Η ΤΟΠΑΡΧΙΑ ΔΕΛΒΙΝΟΥ

Το παρακάτω κείμενο του Βασίλειου Μπαρά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «προδημοσίευση» ενός βιβλίου που ετοίμαζε για μια ολόκληρη ζωή! Το αξιοσημείωτο είναι πως ενώ το άρθρο δημοσιεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 («Ηπειρωτικά» Μ. Οικονομίδη, 1938 και εφ. Ηπειρωτικόν Μέλλον, 1939) το βιβλίο κυκλοφόρησε σχεδόν 30 χρόνια αργότερα κι αφού ο ίδιος δεν βρισκόταν πια εν ζωή. Πρόκειται φυσικά για το σημαντικό για τον χώρο πόνημα «Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές». Η πολύ σύντομη περίληψη αυτού του «έργου ζωής» για τον γνωστό λαογράφο, συμπεριλήφθηκε και στο ίδιο το βιβλίο (1966), αποτελώντας το πρώτο, σε μια μεγάλη σειρά από γραπτά για την λαογραφία και την ιστορία της περιοχής.

Τα κείμενα είναι σχεδόν αυτούσια και στις τρεις δημοσιεύσεις. Μία από τις ελάχιστες διαφορές που παρατηρούνται είναι πως από το Ημερολόγιο και το βιβλίο, λείπει η αναφορά ενός παράλογου γεγονότος που πραγματικά προκαλεί εντύπωση! «Δύο τυχοδιώκτες της περιοχής, αγόρασαν από τον Αλή Πασά τον ήλιο του Δελβίνου και απαγόρευαν στους δυστυχείς κατοίκους να τον απολαμβάνουν!». Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν πρόκειται για έναν παράξενο φόρο (όπως για παράδειγμα ο γνωστός κεφαλικός φόρος: για το δικαίωμα να έχει κάποιος την κεφαλή του επί των ώμων του!) που επιβλήθηκε για κάποιο διάστημα στους κατοίκους ή για κάποιο ευφυολόγημα, ένα ανέκδοτο που κατέγραψε ο Ιωάννης Λαμπρίδης και αναπαράγει ο Μπαράς.

Επίσης, φρονούμε πως απαιτείται προσοχή από τον αναγνώστη όσον αφορά κάποια στοιχεία που παραθέτονται. Για παράδειγμα η απόδοση του αγάλματος του Απόλλωνα («μια κεφαλή γυναίκας») που βρέθηκε στο Βουθρωτό, στον Πραξιτέλη και η αναφορά της παλιάς ονομασίας της πόλης του Δελβίνου, Δολώνεια και του επώνυμου ήρωα Δέλβου, πιθανότατα, πολύ μεταγενέστερες της ιδρύσεως εκδοχές, που ελέγχονται για την εγκυρότητα τους.  

 

 

Η τοπαρχία Δελβίνου

 

Ο Βορειοηπειρώτης δημοδιδάσκαλος κ. Βασ. Μπαράς, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια σε διάφορα χωριά της Βορ. Ηπείρου, κατάρτισε και έχει έτοιμη προς έκδοση ιστορική μελέτη υπό τον τίτλο «Η Τοπαρχία Δελβίνου». Στη μελέτη αυτή αποθησαυρίζεται με κάθε λεπτομέρεια η Λαογραφία του τόπου (ήθη, έθιμα, λαϊκές παροιμίες, δημοτικά τραγούδια, προλήψεις και δεισιδαιμονίες) ερευνάται με μεγάλο ζήλο και επιμέλεια η πολιτική, εκκλησιαστική και εκπαιδευτική κίνηση των νεώτερων χρόνων και τέλος θα παρελάσουν ενδιαφέροντα Αυτοκρατορικά φιρμάνια και διάφορα άλλα πατριαρχικά και ιστορικά έγγραφα. Το έργο αυτό, προϊόν μακράς και επιτόπιας έρευνας, θα αποτελέσει πολύτιμο ιστορικό μνημείο για την Ήπειρο και ως τέτοιο, έχουμε τη γνώμη ότι είναι άξιο κάθε υποστήριξης εκ μέρους των Ηπειρωτών και ιδίως εκείνων που κατάγονται από την Επαρχία Δελβίνου. Είμαστε δε βέβαιοι ότι όλοι θα σπεύσουν να γραφτούν συνδρομητές.

Παρακάτω, δημοσιεύουμε σύντομη περίληψη της περισπούδαστης αυτής Ιστορικής Μελέτης.

 

Η Τοπαρχία Δελβίνου που βρίσκεται στην απέναντι από την Κέρκυρα μαγευτική ακτή του Ιονίου πελάγους και εκτίνεται σε ευφορότατο κάμπο από τον ποταμό «Παύλα» και το όρος Στουγάρα μέχρι τα Ακροκεραύνια όρη, περιελάμβανε επί Τουρκοκρατίας 92 χωριά, που αριθμούσαν κατά την απογραφή του 1908, πληθυσμό 26.836 κατοίκων και διαιρείται σε δύο τμήματα, τα Ριζά και τον Βούρκο. Η ιστορική πρωτεύουσά της, το χαριτωμένο και γραφικό Δέλβινο, με τα απαράμιλλα φυσικά κάλλη, τα ευχάριστα τοπία, τα θρυλικά ερείπια του στοιχειωμένου Κάστρου του, τα άφθονα και γάργαρα νερά, την πλουσιότατη βλάστηση και τα ονομαστά περιβόλια, ήταν άλλοτε έδρα Τοπάρχη, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονταν και η επαρχία Φιλιατών.

Ενώ κάποτε το Δέλβινο ήταν σημαντικό εμπορικό κέντρο, σήμερα παρακμάζει, ο πληθυσμός του όλο και αραιώνει, η αγορά του διέρχεται μεγάλη οικονομική κρίση. Και τούτο οφείλεται κυρίως στα σύγχρονα συγκοινωνιακά μέσα τα οποία εκμηδένισαν τις αποστάσεις. Η εμπορική κίνηση της πόλης εξέπνευσε μαζί με τα πυκνά καραβάνια φορτηγών και ζώων, τα πρωτόγονα αυτά μέσα συγκοινωνίας με τα οποία οι κερατζήδες[1] του παλιού καλού καιρού μέσα από ορμητικούς χειμάρρους, αδιάβατα ποτάμια και μύριους άλλους κινδύνους, μετέφεραν δυο φορές την εβδομάδα Ξενίτες και εμπορεύματα μέχρι την Πρεμετή και το Λεσκοβίκι και σείονταν ολόκληρο το παζάρι[2] από τον θόρυβο που έκαναν με τις χοντρές κουδούνες τους. Τον σημερινό οικονομικό μαρασμό του Δελβίνου θρηνούν και τα κατά μήκος της δημόσιας οδού Αγ. 40  χάνια που βρίσκονται κοντά σε σωρούς ερειπίων, με τα απαραιτήτως παρακείμενα Ταμπούρια[3], τα οποία χρησίμευαν ως σταθμοί. 

Αντιθέτως το λιμάνι των Αγίων Σαράντα, το οποίο προ του 1913 ήταν απλά Σκάλωμα, εντελώς έρημο από κατοίκους, πλην των απαραίτητων κρατικών οργάνων της Λιμενικής Υπηρεσίας, εξελίσσεται ραγδαία σε ανθηρή και σύγχρονη πόλη. Σοβαρές και πολύ αξιέπαινες προσπάθειες καταβάλλονται από τις αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές, για την ανασύσταση της ερειπωμένης ιστορικής Μονής των Αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων, από την οποία και έλαβε το όνομά του το λιμάνι αυτό που παλιότερα καλούνταν ως γνωστόν Αγχίασμος και ήταν έδρα Επισκόπου. Στην ανασυνιστάμενη ιερά Μονή, κατά την επέτειο μνήμης της καθιερώθηκε ετήσια θρησκευτική πανήγυρις η οποία σημείωσε λαμπρή επιτυχία. Στους Αγίους Σαράντα κτίστηκε και μικροσκοπικό μεν, αλλά κομψότατο ιερό Τέμενος, για τις θρησκευτικές ανάγκες των Μουσουλμάνων που συγκεντρώνονται από διάφορα μέρη. 

Εδώ και καιρό το ωραίο Δέλβινο απέβαλλε την παλιά φεουδαρχική όψη του. Δεν υπάρχουν πλέον ούτε το οχυρό Κάστρο του, ούτε το κλασσικό και μεγαλοπρεπές Χουκιμέτη[4] με τα υγρά, ανήλια και φοβερά μπουντρούμια και το επιβλητικό ντιβάνι (σ.σ. αίθουσα συνεδριάσεων) του, το οποίο σε συνδυασμό με τον διπλανό «μιλέττ – μπαξιέν»[5] με τους αιωνόβιους πλατάνους του και τα βαθύσκια δέντρα πάνω στους πυκνόφυλλους κλώνους των οποίων είχαν τις φωλιές τους σμήνη ωδικών πτηνών και διασκέδαζαν όλη την αγορά με τα φαιδρά κελαηδήματά τους, αποτελούν σπάνιο κόσμημα της μοναδικής πλατείας του. Αλλ’ ούτε και τα ογκώδη Σεράγια των διάφορων μπέηδων, τα οποία με τους ψηλούς προμαχώνες και τις επιμήκεις «πολεμίστρες» τους, έμοιαζαν με μικρούς πύργους και δέσποζαν στην πόλη καθώς υψώνονταν σε επίκαιρα σημεία της. Και το μεν Κάστρο γκρεμίστηκε καταγής μετά από προσταγή του Σουλτάνου κατά το έτος 1832[6] τα δε υπόλοιπα λείψανα της φεουδαρχίας εξαφανίστηκαν, από τον πανδαμάτορα χρόνο. Σωζόμενα ιστορικά μνημεία της πόλης του Δελβίνου είναι το μέγαρο του Μεχμέτ Αλή πασά, υπασπιστή κάποτε του Σουλτάν Αζίζ και η Σχολή της Ελληνικής Κοινότητας. Στο πρώτο, κατά το έτος 1913, έγινε η υποδοχή του διαδόχου και νυν Βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Β’ και κατά το επόμενο έτος 1914, εγκαταστάθηκε το προεδρείο της Προσωρινής κυβερνήσεως της Αυτονόμου Ηπείρου και στην αίθουσα της δεύτερης, τον Ιούνιο του 1914 συνήλθε η Συντακτική Εθνοσυνέλευση των Βορειοηπειρωτών, υπό την προεδρία του αείμνηστου Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου και επικύρωσε το περίφημο Πρωτόκολλο της Κέρκυρας.

Ο τόπος αυτός, βρισκόταν συνεχώς σε αναστάτωση και οι «χαλασμοί» διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό και σε κάθε βήμα του συναντάμε ερειπωμένα χωριά. Ο τελευταίος χαλασμός έγινε το 1912 και ο παλαιότερος και φοβερότερος, απ’ όσο γνωρίζουμε, είναι εκείνος που έγινε από την θρυλική «Μονοβύζα». Τόσα δεινά υπέφερε ο τόπος από τον χαλασμό αυτόν, ώστε βοά ακόμα στ’ αυτιά μας η κατάρα των άτυχων θυμάτων προς τους πρωταίτιους:

– Στη Βράνια και στη Ρίπεση
Κούκος να μη λαλήσει[7]

 -Σκοτώσανε τον Ίουλο
το γιο της Μονοβύζας
πού ’χε δεκάρια τα φλωριά
ταγάρια τα ασήμια.

Το τραγικό αυτό γεγονός λόγω της σοβαρότητάς του άφησε εποχή και αποτέλεσε ιστορικό σταθμό, ώστε προκειμένου οι χωρικοί του Δελβίνου να παραστήσουν την μακρινή απόσταση χρόνου κάποιου συμβάντος λένε συνήθως: «Από τον καιρό της Μονοβύζας»!

Δεν έχει εξακριβωθεί ιστορικά υπό ποια ιδιότητα βρίσκονταν στην Ήπειρο ο Ίουλος, το πριγκιπόπουλο αυτό της Φραγκιάς. Από το γεγονός όμως πως σκοτώθηκε μεταξύ των ερειπωμένων χωριών Βράνιας και Ρίπεσης και κοντά στο Κάστρο «Σίνου» όπου στην θέση «Ταχνός» οι χωρικοί τοποθετούν τον τάφο του, συμπεραίνουμε ότι ο Ίουλος θα ήταν ίσως διοικητής του Κάστρου ή ηγεμόνας εκεί και ότι ο σκοτωμός του δεν υπήρξε απλό και τυχαίο επεισόδιο, αλλ’ αποτελεί συνομωσία των πολιτικών αντιπάλων του που εξελίχθηκε σε γενική εξέγερση του τόπου εναντίον του. Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η επιδρομή της Μονοβύζας ενάντια στα ηπειρωτικά παράλια, και ο φοβερός χαλασμός που προκλήθηκε, ο οποίος παρά την μακρινή εποχή που συντελέστηκε, διατηρεί ανεξίτηλα τα ίχνη του. Η Μονοβύζα ήταν ένα δύσμορφο και φοβερό τέρας υψηλού αναστήματος και με έναν μαστό δυσανάλογων διαστάσεων, ώστε για να μην σέρνεται στη γη, αναγκάζονταν να τον ρίξει στον ώμο της. Από το τερατώδες αυτό βυζί, εξ ου και την είπαν «Μονοβύζα», έρρεε, κατά τον θρύλο, δηλητήριο[8] με το οποίο η μοιραία αυτή γυναίκα ράντιζε τον τόπο και εξαπέλυε γύρω από το διάβα της την ερήμωση και την καταστροφή.  

Φαίνεται ότι η πλουσιότατη αυτή Τοπαρχία απειλούνταν σοβαρά και από τους γείτονές της Θεσπρωτούς και γι’ αυτό ο προνοητικός Τοπάρχης της Σινάν μπέης, για να εξασφαλίσει την ησυχία του τόπου του κατασκεύασε σε διάφορα επίκαιρα σημεία, άξια λόγου αμυντικά έργα, απ’ τα οποία σώζεται σχεδόν ακέραιος ο Καλλιάς[9] του Μαχαλά που υψώνεται σε έναν μικρό λόφο δίπλα στις όχθες του ποταμού «Παύλα» και φράζει την δίοδο της διπλανής στενωπού. «Βάσκανος δαίμον» κυνηγούσε τους ατυχείς και ο ήλιος της πατρίδας τους έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Δύο αχαρακτήριστοι τυχοδιώκτες, ο Σπυρ. Κέντρος από την Σωπική και ο Μίγκας από τη «Νίνανη» αγόρασαν από τον Αλή Πασά τον ήλιο του Δελβίνου και έτσι με όλα τα μέσα, απαγόρευαν στους δυστυχείς κατοίκους να απολαμβάνουν το πολύτιμο αυτό δώρο της φύσης. Υποχρεώθηκαν δε να εξαγοράσουν μέσα σε μια βδομάδα τον ήλιο της πατρίδας τους, αντί αποζημίωσης 14000 γροσίων, όπως μας πληροφορεί ο γιατρός Λαμπρίδης.

Στην περιοχή της τοπαρχίας Δελβίνου άκμαζαν οι αρχαίες πόλεις Φοινίκη και Βουθρωτό. Από τις ανασκαφές που έγιναν στα ερείπια των πόλεων αυτών, βρέθηκαν αρχαιολογικά ευρήματα αναγόμενα σε όλες τις εποχές του ανθρώπινου πολιτισμού από τη λίθινη μέχρι και την Ενετοκρατία ακόμη. Το σπουδαιότερο απ’ όλα είναι μια κεφαλή γυναίκας, έργο του περίφημου Πραξιτέλη, το οποίο ως αριστούργημα τέχνης ο τέως βασιλιάς της Αλβανίας δώρισε στον κ. Μουσολίνι. Επίσης στα όρια της τοπαρχίας είχαν την έδρα τους δύο επίσκοποι, ο Δελβίνου και Χειμάρρας και ο Βουθρωτού και Γλυκέος. Τα δε χωριά Κρόγκοι, Πετσά, Μουζίνα, Δρόβανη και οι δύο Λεσινίτσες με τα Καλύβια τους υπάγονταν στον επίσκοπο Δρυϊνουπόλεως. Καθώς ο Επισκόπος Δελβίνου προσπάθησε να αποκτήσει την  δικαιοδοσία των ανωτέρω χωριών, εκδόθηκε ειδικό Σιγιλλιώδες Γράμμα του Πατριάρχη Παϊσίου το έτος αψλ’, μήνα Ιανουάριο Ινδικτιώνος η’ που έλυσε την διαφορά υπέρ του Επισκόπου Δρυϊνουπόλεως βάσει αναφοράς και μαρτυρίας των χωριών Δρόβιανη και Λεσινίτσα[10]. Οι ανωτέρω μνημονευόμενοι επίσκοποι, κατά τις αρχές του ΙΑ’ αιώνα υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Ιωάννη.

Κοντά στο Κάστρο του Δελβίνου υπάρχει θέση, η οποία λέγεται «Παλιοπάζαρο» διότι εκεί υπήρχε η παλιά αγορά. Η αγορά αυτή λόγω της ακατάλληλης θέσης της, έγινε παρανάλωμα μέσα σε μια νύχτα, από φωτιά που έβαλαν «Τουρκόγυφτοι», όργανα της Τουρκικής Διοίκησης, με πρόγραμμα εξωραϊσμού και ανοικοδομήσεώς της στην σημερινή λαμπρή θέση της, στην οποία, για τον σκοπό αυτόν, παραχωρήθηκαν στους δικαιούχους δωρεάν οικόπεδα, ανάλογα προς την έκταση εκείνων που  κατείχαν στην αγορά που κάηκε.

Ο πλουσιότατος κάμπος του Δελβίνου διαρρέεται από τους ποταμούς «Μπίστρισσα» και «Καλεσιώτη», ενώ μεγάλες εκτάσεις του καλύπτονται από έλη, εξ ου και λέγεται Βούρκος. Γι’ αυτό το λόγο το κλίμα είναι πολύ νοσηρό, και οι κάτοικοι των γύρω χωριών θερίζονται κυριολεκτικά από την ελονοσία. Εδώ και πολύ καιρό μελετάται η εκτέλεση μεγάλης σπουδαιότητας αποξηραντικών έργων, μετά την αποπεράτωση των οποίων όχι μόνο θα αποδοθούν προς καλλιέργεια ευφορότατες γαίες, αλλά και το καλλιεργούμενο σήμερα τμήμα του Βούρκου θα εξασφαλιστεί από τις καταστρεπτικές φθινοπωρινές πλημμύρες και ο τόπος θα απαλλαγεί από την μάστιγα της ελονοσίας και των άλλων ασθενειών. Το Δέλβινο σε παλαιότερη εποχή καλούνταν Δολώνεια, πήρε δε την σημερινή του ονομασία από τον Στρατηγό Δέλβο, ο οποίος έκτισε και το Κάστρο του.

Β. Γ. ΜΠΑΡΑΣ

Ηπειρωτικόν Μέλλον, 30. 6. 1939

Μεταφορά στη δημοτική: Ν. Θαλασσινός

 

 

 

[1] Αγωγείς

[2] Αγορά Δελβίνου

[3] Αστυνομικά φυλάκια που χρησίμευαν για την ασφάλεια των ταξιδιωτών.

[4] Τούρκικο διοικητήριο

[5] Εθνικός κήπος

[6] Βλ. περιοδικό «Βορ. Ήπειρος», τεύχ. 21, σελ 10

[7] Οι χωρικοί πιστεύουν απόλυτα ότι στην περιφέρεια αυτή, ούτε σήμερα δεν λαλεί πράγματι κούκος

[8] Βλ. Ημερολόγιο Λ. Βασιλειάδη «Ηπειρ. Αστήρ» 1904, σελ. 158

[9] Βλ. «Ηπειρ. Χρονικά» έτος Ε’, τεύχ. Α’ κι Β’ σελ 93-94

[10] ο.π. έτος Γ’ τεύχ. Α’ κι Β’ σελ 4

 

 

Φωτογραφία άρθρου: Μια γωνιά του Δελβίνου
Πηγή: «Ηπειρωτικά» Μ. Οικονομίδη, 1938

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση