Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Ελληνική ΜειονότηταΗ ομιλία του καθ. Δώρη Κυριαζή στο 9ο φεστιβάλ ποίησης του συλλόγου IONIAN CREATORS CLUB που διεξήχθη στην πόλη των Αγίων Σαράντα  στις 25 – 26 και 27 Σεπτεμβρίου. Να ευχαριστήσουμε τον κύριο καθηγητή που μπήκε στον κόπο να μεταφράσει το κείμενο (από τα Αλβανικά) και να μας το παραχωρήσει.

 

 

 

Λογοτεχνία των συνόρων: η επιβίωση της λογοτεχνίας της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία και οι σημαντικότερες φάσεις της

Δώρης Κ. Κυριαζής
Επίκουρος καθηγητής Ιστορικής Γλωσσολογίας
Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσσαλονίκης
kyrdoris@lit.auth.gr

 (9η Ποιητική Συνάντηση του Ionian Club των Αγίων Σαράντα, 26 Σεπτεμβρίου 2015)

 

Αγαπητοί φίλοι, αξιότιμα μέλη του Ionian Club Αγίων Σαράντα, σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να συμμετάσχω στην 9η συνάντησή σας και επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω με την ευκαιρία αυτή ότι το εννέα είναι συμβολικός και ευοίωνος αριθμός όχι μόνο γενικά, αλλά και για την πρόσφατη και απώτερη ιστορία της πόλης μας, Αγίων Σαράντα. Στις 9 Οκτωβρίου 1944, οι Άγιοι Σαράντα απελευθερώθηκαν από τις παρτιζάνικες μονάδες, όπου συμμετείχαν και μαχητές από την ελληνική μειονότητα. Στις 9 Μαρτίου, επίσης, γιορτάζουμε τη μνήμη των Σαράντα Αγίων, η Μονή των οποίων έδωσε το όνομά της στην πόλη που μας φιλοξενεί.

Εκείνο που καταλαβαίνει κανείς από την όμορφη αυτή συνάντηση είναι το ότι το περιτύλιγμα από μπετόν, που σαν να έχει αλλοτριώσει την πόλη των Αγ. Σαράντα, δεν κατάφερε να περιορίσει το ποιητικό της πνεύμα.  Εκείνο που θα μπορούσε να ειπωθεί, επίσης, είναι ότι εμείς οι άνθρωποι των γραμμάτων έχουμε πολλά ακόμα να κάνουμε για να ανεβάσουμε τον ήλιο ψηλότερα, όπως θα έλεγε και ο Οδυσσέας Ελύτης.

Η λογοτεχνία που γράφει μια εθνική μειονότητα είναι από τα γεννοφάσκια της λογοτεχνία συνόρων, και δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στα πολιτικά σύνορα, αλλά κυρίως στα κοινωνικά και στον τρόπο που διαθλάται στο σώμα της μειονότητας η νοοτροπία της πλειονότητας.

Αναφερόμενοι στη λογοτεχνία της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία, είναι ανάγκη να πούμε κατ’ αρχάς δυο λόγια για τον τρόπο δημιουργίας και για τα χρονικό πλαίσιο ύπαρξής της. Η ελληνική εθνική μειονότητα της Αλβανίας δημιουργήθηκε ως οντότητα από τότε που ιδρύθηκε το αλβανικό κράτος και τέθηκαν τα πολιτικά και εδαφικά σύνορα ανάμεσα στις δυο χώρες. Είναι γνωστό, ωστόσο, ότι τα μέλη της διέμεναν από χρόνια στα εδάφη όπου βρίσκονται και σήμερα και ότι στο διάβα των αιώνων δημιούργησαν μια πλούσια προφορική παράδοση, ριζωμένη βαθιά στο χρόνο.

Και επειδή όταν μιλάμε για τη λογοτεχνία, είναι αδιανόητο να την διαχωρίζουμε από τη μυθολογία, επιτρέψτε μου να αναφερθώ εν συντομία σε έναν από τους θρύλους που διηγούνται οι ηλικιωμένοι του τόπου μας, σε ένα μαργαριτάρι της προφορικής κληρονομιάς της ελληνικής μειονότητας, το οποίο, όπως κάθε μαργαριτάρι, χρειάστηκε χρόνο πολύ για να τελειοποιηθεί και να φτάσει σε εμάς ως τέτοιο, λαξευμένο και διαδεδομένο στη μνήμη γενεών.

Ο θρύλος αυτός κάνει λόγο για ένα στοιχειό που τριγύριζε στις πηγές και οι άνθρωποι και τα κοπάδια διψούσαν, τα σπαρτά καταστρέφονταν. Ένας χωρικός, καρβουνιάρης, βρήκε τον τρόπο να το εξαφανίσει. Φόρτωσε το ζώο του με δυο σακιά κάρβουνα, αφού τοποθέτησε μέσα τους αναμμένη ίσκα. Πλησίασε στη φωλιά του στοιχειού και πρόγκηξε το ζώο. Το στοιχειό βγήκε από τη φωλιά, είδε το ζώο, τα καταβρόχθισε, αλλά σε λίγο τα σωθικά του άρχισαν να καίγονται. Φώναξε τότε «Έβγα μάνα θάλασσα κι αδελφούλα Μπίστρισσα», αλλά η Μπίστρισσα αρνήθηκε να του σβήσει τη φωτιά, γιατί είχε κακιώσει, επειδή την αναφώνησε αδελφή και όχι μάνα. Έτσι, καιγόμενο προχώρησε στην πλαγιά του βουνού και από τις δύο άκρες του στόματος, καθώς σέρνονταν, έπεφταν στο χώμα τα βαλανίδια, που είχε φάει νωρίτερα. Το στοιχειό κάηκε, αλλά τα βαλανίδια με τον καιρό φύτρωσαν και έγιναν δυο οι σειρές από βαλανιδιές.

Ο χρόνος δεν μας επιτρέπει να μακρηγορήσουμε, αλλά αν βγείτε στην Κιάφα ε Γκιάστες (Qafa e Gjashtës) ή ανεβείτε στην κορυφή του Λεκουρσίου, θα δείτε στο βάθος του ορίζοντα το Πλατυβούνι με τα δυο ζωνάρια βαλανιδιές. Από τα μέρη εκείνα πηγάζει και η Μπίστρισσα, τα νερά της οποίας περιέβαλλαν κάποτε τη Μονή Μεσοποτάμου, ενώ το στοιχειό – φτερωτό δράκοντα  θα το βρείτε στο εντοιχισμένο ανάγλυφο της βυζαντινής εκκλησίας του Αϊ-Νικόλα, ξανά στο Μεσοπόταμο.

Στην προφορική παράδοση του λαού της ελληνικής μειονότητας διασώζονται και άλλοι θρύλοι, που δεν θα τους αναφέρουμε εδώ. Το δημοτικό τραγούδι, και ιδίως οι παραλογές του νεκρού αδερφού, του γεφυριού της Άρτας, κτλ., είναι επίσης μια άλλη πτυχή της δημιουργικής φλέβας των φορέων τους, αλλά και πηγή υλικού και έμπνευσης για τους επώνυμους λογοτέχνες που εμφανίζονται στη συνέχεια. Είναι απόδειξη επίσης των πρώιμων επαφών του ελληνόφωνου πληθυσμού με τους Αλβανούς γείτονές του. Ένα από τα πιο γνωστά Δροπολίτικα τραγούδια έχει ως επωδό τον στίχο «μώρε μπιρμπιλιώ, κιάι μόι κιάι με λιο».

Αλλά ας συνεχίσουμε τη διαδρομή μας στο χρόνο κι ας έρθουμε στη νεότερη εποχή. Υπήρξε έντεχνη λογοτεχνία στα μέρη όπου βρίσκεται σήμερα η ελληνική μειονότητα; Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, ειδικά στα Βαλκάνια, η έννοια των συνόρων εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα. Στον απέραντο αυτοκρατορικό χώρο οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν, φτάνανε στην Κωνσταντινούπολη και μακρύτερα, και τα ταξίδια αυτά τους άνοιγαν τα μάτια.

Μέχρι τα πλούσια μέρη του Δούναβη έφτασε ο ποιητής Σταυρινός Βεστιάρης, από τη Μάλτσανη Δελβίνου, γνωστός ως ένας από τους εκπροσώπους της ελληνικής δημώδους λογοτεχνίας του 17ου αιώνα, ο οποίος περιγράφει τα κατορθώματα του Μιχαήλ Βοεβόδα της Βλαχίας στις μάχες κατά των Τούρκων. Ο Σταυρινός γράφει χιλιάδες στίχους, σε ελληνικά που βρίσκονται πολύ κοντά σ’ αυτά που θα αποκαλούσαμε σήμερα λαϊκή γλώσσα. Η γλώσσα του περιέχει στοιχεία μιας υπό διαμόρφωση κοινής και ο ποιητής έχει κατορθώσει να αποβάλει τα ιδιωματικά χαρακτηριστικά της περιοχής απ’ όπου κατάγεται.

Ένας άλλος δημιουργός από εκείνα τα μέρη, ο Δελβινιώτης Χατζή Σέχρη ή Σεχρέτης, ο λαϊκός ραψωδός που συνέθεσε στα ελληνικά τις χιλιάδες στίχων της «Αληπασιάδας», θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας από τους προδρόμους της λεγόμενης τοπικής λογοτεχνίας, αφού χρησιμοποιεί ακριβώς και πρωτίστως την ελληνική που έμαθε από μικρούθε στο Δέλβινο και τα περίχωρά του.  Υπό την έννοια αυτή, η «Αληπασιάδα» του Σεχρέτη, εκτός από μια πλούσια πηγή ιστορικών πληροφοριών για τον Αλήπασα τον Τεπελενλή και την εποχή του, είναι συνάμα και μια γραπτή μαρτυρία της γλώσσας της ελληνικής μειονότητας, από τις πρωιμότερες.   Για να δώσουμε κανένα παράδειγμα, στα αλβανικά λέμε sot për sot και ο Χατζής μεταφράζει κατά λέξη «σήμερα διά σήμερα»· λέμε επίσης Na marrçin të keqen! Και εκείνος μεταφράζει «Να μας πάρουν το κακό!». Είναι εκφράσεις που τις ακούμε και τώρα στη γλώσσα της μειονότητας, αλβανικές επιδράσεις που δεν εντοπίζονται σε άλλα σημεία της ελληνόφωνης επικράτειας, για τις οποίες όμως θα πρέπει να εικάσουμε ότι τις άκουγε στην εποχή του και ο Σεχρέτης. Διαφορετικά δεν ερμηνεύονται οι ιδιαιτερότητες αυτές της γλώσσας του, ούτε και η καταπληκτική ικανότητα που διαθέτει να στιχουργεί στη γλώσσα αυτή, η οποία ικανότητα δεν μπορεί να ερμηνευτεί χωρίς την ύπαρξη μιας αντίστοιχης εγχώριας στιχουργικής παράδοσης.

Κατά τον 19ο αιώνα εμφανίζονται μια σειρά από λόγιους του τόπου μας, ανάμεσα στους οποίους οι Δροβιανίτες Μυστακίδης, Πετρίδης, Ζώτος Μολοσσός, που, εκτός από θέματα σχετιζόμενα με την τοπική ιστορία, γράφουν και για τους Αλβανούς γείτονές τους. Εγκαινιάζεται έτσι μια παράδοση που θα συνεχιστεί από τις επόμενες γενιές ανθρώπων των γραμμάτων της μειονότητας. Δεν θα πρέπει να παραλειφθούν και άλλα ονόματα, όπως του Αργυροκαστρίτη Αλέξανδρου Βασιλείου, φίλου και στενού συνεργάτη του πνευματικού ηγέτη των Ελλήνων διαφωτιστών Αδαμάντιου Κοραή. Είναι τιμή για την πόλη του Αργυροκάστρου το ότι το τέκνο της αυτό καταπιάνονταν γύρω στα 1800 με το εμπόριο βιβλίου σε Γαλλία και Αυστρία, και το ότι το όνομά του είναι καταχωρημένο στο βιβλίο επισκεπτών της φημισμένης Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας. Ένας άλλος διαφωτιστής από τον τόπο μας, ο λιγότερο γνωστός Γεωργουτσατινός Κυρίτσης Κότρας, μαθητής και συνεχιστής του έργου του επιφανούς ηπειρώτη εθνοδιδασκάλου  Αθανάσιου Ψαλίδα, άφησε σε χειρόγραφη μορφή μια Γεωγραφία της Αλβανίας και της Ηπείρου, συνταγμένη γύρω στα 1830, που εκδόθηκε στα Γιάννενα το έτος 1964. Στο έργο αυτό βρίσκουμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον υλικό και πνευματικό βίο των Αλβανών, βρίσκουμε καταγεγραμμένα για πρώτη φορά τα τραγούδια “Do marr çiften, do dal për gjah…” ή “Kjo syzeza qan me lot, qan me lot, / kam baban’ e s’e lë dot, s’e lë dot…”.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα εμφανίζεται ο συγγραφέας Αθανάσιος Οικονομίδης, από την Πολίτσιανη Αργυροκάστρου, μια από τις πρώτες πετυχημένες γραφίδες που καταπιάνεται με τη ζωή των απλών ανθρώπων της υπαίθρου, τα ήθη τους, την ξενιτιά κτλ. Το έργο του πατέρα θα το συνεχίσει ο γιος Μιλτιάδης Οικονομίδης, αληθινός μαέστρος ενός πεζού λόγου γραμμένου σε στρωτά ελληνικά, πλούσια σε τοπικές ιδιωματικές αποχρώσεις. Ο Μ. Οικονομίδης μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους εκπροσώπους της πρώτης φάσης της λογοτεχνίας της ελληνικής μειονότητας, φάση που εκτείνεται από τα χρόνια ανεξαρτησίας της Αλβανίας και μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλη πετυχημένη γραφίδα είναι και ο συγγραφέας Γιάννης Λίλης από τη Δερβιτσιάνη, γνωστός και στον αλβανικό τύπο της δεκαετίας του 1930, καθώς και η συγγραφέας Κατίνα Παπά.

Η πιο ενδιαφέρουσα και πιο προβληματική περίοδος για τη λογοτεχνία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία εκτείνεται στα χρόνια 1945-1990, που θα τα χαρακτηρίζαμε και χρόνια της στρατευμένης και πολιτικοποιημένης λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία της ελληνικής μειονότητας συμβαδίζει τώρα με την αλβανική λογοτεχνία σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Βιώνει το ερμητικό κλείσιμο των συνόρων ως αποκοπή από την παράδοση της έντεχνης ελληνικής λογοτεχνίας και ως παρά φύσιν και αποτυχημένη προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας παράδοσης, το έτος μηδέν της οποίας σηματοδοτούνταν από την ίδρυση του ΚΚ Αλβανίας! Άρχισε να καλλιεργείται η ιδέα ότι η μειονότητα αποτελούσε μια ξεχωριστή οντότητα, τμήμα της σοσιαλιστικής πατρίδας Αλβανίας, ενώ πέραν των συνόρων βρισκόταν η καπιταλιστική Ελλάδα. Οι Έλληνες της μειονότητας είχαν την εποχή εκείνη μια πραγματική και ιδεολογική πατρίδα, την Αλβανία, και ταυτόχρονα μια εικονική και εχθρική πατρίδα, την Ελλάδα. Για να καταλάβουμε τι συνέβαινε τότε, αρκεί να αναφέρουμε ότι στο σύγγραμμα λογοτεχνίας για  τα σχολεία της μειονότητας η ελληνική λογοτεχνία συγκαταλεγόταν και μελετιόταν στο πλαίσιο της ξένης λογοτεχνίας. Τα δεινά που προκάλεσαν το «σιδηρούν παραπέτασμα» και η ακραία απομόνωση  περιγράφονται στα έργα των Φ. Κυριαζάτη, Θ. Στεργιόπουλου κ.ά., ενώ ο Δροπολίτης πεζογράφος Τηλέμαχος Κώτσιας συλλαμβάνει την τραγικότητα της  κατάστασης όταν παρατηρεί πως τα σύνορα έκοψαν στα δύο το κεντρικό δρόμο του  χωριού και από τις δυο πλευρές τους άρχισε να φυτρώνει χορτάρι, όπως φυτρώνουν τα γένια στο πρόσωπο του νεκρού!

Ο πιο αντιπροσωπευτικός ίσως συγγραφέας της περιόδου αυτής θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Π. Τσούκας. Στην πραγματικότητα, δίπλα στους συγγραφείς σαν κι αυτόν, εμφανίζονται κι άλλοι νεότεροι, που προσπαθούν να χτίσουν το δικό τους προφίλ εντός των περιορισμών της εποχής. Εκείνοι, πέρα από το καλλιτεχνικό τίμημα που οφείλουν να πληρώσουν στο δικτατορικό καθεστώς,  εξυπηρετούν τη λογοτεχνία που θα την ονομάζαμε της μνήμης και της αντίστασης. Μέσα στα δύσκολα εκείνα χρόνια συσσωρεύουν το υλικό που θα τους χρησιμεύσει να γράψουν λογοτεχνία στα χρόνια της ελευθερίας.

Περνάμε τώρα στη σύγχρονη φάση της λογοτεχνίας αυτής, η οποία αρχίζει το 1990 και φτάνει ίσα με τις μέρες μας. Είναι η περίοδος ανοίγματος του γεωγραφικού και καλλιτεχνικού ορίζοντα και των προσπαθειών επανένταξης στην ιστορική κοίτη της, που δεν είναι άλλη από τη μοντέρνα ελληνική λογοτεχνία. Το ένα τέταρτο αιώνα που έχει μεσολαβήσει μας δίνει το δικαίωμα να πούμε ότι επρόκειτο για δύσκολη διαδικασία, που παρόλα αυτά ξεπεράστηκε επιτυχώς από ένα μέρος των δημιουργών και καλλιτεχνών που κατάγονται από τα μέρη μας, η πλειοψηφία των οποίων ζει σήμερα στην Αθήνα και αλλού.

Πιστεύω ότι η πρόκληση αντιμετώπισης του ελλαδίτη αναγνώστη δεν πρέπει να οδηγήσει τη λογοτεχνία αυτή σε απώλεια του τοπικού χρωματισμού της. Και ο χρωματισμός αυτός σχετίζεται ακριβώς με το γεγονός ότι η λογοτεχνία της μειονότητας είναι και οφείλει να είναι σημαδεμένη από τη σφραγίδα των συνόρων, δηλαδή των βιωμάτων και εμπειριών που είναι άγνωστες ή λιγότερο γνωστές για τον αναγνώστη. Από την άλλη, η λογοτεχνία αυτή και οι εκπρόσωποί της, όπως συνέβαινε παραδοσιακά, έχει συμβάλει και εξακολουθεί να συμβάλλει στην εγκατάσταση καλλιτεχνικών γεφυρών με την αλβανική λογοτεχνία και την αλβανική πραγματικότητα. Αναφέρομαι όχι απλά στο ρόλο τους στις μεταφράσεις από και προς την άλλη γλώσσα (ελληνική ή αλβανική), αλλά προπάντων στην αποκάλυψη ενός κόσμου που εκείνοι τον γνωρίζουν και τον έχουν βιώσει καλύτερα και εντονότερα από οποιονδήποτε άλλο. Περίπτωση που αξίζει ενδιαφέρον και μελέτη ξεχωριστή είναι και οι συγγραφείς που γράφουν στην ελληνική και στην αλβανική, από τους οποίους θα αναφέραμε τον ποιητή Νίκο Κατσαλίδα.

Στα χρόνια της ελευθερίας παρατηρείται μια έντονη εκδοτική δραστηριότητα βιβλίων ποικίλης ύλης, αρχής γινομένης από  τις μονογραφίες για ξεχωριστά χωριά, τις συλλογές δημοτικών τραγουδιών και λαογραφικής ύλης, τα κατ’ εξοχήν λογοτεχνικά βιβλία καθώς και εκείνα με δοκίμια και απομνημονεύματα. Οι εκδόσεις αυτές πραγματοποιούνται κυρίως στην Ελλάδα αλλά και στο Αργυρόκαστρο και τους Αγ. Σαράντα. Ειδική μνεία αξίζει η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ηλεκτρονικού περιοδικού που αναλαμβάνει να προβάλλει τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική κίνηση και τις ιστορικές και πολιτιστικές παραδόσεις της μειονότητας, προσπάθεια που βρίσκεται στα πρώτα βήματα της.

Μπορούν να γίνουν σήμερα προβλέψεις για το μέλλον της λογοτεχνίας αυτής; Είμαι της άποψης ότι θα εξακολουθήσει να υφίσταται και να έχει αναγνώστες για όσο καιρό θα αντικατοπτρίζει την ενδιαφέρουσα προβληματική του ζην δίπλα στα σύνορα. Είναι ένας ειδικός και πολλά υποσχόμενος τόπος, επειδή, παρότι μιλάμε για άρση ή κατάργηση των συνόρων, γεωγραφικών και κοινωνικών, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η ζωή μας θα συνεχίσει να σημαδεύεται απ’ αυτά για αρκετό ακόμη χρόνο.

Κλείνω με ορισμένους στίχους «αλιευμένους» από την ποιητική συλλογή «101 ποιήματα για μια χούφτα τόπο. 1970-1991» του συμπατριώτη μας ποιητή Α. Ζαρμπαλά (Αθήνα 1992):

Το πηγάδι μας

Εμείς εδώ το βρήκαμε.
Κι
 οι παππούδες –λένε– εδώ το βρήκανε κι αυτοί
σαν πέτρινος προσπάππος, που έπιασε το μονοπάτι
ακούμπησε στο δάσος
και μετράει το μπόι των γενιών και των ανθρώπων.

Έχει τα κλαριά από πάνω σαν αχτένιστα μαλλιά
έχει τα χορτάρια σαν η καταπράσινη γενειάδα του
κι έχει δυο καμάρες μες στο μέτωπο·
άδεια μάτια, που κοιτούν επίμονα.

Μην είναι τάχα ο Όμηρος;

Με το όνομα του Ομήρου, «πατέρα της ποίησης», όπως θα τον ονόμαζε ο Ναήμ Φράσσαρης (Naim Frashëri), θα ήθελα να κλείσω τη σύντομη αυτή παρουσίαση, ευχαριστώντας κι άλλη μια φορά για την πρόσκληση και την προσοχή σας.

 

 

 

Share on Facebook33Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση