Η «ΔΙΜΟΙΡΙΑ» ΤΩΝ ΓΛΥΠΤΩΝ

Ένα κομμάτι μάρμαρο, επί δώδεκα μέρες στην αμμουδιά των Αγίων Σαράντα περίμενε τον ουκρανό έκτο γλύπτη Vasili Xhabraillov. Εκείνος, όμως, δεν ήρθε ποτέ. Επικαλέστηκε διάφορα, που δεν είναι της παρούσης, κι έτσι, την ημέρα που τα άλλα πέντε γλυπτά, Οι γλάροι, Το κύμα, Η χρυσή τομή της θάλασσας, Το όνειρο και Τα δυο δελφίνια ολοκληρώθηκαν και τοποθετήθηκαν στα βάθρα τους, τοποθετήθηκε κι εκείνο στο έκτο κατά σειρά βάθρο, έτσι όπως ήταν, ατόφιο. Κρύβοντας μέσα στο λευκό του σκοτάδι την καλλιτεχνική ιδέα, τη σύλληψη, την έμπνευση του θαλασσινού μοτίβου και, αφήνοντας απ’ έξω, να αιωρούνται γύρω του, η περιέργεια και ταυτόχρονα ένα αίσθημα ευχάριστης καρτερικότητας των πολλών περιπατητών της λεωφόρου.

Το ατόφιο μάρμαρο πάνω στο βάθρο, με υπομονή και αντοχή μαρμάρου, περιμένει το γλύπτη του να κατέβει στη γωνιά τούτη του Ιονίου πάνω από τη Μαύρη θάλασσα. Ωστόσο, οι άλλοι πέντε γλύπτες, νικητές του διαγωνισμού στο πρώτο Συμπόσιο Γλυπτικής σε Μάρμαρο που οργάνωσε ο Δήμος, για δώδεκα συναπτές μέρες έγιναν οι τιμώμενοι πολίτες των Αγίων Σαράντα: Ο Βασίλης Βασίλη που ήρθε από τον Καναδά, ο Νίκος Γκοντρόλης με το Lesko Ligu από την Αθήνα, ο Αποστόλης Λιόντος από τη Λάρισα και ο  Gent Tavanxhiu από… μπα, ούτε ο ίδιος ξέρει αν έφτασε ως εδώ από την Αμερική, την Ασία ή την Ευρώπη, αφού μέχρι τώρα έχει λάβει μέρος σε πάνω από εβδομήντα παγκόσμια εικαστικά συμπόσια, που διοργανώθηκαν σε όλες τις ηπείρους.

Οι πέντε τιμώμενοι πολίτες φορούσαν φόρμες εργασίας, καπέλα, μάσκες και με τους τροχούς και τα σβουράκια έπιαναν δουλειά από το πρωί. Το άσπρο σύννεφο της σκόνης και το ασταμάτητο τσίριγμα των τροχών σου έδιναν την εντύπωση ότι βρισκόσουνα δίπλα σε νταμάρι. Πάντως μέσα από το σύννεφο και τα τσιρίγματα διακρίνονταν καθαρά ο μεγάλος διαχωρισμός ανάμεσα στις δυο εποχές της γλυπτικής. Στην εποχή της σμίλης και την εποχή του τροχού. Τούτο, για πρώτη φορά το έβλεπε η πόλη και άνοιγε τα μάτια της. Πριν το 1990 οι γλύπτες της πήγαιναν στα νταμάρια, επιλέγανε την πέτρα, τη φορτώνανε σε ανατρεπόμενο, τη μπάζανε με χίλια ζόρια από το παράθυρο στα στούντιο και εκεί με τη σμίλη και το σφυρί έβγαζαν από μέσα της πότε έναν μιναδόρο, πότε έναν εθνικό ποιητή, πότε έναν πρύτανη πανεπιστημίου, πότε δυο βουρκαριανές τραγουδίστριες, κτλ. Η σμίλη τότε ήταν σαν να τσιμπολογούσε την πέτρα. Ο τροχός σήμερα είναι σαν να της δείχνει το ποιος είναι το αφεντικό. Και η αναμέτρηση δεν γινότανε απόμερα, σε κλειστούς χώρους, αλλά σε μαρμαρένιο αλώνι. Έξω, στην αμμουδιά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολλών περιπατητών, που τους δόθηκε η ευκαιρία να μπουν στα άδυτα της καλλιτεχνίας.

Περισσότερο από το διαχωρισμό δύο εποχών, πράγμα που αφορά την τεχνική διαδικασία στη γλυπτική, το εγχείρημα τούτο άνοιξε λογαριασμούς με τη νοοτροπία της πόλης, που άφηνε ανοιχτό το πεδίο για να κάνουν κουμάντο ο επαρχιωτισμός, ο συντηρητισμός, ο ετσιθελισμός. Το κακό δεν περιορίστηκε μόνον όσον αφορά τα γλυπτά. Οι περισσότεροι, ας πούμε, αναρωτιούνται ακόμα ποιος ο λόγος να στηθεί σε κεντρικό ανθόκηπο ανδριάντας της Hillary Klinton (!) κι ακόμα να στηθεί η κεφαλή του ρουμάνου Nikollae Jorga (!), αφού κανείς δεν μπορεί να απαντήσει ποια η προσφορά των δύο αυτών στην πόλη. Θα μπορούσαμε, λένε, να αντιπαραβάλουμε λχ στους προαναφερόμενους τον ιταλό αρχαιολόγο Ugolini με μεγάλη προσφορά στην ανακάλυψη του Βουθρωτού και της Φοινίκης.

Η νοοτροπία σημάδεψε αρνητικά και τη γενικότερη αισθητική της πόλης. Το μεγάλο μωσαϊκό της βυζαντινής βασιλικής στο κέντρο της πόλης βαριανασαίνει κάτω από βαρύ στρώμα άμμου. Άφαντα και τα περίπου δέκα άλλα διάσπαρτα μωσαϊκά. Τα βυζαντινά τείχη άλλα ξεσπυρίστηκαν κι άλλα αιχμαλωτίστηκαν σε ισόγεια πολυκατοικιών. Ένα μπούνκερ, όπως αυτό στη λεωφόρο, σάμπως να το φτιάξεις με γυαλί της καλύτερης ποιότητας, να του βάλεις μέσα βιβλία και cd και υπηρεσίες για πληροφορίες, πάλι μπούνκερ θα μείνει. Γιατί δεν είναι το υλικό, η νοοτροπία είναι, που του δίνει τη μορφή. Εδώ κι εκεί σε άλλα σημεία βλέπει κανείς εικονίσματα και ανδριάντες. Η νοοτροπία είναι ικανή να φτιάξει ακόμα και μνήμα στη λεωφόρο, ναι μνήμα, μολονότι υπάρχει το νεκροταφείο των ηρώων, να σε δεχτεί αν είσαι ήρωας και το κοινό νεκροταφείο, αν είσαι απλός και καθημερινός άνθρωπος. Ευτυχώς δεν έγινε η στρούγκα με πρόβατα και σκύλους, καρδάρες γκλίτσες, κτλ. στη μέση της πόλης, όπως προτάθηκε στο δημοτικό συμβούλιο!

Τα πέντε γλυπτά ελεύθερης θεματολογίας, σύγχρονης σύλληψης και υψηλού αισθητικού αποτελέσματος ήταν μια γερή γροθιά στο στομάχι της νοοτροπίας, που λέγαμε. Δεν ξέρουμε αν θα κάνει πίσω, αλλά για την ώρα διπλώθηκε από τον πόνο. Όχι ότι τις μέρες εκείνες δεν προσπάθησε να σπείρει ζιζάνια. Έσπειρε. Όπως λχ, «Τι, δηλαδή, με σκόνες θα τις βγάλουμε τις γιορτές!» ή «Καλά, ρίχνει κανείς τόσα χρήματα σε πέτρες, καλύτερα να τα μοιράζανε στους φτωχούς!». Ωστόσο, αυτά κι άλλα τέτοια δεν κολλούσανε στα πέντε ολοκληρωμένα γλυπτά και στο ένα, που για την ώρα παρέμενε στο λευκό σκοτάδι του μαρμάρου και, που όλα μαζί εφορμούσανε σαν αποφασισμένη διμοιρία. Η πρώτη μεγάλη νίκη έναντι της παλαιάς νοοτροπίας καταγράφηκε στα χρονικά της πόλης το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη 2016. Αν προσθέσεις εδώ και τις παρεμβάσεις, που υποχρεωτικά γίνονται μαζί με κάθε σημαντικό έργο, όπως αυτό της  ανανέωσης του εσωτερικού δικτύου ύδρευσης και του δικτύου των όμβριων υδάτων, προς το καλύτερο φυσικά, σίγουρα η παλιά νοοτροπία περί αισθητικής θα παραμείνει για πολύ καιρό διπλωμένη από τη γερή γροθιά.

Οι ποιητές και οι ζωγράφοι, δίνουν κι αυτοί μάχες με τις λέξεις και τα χρώματα. Αλλά καθώς βλέπανε το πώς και σε τι συνθήκες παλεύανε οι πέντε γλύπτες, με το μάρμαρο, ένιωθαν άβολα. Ένιωθαν κάτι σαν αριστοκράτες της καλλιτεχνικής ζωής. Αφού, αν δεν είχαν υπόψη το σωματότυπο του καθενός από τους γλύπτες ή κάποιο στοιχείο εσωτερικότητας όπως η επιμονή, το στήσιμο πάνω από το έργο, η στιγμιαία περισυλλογή, ούτε που θα τους γνωρίζανε. Τα ρούχα εννοείται, αλλά χιονισμένα ήταν ακόμα και τα βλέφαρα και φρύδια.

Ωστόσο, ο Νίκος, αν και τα ’χει τα χρονάκια του, στριφογύριζε γύρω από τα δελφίνια λες και περίμενε πρώτα να ακούσει την χαρακτηριστική κραυγή τους  και μετά να φύγει. Ο Βασίλης αν και βουτηγμένος στη σκόνη δεν έχανε ευκαιρία να φιλοσοφήσει, αντιπαραβάλλοντας την κλασική με τη μοντέρνα τέχνη. Ο Αποστόλης πάλευε με το κύμα του, αλλά αν είχε λάβει πιο σοβαρά το συμπόσιο θα είχε φέρει άλλες μακέτες  για το ίδιο μοτίβο, αφού, είχε, όπως έλεγε με μεράκι και μάλιστα καλύτερες. Ο Tavanxhiu, καλά αυτός ήταν ο λύκος της παρέας. Μόνον όταν το όνειρό του τοποθετήθηκε στο βάθρο, μόνο τότε πήγε στην άκρη στο κύμα και ξαπλώθηκε αρκετή ώρα. Σαν να έβλεπε άλλο όνειρο σε άλλη πόλη του κόσμου. Ο Lesko, που είχε μείνει τελευταίος, τοποθέτησε τους γλάρους του στο βάθρο την επόμενη μέρα. Κι αφού τους τοποθέτησε, πήγε απέναντι στη τζαμαρία για καφέ. Δεν είχαν περάσει παρά δυο-τρία λεπτά και συνέβη κάτι το πολύ παράξενο. Από τα βράχια, από τα ανοιχτά, από τον ουρανό καταφθάσανε εκατοντάδες γλάροι και φτερούγιζαν κρώζοντας χαρούμενοι, που επιτέλους θα είχανε κι αυτοί το έργο τους λίγα μέτρα από την ακρογιαλιά.

Οι γλύπτες έφυγαν. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης, ζωγράφος Λευτέρης Τσέκος και ο μηχανικός του Δήμου Pullumb Halimi, όμως, που είχαν το γενικό πρόσταγμα του εγχειρήματος από την πρώτη στιγμή, είναι εδώ. Για την ώρα διαμορφώνουν το χώρο της αμμουδιάς, αλλά με το νου τους βάζουν κι άλλους στόχους. Τα γλυπτά, λένε, πρέπει να συνεχιστούν μέχρι την Πινακοθήκη.

Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

 

 

 

 

Share on Facebook50Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση