα, το 1614, ως επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως σε θεομητορική εικόνα του τέμπλου της μονής Μεταμορφώσεως Τσιάτιστας[5], στην αλβανική πλευρά του Πωγωνίου, ενώ τον Ιούλιο του 1617 αναφέρεται επίσης ως επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως στην επιγραφή του ναού των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικέντιου στην Τρανοσίστα της Λιούντζης[6]. Πρόκειται για μια από τις πλέον συναρπαστικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες του 17ου αιώνα, δεδομένου ότι, διατελών το 1611 επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως και επίτροπος του γηραιού και ασθενούντος μητροπολίτη Ιωαννίνων Μανασσή, υπήρξε από τους ένθερμους και ενεργούς συμπαραστάτες του κινήματος του Διονυσίου του Σκυλοσόφου, όπως προκύπτει από επιστολή διαμαρτυρίας του Μαξίμου του Πελοποννησίου προς αυτόν[7].

Οι πηγές σχετικά με τις ακριβείς περιόδους αρχιερατείας του Ματθαίου στην επισκοπή Δρυϊνουπόλεως και τη μητρόπολη Ιωαννίνων είναι συγκεχυμένες και αντιφατικές[8], φαίνεται, ωστόσο, ότι για κάποιο χρονικό διάστημα διετέλεσε είτε δισεπίσκοπος[9] είτε τοποτηρητής της μητροπόλεως Ιωαννίνων κατά την απουσία κάποιου εψηφισμένου μητροπολίτη σε περίοδο εκκλησιαστικώς δύσκολη, όπως αυτή που επακολούθησε το κίνημα του Διονυσίου του Σκυλοσόφου και το θάνατο του προηγούμενου μητροπολίτη Μανασσή. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τους επισκοπικούς καταλόγους του μητροπολίτη Σάρδεων Γερμανού τα έτη 1612,1616, τον Αύγουστο του 1617, το Δεκέμβριο του 1620 και το 1621 στη Μητρόπολη Ιωαννίνων μνημονεύεται ως μητροπολίτης Ιωαννίνων κάποιος Νεόφυτος[10]. Οι εκδοχές αυτές είναι και θα παραμένουν θεωρητικές, μέχρι να εκπονηθεί ειδική μελέτη για την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή εκκλησιαστική φυσιογνωμία του 17ου αιώνα[11]. Είναι, όμως, σαφές ότι για ένα χρονικό διάστημα του έτους 1617 υπήρξε κάποια εκκλησιαστική περίσταση στην επισκοπή Δρυϊνουπόλεως, εξαιτίας της οποίας ο ζωγράφος Μιχαήλ στη μεν επιγραφή της μονής Βανίστης δεν μνημόνευσε οικείο αρχιερέα παρά επίσκοπο Ιωαννίνων, στη δε επιγραφή της μονής Γεωργουτσάτων (βλ. παραπάνω) δεν μνημόνευσε κανέναν αρχιερέα.

 

Κωνσταντίνος Γιακουμής, Κριτική έκδοση επιγραφών συνεργείων από το Λινοτόπι στις περιφέρειες της ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας, Περίοδος Δ΄, Τόμος ΚΑ΄ (2000), σελ. 249-266. 

 

 

[1] Για τη μονή βλ. επιλεκτικά: Meksi – Thomo 1976, σ. 130a, 143b- Meksi – Thomo 1980, σ. 51a-52a, 68, πίν. VIII· Γ. και Κ. Γιακουμής, σ. 81β-85α και εικ. 164-169· Γιακουμής 1994, σ. 42-43 και εικ. 66- 72· Καμαρούλιας 1997, σ. 466α-467β· Thomo 1998, σ. 114a-117b, εικ. 77-80 και πίν. 12,35.

[2] Ο Popa τοποθετεί λανθασμένα την επιγραφή «στο υπέρθυρο της θύρας» του νάρθηκα.

[3] Ο Γιακουμής (Γιακουμής 1994), σ. 42, εικ. 68 αναφέρει την επιγραφή του νάρθηκα της μονής ως επιγραφή του κυρίως ναού. Για την αποκατάσταση της αλήθειας και δεδομένου ότι και αυτή η επιγραφή παραμένει αδημοσίευτη τη μεταγράφουμε ως εξής:

«+ Άνιστορί[θη] και εκαλλοπϊσθη ό θοΐος και πάνσεπτος οϋτος/ οϊκος τής Οιπεραγίας ενδόξου και αηπαρθενου Μαρίας δη’ ε/ξοδου του κηρ Μιχάλη Δημητρήου εκ πολεος Ά[ργυροκά]στρου άρχηέρατεϋ/ον οιπο του θεοφιλεσ[τ]άτου επησκόπου Δρυϊνό(υ)πόλεος, Αργυροκά]στρου άρχηέρατεϋ / ον οιπο του Θεοφιλεσ(τ)άτου επησκόπου Δρ(υ)ινό(υ)πο{λεος κηρ Μητ}ροφάνους οίγουμενέυ/ον Οίοάκήμ (οίερομονάχ(ου) κ(αί) Νικοδήμου οίερομονάχ{ου, Δανιήλ οιερο}μονάχου Νικιφόρου ίερο/διάκόνος, {δηά χιρος καμοϋ τοϋ αμαρτολοϋ Ίω(άννου) εν} χόρας κεστοράτες 1758». Τμήματα λέξεων, λέξεις και φράσεις που περιελήφθησαν εντός αγκίστρων { }, έχουν ληφθεί από τη μεταγραφή του Popa 1998, ο οποίος κατέγραψε και τα τμήματα που το 1992, στην πρώτη επίσκεψη μας στο μνημείο, είχαν ήδη καταπέσει. Η κατάσταση της επιγραφής χειροτέρευσε έως σήμερα, όπως διαπίστωσα σε επίσκεψη μου το Μάρτιο του 1999, καθότι το κατώτερο τμήμα της επιγραφής υπέστη νέα φθορά. Η ανάγκη στερέωσης όχι μόνο της επιγραφής, αλλά και ολόκληρου του επιχρίσματος του δυτικού τοίχου του νάρθηκα, είναι άμεση και επιτακτική.

[4] Ε. Χρυσός, Η προαγωγή της Επισκοπής Ιωαννίνων σε Μητρόπολη, Δωδώνη 5 (1976), σ. 336-348, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[5] Βλ. Πουλίτσας 1928, σ. 66-67, αριθ. 4 και Popa 1998.

[6] Πουλίτσας 1928, σ. 80, αριθ. 1 και Popa 1998.

[7] Για την επιστολή αυτή βλ. Παπαδόπουλος 1933, σ. 178-182 και Μπαράς 1952, τχ. 6, σ. 561β-562α.

[8] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Π. Αραβαντινός, ο οποίος στη Χρονογραφία του στο μεν επισκοπικό κατάλογο Δρυϊνουπόλεως αναφέρει τον Ματθαίο ως προβιβασθέντα στο θρόνο των Ιωαννίνων το 1612 (βλ. Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της ‘Ηπείρου των τε ομόρων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών, εν ‘Αθήναις 1856, Β’, σ. 47), στο δε μητροπολιτικό κατάλογο Ιωαννίνων αναιρεί τα προηγούμενα σημειώνοντας τον ίδιο Ματθαίο, μετά το θάνατο του γηραιού μητροπολίτη Μανασσή (κατ’ αυτόν το 1613), ως προβιβασθέντα στο μητροπολιτικό θρόνο των Ιωαννίνων το 1614 (ό.π., σ. 237). Για την ακροτελεύτια χρονολογία της αρχιερατείας του βοήθεια παρέχουν δύο πατριαρχικά γράμματα, το πρώτο του Τιμοθέου του Β’, χρονολογούμενο μεταξύ 1620 και 1621, και το δεύτερο του Κυρίλλου Λουκάρεως από το Μάρτιο του 1621 προς τον επίσκοπο Δρυϊνουπόλεως Ματθαίο σχετικά με κτηματικές υποθέσεις στην επαρχία του. Για το πρώτο βλ. Κώδιξ Πατριαρχικών Εξερχόμενων, Α, σ. 96-97 και για το δεύτερο, ό.π., σ. 98-99. Ενδεικτικό της σύγχυσης και της ανεπάρκειας των πηγών στη διασταύρωση των πληροφοριών είναι ότι σε επιστολή του Μαξίμου του Πελοποννησίου προς τον Ματθαίο πληροφορούμαστε ότι ο τελευταίος από τις 31 Οκτωβρίου 1614 προήχθη στη Μητρόπολη Ιωαννίνων (Παπαδόπουλος 1933, ό.π.). Ας σημειωθεί, τέλος, πως ο Β. Μπαράς θεωρεί άλλο πρόσωπο τον επίσκοπο Δρυϊνουπόλεως Ματθαίο που μνημονεύεται ως επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως το 1617 από τον Ματθαίο που κατά τον ίδιο έγινε μητροπολίτης Ιωαννίνων το 1614 (βλ. Μπαράς 1994, σ. 130-131).

[9] Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό. Για το θέμα βλ. πρόχειρα Κ. Πιτσάκης, Σχετικά με την «τρισεπισκοπή» του Νικόδημου Μεταξά (1635), ΣΤ΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997, Ζάκυνθος, Περιλήψεις ανακοινώσεων, σ. 72.

[10] Βλ. Γερμανός 1937, σ. 67 και υποσημ. 15.

[11] Για επισκοπικούς καταλόγους Δρυϊνουπόλεως βλ. πρόχειρα Μπαράς 1952· Τ. Γριτσόπουλος, Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Μητρόπολις, ΗΘΕ, 6, σ. 226-228· Ι. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Άγαθοεργήματα, Ιωάννινα 1971, Α’, σ. 121 και Β’, σ. 205- ο ίδιος, ΗπειρΧρον 5 (1930), σ. 71-72· Α. Αλεξούδης, Επισκοπικοί κατάλογοι, Κωνσταντινούπολις 1, αριθ. 1904 (14.10.1894)· Γερμανός 1937, σ. 55-58· Μπαράς 1994, σ. 119-146

 

 

 

 

Share on Facebook25Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση