ΖΕΥΚΙΑ

Ένα διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου από το νέο του βιβλίο «Θάμπωσε ο νους» που κυκλοφορεί μέσα στις επόμενες ημέρες από τις Εκδόσεις Πατάκη

 

 

Όταν αγρίευε ο χειμώνας πήγαιναν στο νοσοκομείο της πολίχνης για ζεύκια, όπως έλεγαν. Τις περίμεναν πλέον και στο νοσοκομείο.

«Κοντεύουν οι φιλενάδες».

Πήγαιναν στο γκισέ εισαγωγής και άρχιζαν.

«Δεν μπορούμε παιδάκια μου».

«Τι έχετε γιαγιά;»

«Τα έρημα τα κόκαλα μάς λαλούν, τα μάτια γκαβώθηκαν, έρθαμαν να κάνομε και κανέναν έρημο υπέροχο».

Και πάντα κάτι θα έφερναν. Πότε καρύδια, πότε συκομαΐδες, πότε ρόιδα. Το προσωπικό τα μοιραζόντουσαν ακριβοδίκαια, έστω μισό καρύδι ο ένας. Κάπως μύριζαν ωραία. Μόλις τις έβαζαν στον θάλαμο σε διπλανά κρεββάτια κοίταζε η μια την άλλη και έλεγαν ευχαριστημένες «ζεύκια».

Η Τάσιω και η Αλέξω. Από κοριτσάκια μαζί, τυραγνισμένες. Τα χέρια τους οστεώδη, σκληρά, γεμάτα ρόζους. Τα νύχια τους σκληρά σαν κέλυφος χελώνας, σε κάτι μεριές σκούρα από σκοτωμένο αίμα· δεν θα μπορούσες όμως επ’ ουδενί να τα θεωρήσεις βρώμικα. Τα μαύρα δεν θυμούνται πόσα χρόνια τα φορούσαν. Σαν να γεννήθηκαν μ’ αυτά.

Αυτή η πονηρία τους αντιμετωπιζόταν απ’ το προσωπικό με συμπάθεια.

«Αφίχθησαν και οι Αχουριώτισες» διεδίδετο παντού.

Και ήταν σαν να μιλούσαν για κάποιο ξεχωριστό γεγονός. Πραγματικά προσέφεραν στο νοσοκομείο μιαν άλλη αίσθηση. Ρωτούσαν αδιάκριτα –εντός εισαγωγικών–, τους κοιτούσαν όλους στα μάτια, γύριζαν στους θαλάμους και έπιαναν κουβέντα με τους πάντες. Σου φαινόταν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου.

«Γιατρός μωρε-παιδάκι μου είναι και ο άντρας σου;»

«Όχι γιαγιά, δεν είμαι παντρεμένη».

«Ούι μωρε-παιδάκι μου, τι μούειπες τώρα. Εσύ είσαι παρουσιά, δεν σ’ αμπόδισε καένας;»

Ερχόνταν και οι μαθητευόμενες νοσοκόμες και έβγαζαν με τις γριές συνεχώς σέλφι.

«Ω μαύρο Τάσιω, πώς γένναμαν έτσι; Σκιορίσματα. Τήρα οι μαυροκοπέλες; Σαν τα τραντάφυλλα. Έρημα νειάτα».

Αλλά οι στιγμές που περίμεναν όλοι ήταν όταν άρχιζαν το τραγούδι. Το ρεπερτόριό τους από παλιά, λησμονημένα τραγούδια ήταν ανεξάντλητο. Άχαγε το νοσοκομείο. Και σ’ αυτούς που δεν άρεσαν με το δεύτερο, τρίτο τραγούδι άρεσαν και μάλιστα πολύ.

Έτσι πέρναγε κανας-μήνας –ερχόνταν κιόλας απ’ τα βουνά υπόνοιες της άνοιξης– και κάποιο πρωί ο διευθυντής τούς έλεγε.

«Ε κυράδες μου τόσο ήταν. Είστε περδίκια. Με λύπη μας θα σας αποχωριστούμε».

«Ω μωρε-παιδάκι μου από ταν τώρε; Ήμασταν μόγλυκες και με την μαλέκω σου, που να σχωρεθεί η ψυχούλα της. Μας κρούουν και τα έρημα τα γόνατα».

«Καλά γιαγιά. Άιστε να πάρουμε μαζί κανα-κιντόι».

Έπιαναν το τραγούδι και γιόμιζε το νοσοκομείο μοσχοσίτια, κουτσουπιές, ζελενιές και αϊ-δημήτρηδες, φραξάνθια, τσέρα και πικροδάφνες. Και σπάργανα του Χριστού και θυμιάμα και αντάρες και σαρανταλείτουργα και ζαλώματα και γομαρομούλαρα και ξυνοτραχανάδες και μπόλια.

Όμως την κάψο Τάσιω την έφερε στο νοσοκομείο στο Φιλιάτι το βαρύτερο που μπορεί να τύχει σε άνθρωπο. Αρρώστησε βαρειά η κοπέλα της. Απόκοντα ήρθε και η Αλέξω. Βουβάθηκαν τα στόματα των γεροντισσών. Την τήραζε κάπου-κάπου η Αλέξω και πήγαινε το κορμάκι της πέρα-δώθε. Εκείνη η μαύρη είχε ένα μαντήλι. Εκεί το παίδευε και το παίδευε, άπαυα τα μαυροδάχτυλα. Αλλά στην κοπέλα της απάνω, καταπάνω. Την εγκάρδιωνε, την χάιδευε.

Η κοπέλα έπεσε πια σε βύθος, δεν άνοιγε καθόλου τα μάτια.

«Έλα Αλέξω» της είπε μια φορά η Τάσιω. «Να πάρουμε ένα τραγούδι ψίχα να ξεφαρμακωθούμε».

Άρχισε να λέει το τραγούδι της.

Της Αλέξως η κοπέλα
και της Γιώργαινας,
κάθε Κυριακούλα αλλάζει
και στολίζεται,
και στο παραθύρι βγαίνει
και γυαλίζεται.

Κόμπιασε και άρχισε μοιρολόι που σου ’παιρνε την καρδιά. Όλοι στο νοσοκομείο μέχρι τα μαγειρεία κράταγαν τις ανάσες τους.

«Μααύρηηη, μααύρηηη, μααύρηηηηη» έλεγε η Αλέξω και της πήγαιναν τα δάκρυα ροή.

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση