ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ, ΑΡΧΑΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ

Άρθρο του καθηγητή Αριστοτέλη Σπύρου*. (Αναδημοσίευση από το Περιοδικό ΑΩ)

 

Nikandra1
Το άγαλμα της Άρτεμης από τη Δήλο, στον αριστερό μηρό του οποίου είναι χαραγμένη βουστροφηδόν σε αρχαϊκό αλφάβητο η επιγραφή της Νικάνδρας (μέσα 7ου αι. π.Χ.): «Η Νικάνδρα με αφιέρωσε στην εύστοχη τοξότιδα, η κόρη του Δεινοδίκου από τη Νάξο, η πιο σπουδαία ανάμεσα στις άλλες, αδελφή του Δεινομένους, και τώρα γυναίκα του Φράξου»

 

Ελληνικές διάλεκτοι, αρχαίες και νέες: Μια ενότητα διαχρονικών ετερωνυμιών

 

Aioliki
Στον ερυθρόμορφο ψυκτήρα, από τη σχολή του ζωγράφου του Βρύγου (Ακράγας 480‒70 π.Χ.), παριστάνονται ο Αλκαίος και η Σαπφώ. Η γλώσσα αυτών των ποιητών, χαρακτηριστική της αιολικής διαλέκτου, είναι έντεχνη με πολλά δάνεια από το έπος.

Ιστορικά, η έννοια των αρχαιοελληνικών διαλέκτων καλύπτει μακρά χρονική περίοδο, αρχής γενόμενης από την εμφάνιση των Ελλήνων στον σημερινό ελλαδικό χώρο έως τον 6ο αι. μ.Χ. Οι φάσεις της εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας, από την πρωτοελληνική (2000–1600 π.Χ.), ακολούθως στη μυκηναϊκή ελληνική (15ος–11ος αι. π.Χ.) και, τέλος, στην κλασική ελληνική (από τα ομηρικά κείμενα έως την ανάδειξη της αττικής διαλέκτου σε επίσημη γλώσσα των Ελλήνων), αποτελούν στην ουσία την ιστορία της εξέλιξης των διαλέκτων σε ένα γεωγραφικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Με την καθιέρωση όμως της ελληνιστικής (αλεξανδρινής) κοινής (περ. 300 π.Χ. – 300 μ.Χ), όπως είναι αναμενόμενο, η λειτουργία των διαλέκτων δεν σταματά, παρότι η ελληνική καθίσταται κοινή διάλεκτος επικοινωνίας για όλη τη Μεσόγειο και είναι επίσης η γλώσσα της Καινής Διαθήκης και μέσο εξάπλωσης του χριστιανισμού, ενώ χρησιμοποιείται επιπλέον ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Από την πρωτοελληνική έως την ελληνιστική περίοδο, αλλά ακόμη και σήμερα στην κοινή νεοελληνική, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες διαλεκτικές και ιστορικές μορφές της ελληνικής, πολλές συγχρονίες διαδέχθηκαν η μία την άλλη – όλες όμως τήρησαν μια σχέση ετερωνυμίας έναντι του αυτού κωδικού συστήματος που ονομάζεται ελληνική γλώσσα. Αυτή η σχέση ετερωνυμίας (Chambers και Trudgill 1998: 9), δηλαδή της αίσθησης ότι, παρά τις όποιες διαφορές μεταξύ διαλέκτων και ιδιωμάτων και παρά τις εκάστοτε αναπόφευκτες αλλαγές που υπέστη διαχρονικά, η ελληνική παραμένει μία γλώσσα, είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής. Βέβαια, αν λάμβανε κανείς υπόψη τα αυστηρά γλωσσικά κριτήρια της δομικής γλωσσολογίας, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι έχουμε διαφορετικά συστήματα, διαφορετικούς κώδικες και άρα διαφορετικές γλώσσες. Γι’ αυτό αρκετοί γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι αρχαία και νέα ελληνικά είναι δύο διαφορετικά συστήματα, δύο διαφορετικές γλώσσες.

Όταν αναφερόμαστε όμως στην ετερωνυμική σχέση των διαχρονικών και συγχρονικών μορφών της ελληνικής, τότε μιλάμε για μία ενιαία γλώσσα, την ελληνική, η οποία χρησιμοποιείται εδώ και 4.000 χιλιάδες χρόνια και γράφεται αδιάλειπτα εδώ και περίπου 3.000 χρόνια με την αλφαβητική γραφή. Το πολιτισμικό αυτό στοιχείο, η ίδια αλφάβητος, είναι ορόσημο που συγκέντρωσε αρχαίους και νέους Έλληνες γύρω από μία ενιαία συνείδηση, την ελληνική. Με την ίδια σχεδόν αλφάβητο γράφτηκαν οι διάφορες αρχαίες διάλεκτοι και όλες οι μετέπειτα μορφές της ελληνικής. Είναι γενικώς η άμεση σχέση που νιώθουν όλοι οι Νεοέλληνες με τους αρχαίους Έλληνες, τους οποίους θεωρούν προγόνους τους, μια ετερωνυμική σχέση που τους σφραγίζει με την ίδια εθνολογική ταυτότητα και τους αναγνωρίζει, παρά τις οποιεσδήποτε μεταβολές, ως τον ίδιο λαό.

doriki
Τμήμα από την Επιγραφή της Γόρτυνας. Οι στήλες έχουν ύψος 1,75 μ. και πλάτος 0,67–0,69 μ. περίπου. Η επιγραφή είναι γραμμένη βουστροφηδόν στη δωρική διάλεκτο.

Λόγω του ιδιαίτερου ρόλου που διαδραμάτισαν οι ομιλητές τους, μερικές αρχαίες διάλεκτοι καλλιεργήθηκαν περισσότερο και γνώρισαν μεγαλύτερη ανάπτυξη. Έτσι, η αττική διάλεκτος απέκτησε το κύρος της Α΄ και της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας (Καράλη 2001: 285). Η αττική και η ιωνική κατείχαν σημαντική θέση μεταξύ των λοιπών διαλέκτων. Ανατολικές διάλεκτοι ήταν και η αιολική και η αρκαδοκυπριακή. Δυτικές διάλεκτοι ήταν και η δωρική, η ηπειρωτική, η φωκική, η λακωνική, η μεσσηνιακή, η δωδεκανησιακή, η κορινθιακή, η μεγαρική. Μερικές διάλεκτοι (η μακεδονική, η παμφυλιακή, η θεσσαλική και η βοιωτική) κατείχαν ενδιάμεση θέση, επειδή συνδύαζαν χαρακτηριστικά των ανατολικών και των δυτικών διαλέκτων. Όλες όμως οι διάλεκτοι ήταν ετερώνυμες προς την ελληνική, αλλά θεωρούνταν ελληνικές, αφού οι ομιλητές τους μπορούσαν να συνεννοούνται και είχαν την αίσθηση ότι ανήκαν στην ίδια φυλή.

Άλλο γνωστό χαρακτηριστικό των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων ήταν ότι αποτέλεσαν το μέσο ανάπτυξης λογοτεχνικού προϊόντος, τα είδη του οποίου κατανεμήθηκαν συμπληρωματικά. Έτσι, στην ιωνική καλλιεργήθηκαν η ελεγειακή ποίηση (Αρχίλογος, Τυρταίος, Σόλων, Θέογνις κ.ά.), το επίγραμμα (Σιμωνίδης κ.ά.) και η ιαμβοτροχαϊκή ποίηση (Αρχίλοχος, Ανακρέων κ.ά.)· στη δωρική γράφτηκε η χορική ποίηση (Πίνδαρος, Στησίχορος κ.ά.)· στη λεσβιακή κυρίως διάλεκτο καλλιεργήθηκε η μελική ποίηση (Αλκαίος, Σαπφώ): κατάσταση που δικαιολογεί τον όρο «λογοτεχνικές διάλεκτοι» (Καράλη 2001: 720–739· Gagarin 2010: 356 κ.ά.).

Στα ομηρικά έπη ισχύει το αντίθετο: αναμειγνύονται διάφορα είδη διαλεκτημάτων (διαλεκτικών χαρακτηριστικών) στο ίδιο κείμενο. Εικάζεται ότι αρχικά χρησιμοποιήθηκε η αιολική διάλεκτος, ενώ στη συνέχεια παρεμβλήθηκαν ιωνικοί τύποι και, τέλος, αττικές καινοτομίες (Μπαμπινιώτης 2002: 100).

Έτσι, ο ετερωνυμικός χαρακτήρας των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων προβάλλει όχι μόνο σε επικοινωνιακό γλωσσικό επίπεδο αλλά και σε λογοτεχνικό. Η διαμορφωθείσα γλωσσική ποικιλία εκδηλώνεται ως υφολογική διαστρωμάτωση της ίδιας λογοτεχνίας.

διάλεκτοι
Φυλακτήριο σε πάπυρο με παράσταση του ουροβόρου, γραμμένο στην ελληνιστική κοινή. Ο συγγραφέας, αν και περιορισμένης παιδείας, προσπαθεί να μιμηθεί στον γραπτό του λόγο τη γλώσσα των μορφωμένων.

Οποιαδήποτε διάλεκτο ή ιδίωμα και αν μιλούσαν ή έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες, είχαν την αίσθηση ότι χρησιμοποιούσαν την ίδια γλώσσα, την ελληνική. Την ίδια ετερωνυμική σχέση θέτουμε και οι Νεοέλληνες με την ενιαία ελληνική γλώσσα· έχουμε δηλαδή την ίδια αίσθηση, ότι μιλούμε την ίδια γλώσσα με τους προγόνους μας, πλεονέκτημα που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε με κανέναν άλλο λαό του κόσμου. Τα οποιαδήποτε εμπόδια κατανοησιμότητας (που κατατάσσουν στο ίδιο σχεδόν επίπεδο αρχαία ελληνική, τσακωνική, κυπριακή, κατωιταλική κ.ά.) θεωρούνται δευτερεύοντα.

Η αίσθηση της ενιαίας γλώσσας που μας επιτρέπει να βλέπουμε σε ένα σύνολο όλες τις διαχρονικές και διατοπικές μορφές της ελληνικής δεν είναι ψευδαίσθηση, αλλά βασίζεται σε άπειρα αναλλοίωτα στοιχεία του συστήματος που εξασφαλίζουν τη συνοχή της (Μπαμπινιώτης 1994: κζ΄) και προσδίδουν περιεχόμενο στην έννοια της διασυστηματικότητας, δηλαδή στην ένταξη εντός μίας γλωσσικής οντότητας αποκλινόντων γλωσσικών τύπων που διατηρούν εντούτοις αρκετά βασικά κοινά στοιχεία: βασικές λέξεις (πατήρ/πατέρας, μήτηρ/μητέρα, λόγος, ιδέα, γαία/γη, πέτρα, καρδία, νους, έχω, ειμί/είμαι, καλός, αγαθός, ωραίος κ.λπ.) και γενικώς όλες οι λέξεις που «πολιτογραφούνται» μονίμως στη γλώσσα (Mirambel 1988), βασικοί γραμματικοί δείκτες (άρθρα, σύνδεσμοι, προθέσεις) και κατηγορίες (πτωτικό, κλιτικό, χρονικό σύστημα).

Όταν ξεφυλλίζουμε το βιβλίο ενός αρχαίου συγγραφέα, παρά τις όποιες δυσκολίες κατανόησης, που ενίοτε είναι ανυπέρβλητες, έχουμε την αίσθηση ότι αυτά τα κείμενα ανήκουν στη γλώσσα μας. Γι’ αυτό είπε ο Ελύτης: «Εγώ δεv ξέρω vα υπάρχει παρά μία γλώσσα, η εvιαία γλώσσα, η Ελληvική, όπως εξελίχθηκε από τηv Αρχαία».

Χάνουμε όμως το πλεονέκτημα της αποκλειστικότητας σε πολιτιστικό επίπεδο, μιας και την ετερωνυμική σχέση με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό δύνανται δικαίως να τη θέσουν όλοι οι Ευρωπαίοι και όσοι ταυτίζονται με τον Δυτικό Πολιτισμό· με τον ίδιο τρόπο που εξέφρασε αυτή την ιδέα ο Άγγλος ποιητής Percy Bysshe Shelley στις αρχές του 19ου αιώνα: «We are all Greeks. Our laws, our literature, our religion, our arts have their root in Greece». Ένα ρητό που υποδηλώνει τη δεσμευτική πολυσημία της νεώτερης ιστορίας των Ελλήνων.

 

*Ο Αριστοτέλης Σπύρου είναι διδάκτωρ Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής του Προγράμματος Διαλεκτολογικής Έρευνας «Τα ελληνικά ιδιώματα της Αλβανίας», που στηρίζεται από το Ίδρυμα Ωνάση.

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές 

Chambers, J. K. και Trudgill, P., Dialectology, Β΄ έκδ., Cambridge: Cambridge University Press, 1998.

Gagarin, Michael (ed.). 2010. The Oxford Encyclopedia of Ancient Greece and Rome. Vol. IV. Oxford: Oxford University Press.

Καράλη, Μ., «Η ταξινόμηση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων», Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, ΙΝΣ [ΙΜΤ], 2001.

Καράλη Μ., «Η χρήση των διαλέκτων στη λογοτεχνία», Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, ΙΝΣ [ΙΜΤ], 2001.

Mirambel, A., Η νέα ελληνική γλώσσα: περιγραφή και ανάλυση, μτφρ. Σ. Κ. Καρατζά, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 1988 [Mirambel, A., La langue grecque moderne: description et analyse, Paris: Klincksieck, 1959].

Μπαμπινιώτης, Γ., Ελληνική γλώσσα: Παρελθόν, παρόν, μέλλον, Αθήνα: Gutenberg, 1994.

Μπαμπινιώτης, Γ., Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσαςΕ΄ έκδ., Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2002.

 

Πηγή: www.onassis.org

 

 

 

 

Share on Facebook48Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση