ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ “ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΤΗΣ ΔΡΟΠΟΛΗΣ”

Το χρονικό της ΔρόποληςΤο χρονικό της Δρόπολης γράφτηκε από ανώνυμο χρονογράφο στις αρχές του 18-ου αιώνα. Καλύπτει χρονικά την περίοδο από την εποχή του Θησέα έως την άλωση του Αργυρόκαστρου από τους Τούρκους. Ξεκινά με την μυθολογική διήγηση της μετοίκησης πληθυσμού υπό τους Άτλα και Ύφιτο, από την Αθήνα στην Ήπειρο μετά τα Τρωικά και την ίδρυση των πόλεων Δρυινούπολη και Ιφιτούπολη. Στη συνέχεια η Δρυϊνούπολη θα καταστραφεί και θα επανιδρυθεί δύο φορές. Ο ιστορικός Φίλιππας Λίτσιος, στον πρόλογο του βιβλίου του με τίτλο «Το χρονικό της Δρόπολης», που εκδόθηκε το 2008 από τις εκδόσεις Neraida, σημειώνει πως «το περιεχόμενο του Χρονικού, μαζί με τις σημειώσεις, είναι αυτούσιο με αυτό που δημοσίευσε ο Αθανάσιος Πετρίδης το 1871». Από το βιβλίο αυτό παραθέτουμε το Δεύτερο Κεφάλαιο που κάνει λόγο για τις κατά καιρούς εκδόσεις του Χρονικού.


 

ΙΙ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ

Ο πρώτος που δημοσίευσε το Χρονικό της Δρόπολης ήταν ο γάλλος πρόξενος στα Γιάννενα, F. Pouquevilles[1]. Το 1806 ο Pouquevilles επισκέφτηκε τον Επίσκοπο της Δρινούπολης στην πόλη του Αργυροκάστρου. Σε μια από τις μετέπειτα επισκέψεις του, διανοούμενος του Αργυροκάστρου του παρέδωσε ένα χειρόγραφο χωρίς αρχή και τέλος. Εννοείται και χωρίς τίτλο. Ο Pouquevilles τούτο το χρονικό το δημοσίευσε με τον τίτλο «Χρονικό του Αργυροκάστρου», μια και το χειρόγραφο αυτό το πήρε σ’ αυτή την πόλη. Το «Χρονικό του Αργυροκάστρου» συμπεριελήφθη στον 5-ο τόμο του έργου του, αρχίζοντας από τη μέση της παραγράφου «Ελθόντες δ’ εις Τρίκκην…( όπου μιλώντας για τις κακίες των Αθηναίων, γράφει: «…οι θεοί μέλλει να κατακαύσουν τους τόπους εκείνους…»). Έτσι μπορούμε να το συγκρίνουμε με το ολοκληρωμένο Χρονικό του Πετρίδη για να ξέρουμε πόσες σειρές λείπουν από την αρχή. Τούτο το ημιτελές χρονικό τελειώνει στο τέλος της παραγράφου «επέρασαν δε οι τόποι ούτοι ειρηνικά έως τον καιρό Ανδρονίκου…», καταλήγοντας «ακόμη του εχάρισε και εις το Σωχακόν…και το έτερον Μετόχιον εις την Δολοβίστα…». Έτσι, βλέπουμε τις σειρές που λείπουν από το τέλος του χρονικού.

Ο Pouquevilles μεταφράζει το Χρονικό στη γαλλική γλώσσα, αλλά δεν κάνει μια επισταμένη και σοβαρή ανάλυση του Χρονικού. Έτσι, αυτός παραδέχεται πως το Τεπελένι παλαιότερα ονομάζονταν Τιτόπολις, ακριβώς όπως αναφέρεται στο Χρονικό της Δρόπολης[2]. Ως χρόνο συγγραφής του Χρονικού ο Pouquevilles λανθασμένα προσδιορίζει τον 17-ο αιώνα.

Για δεύτερη φορά το Χρονικό της Δρόπολης δημοσιεύτηκε από τον Imm. Bekker, ο οποίος συγκέντρωσε στον 46-o τόμο του τα κείμενα των χρονικών των τελευταίων αιώνων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου με τίτλο «Historia Politica et Patriarchica Constantinopoleos Eperotica». Ο τόμος χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο μέρος συμπεριλαμβάνει τις σελίδες 3 – 204, ενώ το δεύτερο, το Eperotica, τις σελίδες 205 – 279[3]. Όλα τα κείμενα των χρονικών είναι τα ίδια που δημοσίευσε ο Pouquevilles και συνοδεύονται με μετάφραση στη λατινική. Τα Eperotica (Ηπειρωτικά) χωρίζονται σε έξι μέρη και έχουν τον τίτλο «De rebus Epiri Fragmentum I (σελ. 207 – 208), Fragmentum II ((σελ. 209 – 239),  Fragmentum III  (σελ. 240 – 246), Fragmentum IV (σελ. 247 -252), Fragmentum V (σελ. 252 – 262), και Fragmentum VI (σελ. 263 – 279), το οποίο περιέχει και το Χρονικό της Δρόπολης.

Ο Αθανάσιος Πετρίδης από τη Δρόβιανη του Δελβίνου ήταν ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα. Περιόδευε από χωριό σε χωριό, από μοναστήρι σε μοναστήρι καθώς και σε αρχαιολογικούς χώρους για να συγκεντρώσει ιστορικά ντοκουμέντα, λαϊκές παραδόσεις και άλλες σημειώσεις που σχετίζονται με τα χωριά της επαρχίας του και γενικά όλης της Ηπείρου. Στις προσπάθειές του αυτές  βρήκε 4 αντίτυπα του Χρονικού της Δρόπολης. Ένα αντίτυπο το βρήκε στη βιβλιοθήκη του παππού του, του παπά Ζήσου. Ένα δεύτερο το βρήκε σε σπίτι της Δρόβιανης. Το τρίτο αντίτυπο το βρήκε στο μοναστήρι της Τσέπου (Υψηλής Πέτρας) του Καρδικιού,  βόρεια του Αργυροκάστρου και το τέταρτο το βρήκε στην εκκλησία του Άνω Λαμπόβου, κοντά στο Λιμπόχοβο. Επί πλέον, ο Πετρίδης ήταν γνώστης και ενός πέμπτου αντίτυπου, το οποίο βρέθηκε στο χωριό Μίγκουλη της επαρχίας Πωγωνίου.

Ο Πετρίδης, λοιπόν, είναι ο πρώτος που δημοσίευσε ολοκληρωμένο, με αρχή και τέλος, το Χρονικό της Δρόπολης με τίτλο «Το Χρονικό της Δρυοπίδος»[4]. Ο τίτλος αυτός μαρτυράει τον υπερβολικό συναισθηματισμό του Πετρίδη, γιατί συνέδεσε το Χρονικό με τη μικρή αρχαία φυλή των Δρυόπων, την οποία δεν ήταν σε θέση να γνώριζε ο Ανώνυμος χρονογράφος. Γι’ αυτό ο Πετρίδης δεν μας πληροφορεί ποιος ήταν ο τίτλος του Χρονικού, του κάθε χρονικού ή και όλων μαζί. Αυτό είναι ένα μειονέκτημα στην καλή δουλειά του Πετρίδη, που επιβεβαιώνει τον ρομαντισμό του για να συγκαλύψει το γεγονός που ο τίτλος «Χρονικό της Δρυοπίδος» ήταν επιλογή δική του, επινόηση δική του. Θα ήταν πολύ ωφέλιμο αν μας παρέθετε τον πραγματικό τίτλο όπως επίσης και το χρόνο συγγραφής (αν ήταν σημειωμένα στα 4 εν λόγω αντίτυπα). Το 1864 ο Πετρίδης είχε συμπεριλάβει το Χρονικό της Δρόπολης (Δρυοπίδος κατά τον ίδιο) σε συλλογή μαζί με άλλες ιστορικές και γλωσσικές μελέτες, που παρουσίασε στο Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως για αξιολόγηση. Αποσπάσματα του Χρονικού έχει δημοσιεύσει και σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Επίσης, το Χρονικόν Δρυοπίδος δημοσιεύεται περιληπτικά στο περιοδικό του Πετρίδη «Επιστασίαι κριτικαί, τα περί Δωδώνης »[5].

Μετά τον Πετρίδη το Χρονικό της Δρόπολης δημοσιεύτηκε από τον Βασίλειο Δ. Ζώτο – Μολοσσό (το Μολοσσός είναι ψευδώνυμο), επίσης Δροβιανίτης, στο έργο του «Ηπειρωτικαί μελέται»[6]. Όπως ο Πετρίδης, έτσι κι ο Μολοσσός ήταν ανήσυχο πνεύμα και νοσταλγούσε να δημιουργήσει κάτι καινούργιο στην ιστορία της Ηπείρου. Είχε τιμηθεί και με τον τίτλο του Ιππότη. Με σουλτανικό φιρμάνι περιόδευσε σε όλη τη Βαλκανική, καταγράφοντας το δρομολόγιο κάθε επαρχίας και κάθε χώρας. Η οικογένειά του συνδεότανε με φιλικές σχέσεις με τους Αλβανούς προύχοντες μέχρι το Πριζρένι, απ’ όπου προμηθεύονταν όπλα για την ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Μολοσσός προσπαθεί να γράψει την ιστορία της Ηπείρου από καταβολής κόσμου μέχρι τον 10-ο αιώνα, αλλά, η όλη του προσπάθεια στηρίχτηκε σε μυθολογικά στοιχεία, που ο ίδιος είχε διαβάσει ή συγκεντρώσει κατά τις διαδρομές του στα Βαλκάνια, συμπεριλαμβάνοντας και την Αλβανία. Για να καλύψει τα κενά της ιστορικής του συγγραφής, ο Μολοσσός χρησιμοποίησε και το Χρονικό της Δρυοπίδος. Εντωμεταξύ ήταν σε γνώση όσον αφορά τις προηγούμενες εκδόσεις. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, τα χειρόγραφα του Χρονικού βρίσκονταν σε πολλά μοναστήρια και εκκλησίες της Ηπείρου. Το χειρόγραφο που αυτός είχε υπόψη του έφερε τον τίτλο «Ιστορία της Δρυϊνουπόλεως», και ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα. Αυτά τα στοιχεία είναι πιο συγκεκριμένα από εκείνα του Πετρίδη.

Στην προσπάθειά του να καλύψει τα κενά της ιστορίας της Ηπείρου ο Βασίλειος Ζώτος-Μολοσσός δημοσιεύει αποσπασματικά την «Ιστορία της Δρυϊνουπόλεως». Συγκρίνοντας τα δυο κείμενα, του Πετρίδη και του Μολοσσού, έχουμε την ακόλουθη αντιστοιχία (στις σελίδες):

Πετρίδης ( 7 –   9)       Μολοσσός ( 51 – 53)

Πετρίδης ( 9 – 13)       Μολοσσός ( 65 – 68)

Πετρίδης (13 – 14)      Μολοσσός ( 69 – 71)

Πετρίδης (14 – 15)      Μολοσσός ( 72 – 73)

Πετρίδης (15 – 16)      Μολοσσός ( 75 –

Πετρίδης ( 16 –    )      Μολοσσός ( 78 –  κλπ.

Με τη σύγκριση αυτή διαπιστώνουμε ότι λείπουν οι τελευταίες 8,5 σελίδες του Χρονικού. Αν το χειρόγραφο δεν θα ήταν ολοκληρωμένο, θα το ανέφερε ο ίδιος ο Μολοσσός. Κι αφού δεν το λέει, θα πει πως το Χρονικό με τίτλο «Ιστορία της Δρυϊνουπόλεως» είχε και το τέλος όπως το Χρονικό της Δρυοπίδος του Πετρίδη[7].                                                      

Ένα ερευνητικό πνεύμα ήταν και ο Ι. Λαμπρίδης από το Ζαγόρι των Ιωαννίνων. Επισκέφθηκε όλα τα χωριά της επαρχίας αυτής, συγκέντρωσε υλικό από βιβλία και επιγραφές εκκλησιών και μοναστηριών, συνομίλησε με ηλικιωμένους, εκτιμώντας πάντα τον λαογραφικό πλούτο του λαού. Παράλληλα, έχει μελετήσει το έργο του Pouquevilles «Voyage dans la Grece», τον Α. Πάλλη, τον Π. Αραβαντινό, τον Δ. Σεμητέλο, τον Ι. Χασιώτη και τους μιμήθηκε, γράφοντας το έργο του «Ζαγοριακά», στο οποίο συμπεριλαμβάνει και το Χρονικό της Δρόπολης[8].

Το 1905 ο Π. Κ. Κουγιτέας, από τους Αρβανίτες της Ελλάδος σε μια ιστορική και εθνολογική εργασία του συμπεριλαμβάνει και μερικά αποσπάσματα από το Χρονικό της Δρόπολης[9]. Για την προϊστορική και αρχαία εποχή ο Κουγιτέας γράφει περί μετανάστευσης ενός πληθυσμού από την Αττική και την εγκατάστασή του στην κοιλάδα της Δρόπολης[10]. Αλλά, στις λίγες αυτές σελίδες, ενώ χειρίζεται πολύ σύντομα τα γεγονότα του Χρονικού όπως π.χ τον πόλεμο των Μολοσσών, των Αϊδονέων και άλλων ηπειρωτικών φυλών από τη μια και του βασιλιά της Δρυινουπόλεως και Χαονίας, Σεράπου, από την άλλη, συμπεριλαμβάνει και άλλα, τα οποία δεν συνδέονται με το χρονικό, όπως λχ η Δωδώνη ή η Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλέξανδρου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα γεγονότα του Χρονικού της Βυζαντινής περιόδου όπου αναφέρεται και η διείσδυση των Σλάβων στη Βαλκανική[11]. Ο Π. Κουγιτέας δεν μας πληροφορεί που στηρίχτηκε και από πού πήρε τα αποσπάσματα του Χρονικού της Δρόπολης που δημοσιεύει και αν γνώριζε τους εκδότες του Χρονικού. Παρόλα αυτά, συμπεραίνεται ότι αυτός στηρίχτηκε στον Pouquevilles, αφού χρησιμοποιεί τα ονόματα Τίτος και Τιτούπολις αντί  Ιφίτου και Ιφιτούπολις, που χρησιμοποιούν οι Πετρίδης και Μολοσσός, καθώς και σ’ αυτούς τους δύο, αφού δημοσιεύει την αρχή του Χρονικού, η οποία αρχή δεν υπάρχει στον Pouquevilles.

Μια άλλη μορφή δημοσίευσης του Χρονικού της Δρόπολης παρουσίασε ο Λεωνίδας Μ. Βασιλειάδης από την Πωγωνιανή (Βοστίνα) Πωγωνίου. Στις 14 Δεκεμβρίου 1904 παρουσίασε στο Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως μια εργασία του που στόχευε να φωτίσει την ιστορία της Δρυϊνούπολης, βασισμένη κυρίως στο Χρονικό της Δρόπολης, μα γραμμένο στην καθαρεύουσα. Σκοπός του με αυτή τη γλωσσική αναπροσαρμογή ήταν να παρουσιάσει την εργασία του ως πρωτότυπη για να βραβευθεί. Η ομιλία του στην Ελλανόδικη επιτροπή του Συλλόγου με περιεχόμενο το Χρονικό της Δρόπολης δημοσιεύτηκε στο Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον με τον τίτλο «Η Δρυϊνούπολις» και ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη. Το Α΄με τον υπότιτλο «Οι πρώτοι της κάτοικοι και τα βασικά γεγονότα από το 1316 π.Χ – 330 μ.Χ», από μια λαϊκή παράδοση  διαφυλασσόμενη σ’ έναν χρονολογικό αρχαίο κώδικα» και, το Β΄ μέρος  με υπότιτλο «Η Δρυϊνούπολις εξεταζόμενη ιστορικά από το 527 – 1185»[12].

Ο Λ. Μ. Βασιλειάδης ισχυρίζεται πως στηρίχτηκε σ’ αυτόν τον κώδικα, τον οποίο τον βρήκε σε μια εκκλησία και αφήνει να εννοηθεί πως δεν γνώριζε τις προηγούμενες εκδόσεις από τον Pouquevilles, τον Bekker, τον Πετρίδη και τον Ζώτο – Μολοσσό. Ο ισχυρισμός αυτός δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτός μια και το περιεχόμενο της ομιλίας του είναι ταυτόσημο με τις προηγούμενες εκδόσεις του Χρονικού.

Μια πολύ σύντομη περίληψη του Χρονικού παρουσίασε και ο Ευγένιος Κουρίλας, κυρίως στηριζόμενος στην έκδοση Πετρίδη, αλλά αφήνει να εννοηθεί πως ήταν σε γνώση και των εκδόσεων Pouquevilles και Bekker[13].

Ξεχωριστό ενδιαφέρον για το Χρονικό της Δρόπολης έχει το χειρόγραφο του μοναχού Λαυρέντιου, το οποίο βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών και που, δεν έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα[14]. Το χειρόγραφο του Λαυρεντίου έχει 9 σελίδες και συνοδεύεται από μετάφραση στη γαλλική γλώσσα. Είμαστε της άποψης ότι ο Pouquevilles δεν είχε υπόψη του το χειρόγραφο, επειδή στην έκδοσή του το Χρονικό της Δρόπολης δεν έχει αρχή και τέλος, που όμως υπάρχουν στο χειρόγραφο του Λαυρεντίου.

 

[1] Pouquevilles, F. Voyage dans la Grece τόμος V, Παρίσι, 1821, σελ.318-355

[2] Pouquevilles, F. τόμος V, σελ. 336 και δεύτερη έκδοση τόμος V, σελ. 285

[3] Corpus Scriptorum Histor. Byzantinae Historia Politica et Patriarchica Constantinopoleos Eperotica Bonnae MDCCCXLIX, σελ. 205 279

[4] Πετρίδη, Αθ. «Νεοελληνικά Ανάλεκτα Χρονικόν Δρυοπίδος», τόμος Ι, μέρος δεύτερο, φυλλάδιον Α, Αθήναι 1871, σελ. 32 (από τις οποίες, Εισαγωγή σελ. 3 – 6, Περιεχόμενο σελ. 7 – 21 και Σημειώσεις ιστορικές και τοπωνυμικές, σελ. 24 – 32).

[5] Πετρίδη Αθ, «Επιστασίαι κριτικαί τα περί Δωδώνης», Πάτραι 1866, σελ. 14 – 21 (βλέπε και Βρανούση Λ. σελ. 117 – 118, παραπομπή 2)

[6] Ζώτου Μολοσσού Β.Δ. «Ηπειρωτικαί Μελέται», τόμος Ι, Βιβλίον Α Πολιτικόν, τεύχος 1, Αθήνα 1875

[7] Στη συνέχεια ο Ζώτος Μολοσσός δεν δημοσίευσε το δεύτερο τεύχος του βιβλίου Α Πολιτικόν  (βλέπε και E. Legrand Bibliographie Albanaise, Paris 1912 σελ. 119-120). Τα άλλα τεύχη του έργου «Ηπειρωτικαί Μελέται» θεωρούνται ως τόμος IV και συμπεριλαμβάνονται στο οδοιπορικό της Βαλκανικής Χερσονήσου. Γι’ αυτό, όπως φαίνεται, δεν συμπεριελήφθη το τέλος του Χρονικού.

[8] Λαμπρίδης Ι., «Ζαγοριακά», Αθήναι 1870, σελ. 318  329

[9] Κουγιτέα Π., «Πραγματεία Τοπογραφική, Ιστορική και Εθνολογική της Άνω Αλβανίας ή Ιλλυρίας, Κάτω Αλβανίας ή Μακεδονικής Ιλλυρίας και Ηπείρου», Αθήναι 1905

[10] Κουγιτέα Παν., σελ. 174 – 177

[11] Κουγιτέα Παν., σελ. 184 – 186

[12] «Ηπειρωτικόν Ημερολόγιον», 1911, σελ. 105 – 117 (βλέπε και το περιοδικό ΕΦΣΚ, τόμος ΧΧΧ (1905 – 1907), σελ. 38

[13] Κουρίλα Ε., «Ηπειρωτικά Ανάλεκτα», Ιωάννινα 1956, σελ. 64 – 66

[14] Λαυρεντίου, «Διήγησις  και ιστορία πως επρωτοκατοικήθη η Δρυϊνούπολις και εκ ποίου και πόθεν είναι το γένος των Δρυϊνοπολιτών», Εθνική Βιβλιοθήκη Ε.Β.Ε  χειρόγραφα 1366.

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση