Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΟΥΛΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.literature.gr

 

ΦΑΚΕΛΟΣ: Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό: Ο Χρήστος Πούλας για την ελληνική λογοτεχνία στην Αλβανία.

 

Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο της διερεύνησης της εξωστρέφειας ή εσωστρέφειας της Ελληνικής λογοτεχνίας, το Literature.gr εγκαινιάζει μια σειρά από συνεντεύξεις με μεταφραστές. Σκοπός μας είναι να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει ακριβώς στο εξωτερικό σε σχέση με την ελληνική λογοτεχνία, πόσο γνωστή και αποδεκτή είναι από τους ξένους αναγνώστες, σε ποια εμπόδια προσκρούει η διάδοσή της. Ακόμα, επιδιώκουμε, μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις και τη συσσωρευμένη εμπειρία των μεταφραστών, να ανιχνεύσουμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, τις ιδιαιτερότητες της μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας και γενικά τον ρόλο του μεταφραστή.

Επιμέλεια: Αιμίλιος Σολωμού

 

Οι μεταφράσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα αλβανικά μετρούν έναν αιώνα ζωής. Η πρώτη μετάφραση αφορά το 1911 και «ένα άσημο μυθιστόρημα (‘romandramatik’), αγνώστου συγγραφέα με τίτλο GabimiItmerruar (Το κατατρεγμένο πλήθος), το οποίο εκδόθηκε στην Κορυτσά με μεταφραστή τον Abrami Th.», όπως διαβάζουμε στο κείμενο της καθηγήτριας της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα Τίρανα Μακλένα Νίκα, που περιλαμβάνεται στην έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας «… γνώριμος και ξένος…» Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε ξένες γλώσσες, σε επιμέλεια του Β. Βασιλειάδη (2012).

Στις μεταφράσεις προς τα αλβανικά τη μερίδα του λέοντος κατέχει ο Ν. Καζαντζάκης (εννέα) και ακολουθούν ο Κ.  Βάρναλης (πέντε), ο Γ. Μπενέκος (τρεις), ο Αντ. Σαμαράκης (δύο), ενώ αρκετοί άλλοι εκπροσωπούνται με μετάφραση ενός έργου. Συνολικά μεταφράστηκαν με αυτοτελείς εκδόσεις γύρω στους 50 λογοτέχνες. Το ενθαρρυντικό είναι πως μετά την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος, το 1990, οι μεταφράσεις ελληνικών έργων αυξάνονται και σ’ αυτό συνέβαλε η ίδρυση ιδιωτικών εκδοτικών οίκων.

Για την ελληνική λογοτεχνία στην Αλβανία μιλήσαμε με τον μεταφραστή Χρήστο Πούλα, ο οποίος προέρχεται από την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Ο κ. Πούλας εργάζεται ως επίσημος μεταφραστής στην Ελληνική Πρεσβεία στα Τίρανα και συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο ΤΟΕΝΑ (http://www.toena.com.al/), τον μεγαλύτερο της Αλβανίας, από τον οποίο εκδόθηκαν μέχρι σήμερα 36 έργα κυρίως της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας. Ο εκδοτικός οίκος διευθύνεται από την Irena Toci, η οποία είναι ελληνικής καταγωγής. Ο Χρήστος Πούλας διαθέτει μεγάλη πείρα στη διερμηνεία και μετάφραση και μάλιστα στο υψηλότατο επίπεδο, σε επαφές Πρωθυπουργών, Προέδρων και Υπουργών ανάμεσα στις δύο χώρες. Πιστεύει πως το βιβλίο και η λογοτεχνία μπορούν να συμβάλουν στην προσέγγιση των δύο λαών και στην παράκαμψη των όποιων παρερμηνειών. Όπως υποστηρίζει, υπάρχει στην Αλβανία ένα κοινό που διαβάζει ελληνική λογοτεχνία. Και δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι. Είναι και ένα ποσοστό των Αλβανών που συνδέονται με την Ελλάδα εξαιτίας της μετανάστευσής τους στη δεκαετία του 1990 και οι οποίοι επιθυμούν να διαβάσουν ελληνικά βιβλία. Ο κ. Χρήστος Πούλας μάς μίλησε γι’ αυτό το αναγνωστικό κοινό και τις επιτυχίες της αλβανικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, για τις μεταφράσεις προς την αλβανική, αλλά και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι μεταφραστές της ελληνικής λογοτεχνίας και τη μετάφραση γενικότερα. 

 

 

Προέρχεστε από την ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου. Στην καθημερινότητά σας χρησιμοποιούσατε και χρησιμοποιείτε την Ελληνική και την Αλβανική όχι μόνο για την άμεση επικοινωνία αλλά και για επαγγελματικούς λόγους. Γιατί, όμως, αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα αλβανικά;

Πράγματι, γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή Δερόπολης Βορείου Ηπείρου. Η ελληνική είναι η μητρική μου γλώσσα, την  αλβανική την έμαθα μετά το δημοτικό σχολείο και τότε όχι καλά, την τελειοποίησα στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο. Έπρεπε να μάθω καλά την αλβανική, αφενός διότι είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους, και αφετέρου διότι μετά το πανεπιστήμιο, εργάστηκα  για μια δεκαετία περίπου στη Βόρεια Αλβανία, όπου εκτός της καλλιεργημένης, θα έλεγα, αλβανικής, που μαθαίναμε στο σχολείο, και της τόσκικης – διαλέκτου  της Νότιας Αλβανίας – συνήθισα και στη γκέγκικη διάλεκτο, της ομιλούμενης δηλαδή αλβανικής στη Βόρεια Αλβανία. Αργότερα όμως, οι λόγοι που με υποχρέωσαν να ασχοληθώ πιο σοβαρά με τις δύο γλώσσες, ήταν καθαρά επαγγελματικοί: Από φοιτητής ακόμα, αλλά σε μόνιμη βάση από το 1985, όταν εγκαταστάθηκα στα Τίρανα, ασχολήθηκα με το δημοσιογραφικό και μεταφραστικό έργο, αρχικά, επί επτά χρόνια,  στο Τμήμα Ξενόγλωσσων Εκπομπών  του κρατικού Ραδιο-Τηλεοπτικού Σταθμού Τιράνων και από το 1992 και επί 25 χρόνια, ως μεταφραστής στην Πρεσβεία της Ελλάδος στα Τίρανα. Κατά την  27ετή περίοδο από την πτώση του κομουνισμού στην Αλβανία, με την άρση της λογοκρισίας και της αυτο-λογοκρισίας, χαρακτηριστικά ολοκληρωτικών καθεστώτων, στα αλβανικά Μ.Μ.Ε, στον πολιτικό και τον κοινωνικό λόγο, στην πολιτική ζωή, σε βιβλία, εμφανίστηκαν και απόψεις και θέσεις που μόνο στην προσέγγιση και την καλύτερη γνωριμία των δύο λαών, ελληνικού και αλβανικού, δεν βοηθούσαν. Πάντα πίστευα ότι το βιβλίο, η κουλτούρα γενικά, βοηθούν για να έρθουν οι άνθρωποι, οι λαοί, πιο κοντά ο ένας με τον άλλο. Ασχολήθηκα λοιπόν με τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στην αλβανική και για να βοηθήσω, όσο μπορώ, τους Αλβανούς αναγνώστες να έρθουν σε επαφή με έργα Ελλήνων συγγραφέων, αλλά βασικά, και να συμβάλω στην προώθηση των ελληνικών θέσεων και απόψεων για ορισμένα θέματα που απασχολούν  σήμερα τις διμερείς σχέσεις. Πιστεύω ότι είναι πολύ καλύτερα, όταν οι Αλβανοί πολίτες, όσοι και αν είναι αυτοί που θα διαβάσουν ένα βιβλίο, ενημερωθούν και για την αλήθεια  του άλλου, του Έλληνα, για ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απασχολεί και τις δύο πλευρές. Αυτό πιστεύω ότι βοηθά στην παράκαμψη παρερμηνειών και στην προσέγγιση  των  δύο γειτονικών λαών.

Φανταζόμαστε πως πριν την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, για πολιτικούς λόγους, δεν επιτρέπονταν οι μεταφράσεις της ελληνικής λογοτεχνίας στα αλβανικά. Σήμερα είναι γνωστή η ελληνική λογοτεχνία στην Αλβανία; Υπάρχει ενδιαφέρον, προοπτική για νέες μεταφράσεις;

Δεν θα έλεγα ότι στην εποχή του κομουνιστικού καθεστώτος απαγορευόταν η μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας στα αλβανικά. Επιτρεπόταν  μια συγκεκριμένη κατηγορία έργων. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι την εποχή εκείνη αξιόλογοι  Έλληνες μειονοτικοί και Αλβανοί μεταφραστές έφεραν στην αλβανική πολλά από τα αριστουργήματα  των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, καθώς και επιφανών σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνών, τους οποίους το καθεστώς θεωρούσε «προοδευτικούς», όπως του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Καζαντζάκη κ.ά. Μετά την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος, το αλβανικό αναγνωστικό κοινό είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και πολλούς άλλους  Έλληνες συγγραφείς και ποιητές, χάρη στις προσπάθειες αρκετών αλβανικών εκδοτικών οίκων να φέρουν στους αναγνώστες τους έργα  της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μεταναστευτικές ροές από την Αλβανία προς την Ελλάδα μετά το 1990, βοήθησαν στην εκμάθηση της ελληνικής από πολλούς Αλβανούς (ο βαθμός ποικίλλει, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και τον χρόνο διαμονής στην Ελλάδα), που εξοικειώθηκαν με την ελληνική πραγματικότητα. Συνεπώς, πέρα από τους διανοούμενους, υπάρχει και αυτή η κοινότητα πολιτών που θα  τους ενδιέφερε να διαβάσουν ελληνικά βιβλία στην αλβανική.

Είναι σημαντικό να γνωρίσουν σήμερα οι Αλβανοί αναγνώστες την ελληνική λογοτεχνία;

Όπως προανέφερα, η προώθηση του ελληνικού βιβλίου στην Αλβανία βοηθά τους Αλβανούς να γνωρίσουν καλύτερα τη σημερινή Ελλάδα και τους Έλληνες, βοηθά στην προσέγγιση των πολιτών των δύο χωρών. Υπάρχουν στην Αλβανία σήμερα πολλοί άνθρωποι που έχουν μελετήσει τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, που γνωρίζουν τους Έλληνες νομπελίστες και τα έργα τους, που γνωρίζουν άλλους κορυφαίους Έλληνες συγγραφείς και ποιητές και που επιθυμούν να γνωρίσουν τα έργα και άλλων. Υπάρχουν μετά και άλλα κοινωνικά στρώματα, όχι τόσο καλλιεργημένα, που έζησαν κάποια χρόνια στην Ελλάδα και που θέλουν και αυτοί να διαβάσουν ένα ελληνικό βιβλίο.

Βασισμένος στην πείρα σας, τι είναι αυτό που θα μπορούσε να αγγίξει τους Αλβανούς αναγνώστες ενός ελληνικού βιβλίου;

Εάν θα περιοριστούμε μόνο στη δικιά μου προσωπική εμπειρία, πέρα από τη μετάφραση έργων καθαρά λογοτεχνικού χαρακτήρα, θα προτιμούσα και τη μετάφραση εκείνου που ονομάζεται ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο με τρόπο κατανοητό και από τους απλούς αναγνώστες , θα τους βοηθούσε να ενημερωθούν για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι Έλληνες ένα συγκεκριμένο θέμα που αφορά τους  δύο λαούς. Για παράδειγμα , το έργο «Το λιοντάρι της Ηπείρου, Αλή πασάς και Σούλι» του Σπύρου Μελά,  το οποίο μετάφρασα πριν από έξι χρόνια, είχε στην Αλβανία μεγάλη επιτυχία.

Παρόλο που οι Αλβανοί είναι μικρό έθνος, και η Αλβανική σχετικά πρόσφατα, τους τελευταίους αιώνες, απέκτησε οργανωμένη γραπτή μορφή, στην Αλβανία έχει αναπτυχθεί σημαντική σύγχρονη λογοτεχνία. Ο Ισμαήλ Κανταρέ και ο Φάτος Κογκόλι είναι δύο πολύ γνωστά ονόματα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Πώς το εξηγείτε αυτό;

Τα πρώτα έργα  της αλβανικής λογοτεχνίας  χρονολογούνται από τον 18ο αιώνα, γράφτηκαν όμως με ξένο αλφάβητο, διότι το σημερινό αλφάβητο της αλβανικής καθιερώθηκε μόλις το 1908. Κάποια ανάπτυξη  η αλβανική λογοτεχνία γνώρισε προπολεμικά, τη δεκαετία του 1930, υπέστη  ιδεολογικούς και άλλους περιορισμούς μετά την επικράτηση του κομουνισμού, αλλά τη δεκαετία του 1960 και στη συνέχεια, βλέπουμε  ένα άλμα στην αλβανική λογοτεχνία, το οποίο οφείλεται κυρίως στην ανάδειξη μιας νέας γενιάς δημιουργών, με κορυφαίους εκπροσώπους τους Ισμαήλ Κανταρέ, Ντριτερό Αγκόλι, Φατός Κονγκόλι  κ.ά. Εκείνη την εποχή μάλιστα, και παρά τους περιορισμούς του καθεστώτος, έργα του Κανταρέ κυκλοφορούν και στη Γαλλία. Η επιτυχία τους ίσως σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην ίδια την εποχή που έζησαν, με τις στερήσεις της και το πλούσιο υλικό θεμάτων  που η κομουνιστική δικτατορία προσέφερνε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πιο πετυχημένα έργα των Κανταρέ ή και Κονγκόλι, αντλούν τη θεματολογία τους ακριβώς από την εποχή εκείνη.

Έχοντας υπόψη ότι ο μεταφραστής (της ελληνικής λογοτεχνίας) δεν περιορίζεται μόνο στη μετάφραση του βιβλίου, ποιες δυσκολίες/προβλήματα αντιμετωπίζει από την επιλογή του βιβλίου μέχρι την έκδοση και την κυκλοφορία του;

Δεν θα ήμουν αξιόπιστος εάν θα έλεγα ότι ο μεταφραστής δεν αντιμετωπίζει προβλήματα. Η επιλογή έχει τη δυσκολία της, διότι θα πρέπει να γνωρίζεις σε ποια κατηγορία αναγνωστών θα απευθύνεται το έργο, και μετά να κάνεις την ανάλογη επιλογή. Όσον αφορά στην έκδοση και στην κυκλοφορία του, από τη στιγμή που ο μεταφραστής δεν έχει τα πνευματικά δικαιώματα, αυτό είναι αποκλειστικά θέμα  του εκδοτικού  οίκου. Οι δυσκολίες, βασικά, έχουν σχέση, πρώτα με τη μετάφραση και μετά  με την αμοιβή του. Δεν είναι το ίδιο πράγμα η μετάφραση  ενός  σοβαρού  ιστορικού  έργου, έστω και ιστορικού μυθιστορήματος, με τη μετάφραση ενός έργου που προορίζεται, ας πούμε, για σπιτονοικοκυρές. Όσο για την αμοιβή μετάφρασης στην Αλβανία, θα έλεγα ότι δεν είναι απ’ εκείνες τις αμοιβές που παροτρύνουν  κάποιον να ασχοληθεί με το μεταφραστικό έργο.

Τι θα προτείνατε εσείς για να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση;

Κατά τη δική μου άποψη, θεσμοθετημένοι φορείς που θα στήριζαν την προσπάθεια προώθησης  του ελληνικού βιβλίου σε ξενόγλωσσες αγορές, θα ήταν μια καλή λύση.  

Ο μεταφραστής είναι ο ίδιος δημιουργός κατά τη μετάφραση ή διαμεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη;

Νομίζω ότι ο μεταφραστής θα πρέπει να καταβάλει τις μεγαλύτερες δυνατές προσπάθειες για να φέρει το ελληνικό έργο στον  ξένο αναγνώστη όσο πιο πιστά γίνεται, προσαρμοσμένο σε γλωσσικό στιλ που να ταιριάζει στην αλλοδαπή γλώσσα, να βοηθήσει  δηλαδή τον Έλληνα συγγραφέα  να απευθυνθεί στον ξένο αναγνώστη στη γλώσσα του. Είμαι κάπως επιφυλακτικός στην ιδέα μετατροπής του μεταφραστή σε δημιουργό, διότι πιστεύω ότι  τέτοια δημιουργικότητα έχει κάποια όρια, τα οποία, εγώ, μιλώ για τον εαυτό μου, φοβάμαι μήπως  τα ξεπεράσω. Δεν είμαι, όμως, κάθετα αντίθετος  στην ιδέα ο μεταφραστής να έχει κάποιο  περιθώριο ελιγμών ανάδειξης των δημιουργικών ικανοτήτων του.  

Ποια θεωρείτε εσείς καλή μετάφραση και ποιο θα μπορούσε να είναι το εγχειρίδιο του καλού μεταφραστή;

Θα θεωρούσα καλή μετάφραση ενός έργου εκείνη κατά την οποία ο μεταφραστής πετυχαίνει και καταφέρνει ο αλλοδαπός αναγνώστης  να αισθάνεται ότι επικοινωνεί με τον συγγραφέα του έργου στη δική του γλώσσα.  

Ποια σημαντική εμπειρία που ζήσατε όλα αυτά τα χρόνια, μεταφράζοντας ελληνική λογοτεχνία, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας; (ενδεχομένως άγνωστα περιστατικά, η σχέση-επικοινωνία με τον συγγραφέα κ.λπ.)

Από τη δική μου εμπειρία, θα ήθελα να επισημάνω ότι στην Αλβανία  υπάρχουν αναγνώστες που προτιμούν και ένα έργο ιστορικού χαρακτήρα, όπως «Το λιοντάρι της Ηπείρου» του ακαδημαϊκού Σπύρου Μελά, υπάρχουν όμως και άλλοι που προτιμούν τα έργα της Λένας Μαντά. Αξίζει ο κόπος, δηλαδή, να  δώσεις σ’ αυτή την ποικιλία  αναγνωστών, ανάλογη ποικιλία ελληνικών έργων μεταφρασμένων στην αλβανική. 

 

 

Ο Χρήστος Πούλας γεννήθηκε 1954 στην ελληνόφωνη επαρχία Δερόπολης Βορείου Ηπείρου, Νομού Αργυροκάστρου. Μητρική του γλώσσα η ελληνική. Τελείωσε το Δημοτικό  και το Γυμνάσιο στην ελληνική  και την αλβανική γλώσσα. Είναι απόφοιτος της Σχολής  Φυσικών  Επιστημών του Πανεπιστημίου Τιράνων (1977). Την περίοδο 1974- 1976 εργάστηκε ως συνεργάτης  στην ελληνόφωνη εκπομπή του Ραδιοτηλεοπτικού  Σταθμού Τιράνων – Αλβανίας. Την περίοδο 1977 – 1985 εργάστηκε σε Λύκεια του Νομού Μιρντίτα, στη Βόρεια Αλβανία. Την περίοδο 1985 –1992  εργάστηκε ως συντάκτης – μεταφραστής  στην ελληνόφωνη εκπομπή Ραδιοτηλεοπτικού  Σταθμού Τιράνων. Από το  καλοκαίρι του 1992 και μέχρι σήμερα υπηρετεί ως μεταφραστής – διερμηνέας στην Ελληνική Πρεσβεία στα Τίρανα, στο Γραφείο της Τύπου και Επικοινωνίας. Σε πολλές περιπτώσεις διατέλεσε επίσημος διερμηνέας σε επισκέψεις υψηλού επιπέδου  Ελλήνων πολιτικών στην Αλβανία (Προέδρων Δημοκρατίας,  Πρωθυπουργών, Υπουργών Εξωτερικών, Άμυνας, Υγείας κ.ά.) και Αλβανών πολιτικών στην Ελλάδα (Προέδρου Δημοκρατίας, Πρωθυπουργού και πολλών Υπουργών). Ήταν, επίσης, επίσημος μεταφραστής/διερμηνέας σε πολλές εκδηλώσεις και επαφές στην Αθήνα και στα Τίρανα. Έχει μεταφράσει, ανάμεσα σε άλλα τα βιβλία: «Το λιοντάρι της Ηπείρου, Αλή Πασάς  και Σούλι» του Σπ. Μελά,  «Στις φλόγες της Σμύρνης» του Ντ. Κουμπάτη, «Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης » και άλλα  βιβλία της Λένας Μαντά.

Πηγή: www.literature.gr

 

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση