ΔΗΜΩΔΗ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Δύο παραδοσιακά τραγούδια που δημοσίευσε ο Βασίλειος Μπαράς κατά τη δεκαετία του 1900. Να σημειωθεί ότι ανάμεσα στα δεκαπέντε περίπου τραγούδια που παρουσίασε ο νεαρός τότε «συλλέκτης» σε σειρά δημοσιευμάτων, δεν υπάρχει κανένα τοπικό της ιδιαίτερης πατρίδας του.

 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ

Παλληκάρια σωπετούσαν, ς’ το κρασοπουλειό,
τρεις γυναίκες επαινούσαν, για την ευμορφιά,
σαν τ’ Αντώνη τη γυναίκα, δεν είν’ ς’ τον ντουνιά
«Που την είδες; που την ξέρεις; μπρε Γιαννόπουλε»
«με ς’ τον ντουλμπαξιέ την είδα που σεργιάνιζε»
«σαν την είδες και την ξέρεις τι ρούχα φοράει;»
«άσπρον αλατζιά φορούσε με λιανά κουμπιά
και τριγύρω το λαιμό της κίτρινα φλωριά»
Πάγει Αντώνης μεθυσμένος και την έσφαξε,
το πρωί σηκώθηκε και την έκλαιε
σίκου τζήκωμ’ σίκου ρόϊδομ’ σίκου νεραντζιά,
σίκου ντύσου κι αρματώσου κι εύγα ς’ το χορό
να σε ιδώ κι εγώ καϋμένος να σε χαίρομαι (δις).

Συλλέκτης Β. Γ. Μπαράς, εφ. Ο Πύρρος, 8 Οκτωβρίου 1908

 

 

Η ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω.
Κι εγώ ’ς τον ήλιο ώμοσα ποτέ μη τραγουδήσω.
Και τώρα για τους φίλους μου και για τη συντροφιά μου,
θελά το σκούξω αγαλινά και να το ειπώ μεγάλα.
Για να κουστώ ’ς τους ουρανούς ’ς τη γη την ξακουσμένη.
Για να χαρούν οι φίλοι μου, να σκάσουν οι οχτροί μου.
Π’ ανάθεμά σε Μπογδανιά, με το ζακόνι πώχεις.
Έχεις ποτάμια απέραγα, γιοφύρια ξακουσμένα.
Απάνω ’κει ς’ τον τόπο μας, εκεί ’ς το σύνορό μας.
Η κλεφτουριά μαζώνονταν, Τούρκοι και Ρωμαίοι.
Έκαμαν κι έναν πόλεμο κι ένα μικρό σεφέρι,
Τα εννιά ’δερφάκια σκότωσαν, τα πολυαγαπημένα.
Δεν κλαις και συ βρε Νικολό, δεν πολεμάς καϋμένε.
Τι πόλεμο να κάμω εγώ, τώρα το μεσημέρι.
Π’ ανάψανε τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα ηλιοπύργια.
Δεν κόβει το ντουφέκι μου, λυγάει το σπαθί μου.

Συλλέκτης Β. Μπ., εφ. Ο Πύρρος, 10 Ιανουαρίου 1908

 

 

 

 

Φωτογραφία άρθρου: agiabarbarapatras.blogspot.gr

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση