ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΧΙΟΥ

Ποιήματα από τη νέα συλλογή του Θωμά Στεργιόπουλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οροπέδιο.

 

Χίος

Ταξίδια κάνουμε όλοι. Παίρνουμε ένα από τα μέσα, που σήμερα αφθονούν και φτάνουμε στον προορισμό μας. Μα, δεν μιλούμε για ταξίδια του σώματος. Μιλούμε για το ένα ταξίδι, της καρδιάς, το οποίο το διέπουν και το ορίζουν άλλοι κανόνες. Οι κανόνες της αγάπης. Η καρδιά όλο το καθυστερεί κι όλο ανακαλύπτει προσχήματα να μην ξεκινήσει από την αφετηρία. Κι αν κάποτε επιτέλους αποφασίσει και φτάσει σε κάποιο άλλο σημείο της γης, θα το αγαπήσει με την ίδια λαχτάρα όπως την αφετηρία. Και τότε όλο θα το καθυστερεί κι όλο θα ανακαλύπτει προσχήματα να μην φύγει. Πιστεύω, είναι ευτυχισμένοι οι συγγραφείς που ανακαλύπτουν το ταξίδι της καρδιάς. Ο Θωμάς Στεργιόπουλος λχ, είναι απ’ αυτούς που το ταξίδι της καρδιάς του το κάνει ανάμεσα ΓράβαΚαρδάμυλα και τανάπαλι, Καρδάμυλα – Γράβα. Σαν να λες ΧίοςΤσεσμές και τανάπαλι, Τσεσμές – Χίος.

Η Γράβα Αγίων Σαράντα είναι το γενέθλιο χωριό του. Τα περισσότερα πνευματικά του προϊόντα τα έψαξε και τα ψάχνει εκεί, αφού είναι Γραμμένα στο χώμα, όπως έχει πει. Τα Καρδάμυλα είναι το άλλο σημείο της γης, που το αγάπησε με την ίδια λαχτάρα. Στο χώμα τους, αλλά και στα καράβια τους, ψάχνει τα βαθύτερα νοήματα του κόσμου. Που, τελικά, δεν ξεχωρίζουν απ’ αυτά που βρήκε, κατέγραψε και ερμήνευσε στη Γράβα. Έτσι είναι. Αν στο ένα σημείο της γης ή της θάλασσας έχεις την τύχη να βρεις το βαθύτερο νόημα του κόσμου, τότε το βρίσκεις σε οποιοδήποτε σημείο. Τούτο αποδεικνύεται και από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του κ. Στεργιόπολου με τίτλο «Ενθύμιον Χίου», εκδόσεις Οροπέδιο. (Ο Καβάφης θα δυσφορεί που του βγήκαμε από την άλλη, αλλά δεν γίνεται κι αλλιώς!)

Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

                                   Στον Άγγελο Αγγελιδάκη

Κάποτε θα γίνει μια γιορτή στα Καρδάμυλα.
Θ’ ανέβουν από τα βυθό τα ναυαγισμένα καράβια,
θα ’ρθούν από τα πέρατα της γης
θαλασσόλυκοι και καραβοκύρηδες
που χάραξαν στα κύματα τ’ όνομα των Καρδαμύλων
θ’ αράξουν ιστιοφόρα, περγαντίνια και μπρατσέρες
ο κόσμος θα θαυμάζει τα σκαριά τους
θ’ αστράφτει απ’ τα τάματα ο Άγιος Νικόλας
κι από τα στοιχειωμένα αρχοντικά
θα βγουν γενειοφόροι καπετάνιοι
να σου σφίξουν το χέρι, να σε αγκαλιάσουν.
Απ’ τη βαθιά θάλασσα της λησμονιάς
ανέβασες στο φως τα καταποντισμένα Καρδάμυλα.

 

ΚΑΡΔΑΜΥΛΑ

Άγκυρες σκουριασμένες στις αυλές
πάνω στις πόρτες σκαλιστές γοργόνες.

Πνιγμένοι ναυτικοί και άγιοι στα εικονοστάσια,
αντί για φάροι, ξωκκλήσια στα βράχια.

Καταμεσής της θάλασσας σπίτια μεγάλα,
δυο δέρνουν τα σπίτια οι φουρτούνες,
μια τα καράβια.

Κι η κυρά Μαρία η χαροκαμένη
μονάχη στην αυλή με τους βασιλικούς
ξορκίζει τον θυμωμένο Ποσειδώνα, τραγουδώντας
«Τη θάλασσα την αρμυρή, θα την ποτίσω μέλι».

 

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

Μη μας ρωτάτε για τη Σμύρνη,
μη μας ρωτάτε για το Κορδελιό.

Έχει μπει τόση αρμύρα στα μάτια μας
τόσος καπνός κι αποκαΐδια
που τίποτα δεν είδαμε από την όμορφη πόλη
με τους ανθρώπους που μας μοιάζουν
τους μικροπωλητές, τα ζαχαροπλαστεία
όπου κερνάνε βυσσινάδα
τους φίλους από την Ελλάδα..

Μη μας ρωτάτε για τη Σμύρνη
μη μας ρωτάτε για την προκυμαία
το ξακουστό λιμάνι.

Έχει μπει τόση αρμύρα στα μάτια μας
τόσος καπνός κι αποκαΐδια
που τίποτα δεν είδαμε
κι ας τριγυρίζαμε τρεις μέρες στα σοκάκια της.

Μη μας ρωτάτε για τη Σμύρνη!

 

ΜΑΣΤΙΧΟΔΕΝΤΡΑ

Τυραννισμένα δέντρα
πάντα πράσινα
που σας πληγώνουν αδιάκοπα
κι αντί για δάκρυα στάζετε μαργαριτάρια.

Τυραννισμένα δέντρα χιλιοπληγωμένα
συχνά, όταν περνάω ανάμεσά σας
και μετράω τις μαχαιριές,
δεν ξέρω γιατί σκέφτομαι τους ποιητές.

 

ΤΡΙΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Τριγυρίζοντας χρόνια στο νησί
που λάτρευε τη Δήμητρα
βρήκα παινέματα της γης και του νερού
γραμμένα σε γκρεμούς και καταράχια
από ξωμάχους και περιβολάρηδες ποιητές:
Θεόκηπα, Ρουσάμπελο, η Γριά Πηγή,
Δροσόκηπος, Μολυβοχώματα, τ’ Αγγέλου το νερό…
Και τον κυρ Γιάκωβο μες τα καρδαμυλίτικα περβόλια
να τραγουδάει ένα παλιό τραγούδι, ξεχασμένο:
«Πουλί μου, το στηθάκι σου, τι έχει που φουσκώνει,
μήλο είναι ή ροδάκινο ή χιώτικο λεμόνι;»

 

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΣΤΗ ΣΙΔΗΡΟΥΝΤΑ

Ηλιοβασίλεμα στη Σιδηρούντα
και το μενεξελί τριαντάφυλλο του ήλιου
αργεί να πέσει στη θάλασσα
επειδή τ’ αγναντεύουν δυο ερωτευμένοι.

 

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΑΓΌ

Αυγουστιάτικη νύχτα στο Ναγό,
παράθυρα και πόρτες ξεχασμένα ανοιχτά
κι εσύ στα νοτισμένα βότσαλα.
Κι ένα φεγγάρι πάνω από τη θάλασσα
να βγαίνει μονάχα για σένα.

 

ΣΥΧΝΑ ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

Συχνά τα καλοκαίρια, στο δρόμο προς τη Σιδηρούντα
ένας άγγελος αφήνει στα ξύλινα παγκάκια κάτω από τα πεύκα
δυο ξεραμένα κουκουνάρια και μια στάμνα απ’ τ’ Αρμόλια
γεμάτη κρύο νερό.

Κάθεσαι και γύρω σου η ερημιά ημερεύει.
Με δυο μπουκιές ψωμί και μια γουλιά νερό
ξαναβρίσκεις τη γεύση της χαράς και τη γαλήνη.
Και μόνο τότε καταλαβαίνεις
γιατί εδώ αντέχουν τη μοναξιά
οι λιγοστοί άνθρωποι.

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΟ ΝΑΓΌ

Μια ντουφεκιά γαλάζιο τόσο ξαφνική
που δεν μπορείς να προχωρήσεις.

 

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

                                    Στο γιο μου

Μα πότε μπήκε στο κρεβάτι σου η θάλασσα;
Όλοι οι δικοί μας χώμα ανακατεύανε.
Ίσως τα δειλινά στους Αγίους Σαράντα
όταν σε βρίσκαμε ξεχασμένο στο μουράγιο
να ρίχνεις στα κύματα χάρτινα καραβάκια.

Ίσως στα Καρδάμυλα που ανάσαιναν φουρτούνα
όταν ο Καπετάν Κώστας σε άγγιξε
με το χέρι που οδηγούσε τα υπερπόντια καράβια
και σε μύρανε με τ’ αγίασμα που ’χε για φυλαχτό
κι ημέρευαν τα κύματα του Ατλαντικού
γαλήνευε η Μαύρη Θάλασσα.

Μια μέρα έφερες τον κόσμο στο σπίτι μας,
ένας μεγάλος χάρτης ήταν, τον άπλωσες
και μας έδειξες τα μελλοντικά σου ταξίδια:
Μια αόρατη γραμμή λίγο πιο κάτω
από της Γροιλανδίας το λευκό
λίγο πιο πάνω από τη Γη του Πυρός
και σύριζα στην αγωνία μας.

Έφυγες ξαφνικά ένα πρωί
μ’ ένα καράβι ακατάδεκτο και βιαστικό
μπερδεύοντας τις ώρες του καημού μας.
Δύσκολα να σε βρούμε πια
δεν ξέρουμε που να σου γράψουμε
κι όταν χτυπάει το τηλέφωνο
η φωνή σου μας βρίσκει στην καρδιά.

Πάει καιρός, που ένα μεγάλο καράβι
φορτωμένο φωτιά
κάνει κύκλους γύρω απ’ τη ζωή μας
κι είμαστε εμείς οι ναυαγοί.

 

ΧΙΟΥ ΕΝΘΥΜΙΟΝ

                        Του Μάρκου και της Ρένας

Ήταν καλοκαίρι, κι ήθελες
να μου χαρίσεις κάτι από τη Χίο.
Κοίταξες τριγύρω
βράχια, φρύγανα και δυο τρία πεύκα.

Κι έκοψες ένα πράσινο κουκουνάρι
κρουστό σαν κοριτσίστικο στήθος
μικρό σαν αρχαίο μυροδοχείο.
Το ’τρυψες σε μια πέτρα
και μου το ’δωσες να το μυρίσω.

Κι είναι από τότε που έχω μέσα μου
όλες τις ευωδιές της Χίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook30Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση