ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑ, 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ

Η ομιλία του Καθηγητή Νεότερης Ιστορίας Ηλία Σκουλίδα στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του καθ. Σταύρου Ντάγιου που έλαβε χώρα στις 15.1. 2016 στα Γιάννενα.

Ioannina_2

 

Ηλίας Γ. Σκουλίδας[1]

 Σταύρος Ντάγιος, Ελλάδα και Αλβανία, 50 χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας. Οι διμερείς σχέσεις και η εθνική ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου, 1945-1991. 

 

Καλησπέρα,

Ευχαριστώ για την πρόσκληση.

ελλάδα και αλβανίαΚατ΄ αρχάς μιλώντας για τον Σταύρο Ντάγιο, εκτός των ακαδημαϊκών του τίτλων, πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι και ο ίδιος ένας Έλληνας της μειονότητας, ο οποίος μελετά τα δύο κράτη τα οποία γνωρίζει και με βιωματική εμπειρία, με ένταξη στο κοινωνικό τους γίγνεσθαι. Ως προς την εργογραφία του είναι το δεύτερο βιβλίο, το οποίο ασχολείται με τον μεταπολεμικό κόσμο στα Βαλκάνια. Η θεματική του κινείται στο πλαίσιο της διπλωματικής ιστορίας και των διακρατικών σχέσεων, κυρίως, ως εργαλείο της πολιτικής ιστορίας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βιβλιοπαραγωγής από άρθρα, μονογραφίες, μεταπτυχιακές εργασίες και διδακτορικές διατριβές, που δημοσιεύονται ή πρόκειται να δημοσιευθούν τα προσεχή έτη και έχουν σκοπό να εμπλουτίσουν τη γνώση μας για τη βαλκανική ιστορία στην περίοδο του Ψυχρού πολέμου, ιδιαίτερα την αλβανική διάσταση σε αυτή τη χρονική διάρκεια.

Το βιβλίο διακρίνεται από τη χρήση πρωτότυπου αρχειακού υλικού, μεγάλη αρετή της συγκεκριμένης μελέτης, ιδιαίτερα αλβανικών και ελληνικών αρχείων, κάτι όχι αυτονόητο για τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Επιπρόσθετα, δε λείπει η προσέγγιση σε αρχεία άλλων κρατών με ενδιαφέρον για το θέμα του, καθώς και οι αναφορές στον τύπο και επιλεγμένη βιβλιογραφία. Η εργασία συμπληρώνεται με ένα αναλυτικό ευρετήριο ονομάτων και τοπωνυμίων.

Ο συγγραφέας αναμετράται με συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές των δύο κρατικών ελίτ τη συγκεκριμένη περίοδο και δίνει τη δική του πρωτότυπη ερμηνεία. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει στην εισαγωγή του, μία ελληνική αντίληψη, «η οποία δεν απέχει πολύ από την κρατούσα διπλωματική και πολιτική αντίληψη της Ελλάδας, συνιστά ένα μείγμα ρομαντισμού, φαντασιοπληξίας και δονκιχωτισμού», ενώ  η αντίστοιχη αλβανική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται «απόλυτα συγκεντρωτική, (και) είχε διαμορφωθεί από την κομμουνιστική ιδεολογία και τον αλβανικό αλυτρωτισμό». Η θέση του είναι ότι «οι διμερείς σχέσεις (χτίστηκαν) με αμοιβαία δυσπιστία, πλέγμα φοβίας και εχθρισμού».

Η δική μου συμβολή στην αποψινή παρουσίαση εστιάζει στην περίοδο μετά το τέλος του ελληνικού εμφυλίου μέχρι το τέλος του Ψυχρού πολέμου. Ο συγγραφέας διαπραγματεύεται το θέμα του σε τέσσερα κεφάλαια του πρώτου μέρους και στην ουσία είναι η καρδιά της μελέτης. Η ανάπτυξη του ζητήματος ακολουθεί χρονολογική σειρά και στην ουσία ταυτίζεται με τις τέσσερεις δεκαετίες που εξετάζει.

Η πρώτη ενότητα επιγράφεται «σχέσεις συγκρουσιακής συνύπαρξης 1950-1961» και εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για τις συνέπειες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στα δύο κράτη, σε μία περίοδο κατά την οποία δε διατηρούσαν διπλωματικές σχέσεις. Κύριο ζήτημα οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, οι οποίοι αποχώρησαν από την Αλβανία σταδιακά σε άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ελάχιστοι ήταν οι εναπομείναντες. Παράλληλα μελετώνται οι δυσκολίες στη σχέση των δύο αδελφών κομμάτων, Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας και ΚΚΕ, που προκλήθηκαν λόγω του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων και της σχέση τους με τη Σοβιετική Ένωση. Μία ιδιαίτερη πτυχή αποτελεί ο επαναπατρισμός στην Ελλάδα αιχμαλώτων, αμάχων και ανήλικων παιδιών, οι οποίοι με τη λήξη του Εμφυλίου βρέθηκαν στην Αλβανία. Ένα άλλο σημείο έντονο κατά τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1950 ήταν οι προσπάθειες ανατροπής της «σοσιαλιστικής» Αλβανίας από δυτικές δυνάμεις και η ελληνική εμπλοκή σε αυτά τα κατασκοπευτικά δίκτυα. Πρόκειται για την εφαρμογή της πολιτικής Rollback, στο πλαίσιο των Strategies of Containment, όπως έχει περιγράψει ο Gaddis. Προφανώς, αντίστοιχες ενέργειες υπήρχαν και από τις δύο πλευρές. Ο Ντάγιος συμπεραίνει ότι οι αντίστοιχες «κατασκοπευτικές προσπάθειες των Αλβανών… ήταν καλύτερα σχεδιασμένες σε σχέση με τις ερασιτεχνικές σχεδόν πρωτοβουλίες των βορειοηπειρωτικών συλλόγων από τις οποίες επωφελούντο και οι ελληνικές και ξένες υπηρεσίες», ενώ για την επιτροπή της «Ελεύθερης Αλβανίας» και τις προσπάθειές της ανατροπής του Ενβέρ Χότζα σε στενή σχέση με τις δυνάμεις της Δύσης γράφει ότι «η αμερικανική ιδέα για πολιτική αλλοίωση της Αλβανίας παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα ευσεβής πόθος». Τα μεθοριακά επεισόδια έως τα μέσα του 1958 συμπληρώνουν την εικόνα. Ο συγγραφέας αποδέχεται τη θέση των Χατζηβασιλείου, Στεφανίδη και άλλων ότι το Βορειοηπειρωτικό  ζήτημα υποχωρεί στην ατζέντα των ελληνικών πολιτικών επιδιώξεων όταν αρχίζουν οι διεκδικήσεις στο Κυπριακό. Είναι μία θέση που προβάλλει ότι σε ρεαλιστικό διπλωματικό πεδίο δεν μπορούν να ευοδωθούν ταυτόχρονα πολλές επιδιώξεις ενός μικρού κράτους. Αυτό σταδιακά οδηγεί στις προσπάθειες για εξομάλυνση των διμερών σχέσεων από τα μέσα του 1955 με αλβανική πρωτοβουλία. Η κίνηση ήταν σε σχέση με την προσπάθεια της Αλβανίας για διεθνή αναγνώριση ως κράτος, κάτι το οποίο κατέστη εφικτό, καθώς το Δεκέμβριο του ιδίου έτους η Αλβανία έγινε μέλος του ΟΗΕ. Σε αυτό το σημείο εξετάζονται εκ νέου οι σχέσεις ΚΕΑ και ΚΚΕ και ο Ντάγιος σημειώνει ότι οι επαφές των δύο κομμουνιστικών κομμάτων «υπονόμευαν τις διμερείς σχέσεις σε κρατικό επίπεδο».

Το κεφάλαιο με τίτλο «η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων» εξετάζει τις εκατέρωθεν προσπάθειες σε ένα πλαίσιο, το οποίο καθορίζεται από τον ανταγωνισμό των δύο υπερδυνάμεων αλλά και την προσέγγιση της Αλβανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Έως τον Αύγουστο του 1966 δεν είχε διαπιστωθεί κάποια ουσιαστική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις και όπως αναφέρει ο συγγραφέας «η Ελλάδα εξακολουθούσε να διστάζει, ενώ η Αλβανία… τόνιζε ότι παρότι επιθυμούσε σχέσεις καλής γειτνίασης με όλους, δεν παρακαλούσε κανέναν».

Οι διπλωματικές σχέσεις αποκαταστάθηκαν την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών. Έχουν διατυπωθεί ερμηνείες για τη χρονική στιγμή που αυτό συνέβη και την πολιτική «της ειρήνης και της προσέγγισης», όπως διατυπώθηκε από τον Νίξον. Η συνεισφορά του Ντάγιου έγκειται στο ότι αναδεικνύει το ακόλουθο σημείο: οι Έλληνες διπλωμάτες που είχαν διατυπώσει τις διαπραγματευτικές προσπάθειες την προηγούμενη περίοδο, κατείχαν πλέον θέσεις ευθύνης στο χουντικό καθεστώς, όπως οι υπουργοί Εξωτερικών Παύλος Οικονόμου-Γκούρας και  Χρήστος  Ξανθόπουλος-Παλαμάς. Παράλληλα μελετώνται οι αντιδράσεις του ΚΚΕ, των βορειοηπειρωτικών συλλόγων σε Ελλάδα και Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και αλβανικών εθνικιστικών, εκτός Αλβανίας κύκλων σε αυτή την προσέγγιση. Με την υπογραφή των συμφωνιών προβάλλονται ως σημαντικά προβλήματα, ο νόμος του εμπολέμου, οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας και η προστασία των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.

Το τρίτο κεφάλαιο που μας απασχολεί έχει να κάνει με τις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας μετά την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων, την περίοδο 1971-1981. Για την περίοδο της χούντας όπως έχουν περιγράψει και οι Βαλντέν και Σφέτας, οι σχέσεις παρέμειναν σε χαμηλό επίπεδο και δεν είχαν εξελιχθεί όπως οι ανάλογες διπλωματικές σχέσεις με τα άλλα βαλκανικά κράτη. Ο Ντάγιος περιγράφει τα μειονοτικά θέματα που αναδείχθηκαν, όπως και τις μεθοριακές συμφωνίες. Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης ευνοούνται νέες πρωτοβουλίες, όπως η υπογραφή εμπορικής συμφωνίας από τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, οι επισκέψεις καλλιτεχνικών συγκροτημάτων και νέα αεροπορική σύνδεση, όμως υπήρξαν και ισχυρές αντιδράσεις είτε λόγω του πολιτικού απομονωτισμού της Αλβανίας είτε λόγω των βορειοηπειρωτικών σωματείων. Η κρίση του συγγραφέα για το κλίμα που διαμορφώθηκε: «η Αλβανία έκανε ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Το ίδιο και η Ελλάδα». Στο ίδιο πλαίσιο αποτυπώνει το ρόλο των βορειοηπειρωτικών οργανώσεων, ενώ παρουσιάζει και τον αντίκτυπο από τη δημοσίευση της έκθεσης Αβέρωφ από τη δεκαετία του 1940 στο Αντί για την οποία γράφει: «το έγγραφο αυτό προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί ερωτηματικά και αγανάκτηση στον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό για ένα πολιτικό, ο οποίος άσκησε επί σειρά ετών χρέη υπουργού Εξωτερικών και χειρίστηκε αποκλειστικά τα ελληνοαλβανικά».

Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας στη συγκυρία που μας απασχολεί δεν μπορεί να μη λαμβάνουν υπόψη τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία, τόσο σε επίπεδο ελίτ, πχ σχέσεις Τίτο και Χότζα, όσο και με τη μελέτη των αλβανικών πληθυσμών σε αυτό το πολυεθνικό κράτος και ιδιαίτερα στο Κοσσυφοπέδιο. Με την κρίση του 1981 και τα εκτεταμένα επεισόδια μετά το θάνατο του Τίτο ξεκινά η παρουσίαση του τελευταίου κεφαλαίου που μας απασχολεί με τίτλο «το τέλος του Ψυχρού πολέμου και η νέα εποχή στις ελληνοαλβανικές σχέσεις».  Το αρχειακό υλικό δεν είναι ακόμα διαθέσιμο σε όλη του την έκταση για τη συγκεκριμένο περίοδο, δεν έχει αποχαρακτηριστεί, για αυτό γίνεται χρήση άλλων πηγών.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία σε συνδυασμό με την ανάληψη της θέσης του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών από τον Κάρολο Παπούλια διαμορφώνουν νέο καθεστώς στις διεκδικήσεις για άρση του νόμου «περί εμπόλεμης κατάστασης». Παράλληλα, οι βορειοηπειρωτικές οργανώσεις με κυρίαρχη προσωπικότητα τον μητροπολίτη Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανό πραγματοποιούν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας και αναδεικνύουν ξανά το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι οι απόψεις του Σεβαστιανού ήταν σε συνάφεια με τις θέσεις της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αμερικής και Καναδά. Οι προσπάθειες τους είχαν αναδείξει το ζήτημα των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας σε διεθνείς οργανισμούς. Η επίσκεψη  Παπούλια στην Αλβανία, στις αρχές του Δεκεμβρίου του 1984, έδωσε ουσιαστική ώθηση στις διμερείς σχέσεις, ενώ μεταγενέστερα η «πράξη» του υπουργικού συμβουλίου, 28 Αυγούστου 1987, με την οποία η κυβέρνησε αποχαρακτήρισε την Αλβανία ως εχθρικό κράτος ήταν προς την ίδια κατεύθυνση. (Ο Σταύρος έχει μία ενδιαφέρουσα θέση για την άρση σε Ελλάδα και Αλβανία, καλό είναι να μας την αναπτύξει στη συνέχεια). 

Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την πολιτική μετάβαση στην Αλβανία τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την ανάδειξη νέων πραγματικοτήτων.

Συνολικά, έχουμε να κάνουμε με μία αξιόλογη μελέτη, η οποία προτείνει ερμηνείες και προσφέρει άφθονο αρχειακό υλικό. Ο συγγραφέας ολοκληρώνει την ανάλυσή του με την παρατήρηση ότι: «τα λανθάνοντα θέματα ανέβλυσαν και βγήκαν στην επιφάνεια. Στα ήδη υπάρχοντα και εκκρεμούντα προστέθηκαν και άλλα, ενώ οι δύο χώρες εξακολουθούσαν να διατείνονται ότι οι ιστορικοί δεσμοί των δύο φίλων λαών (προσφιλής έκφραση από το ομώνυμο βιβλίο του Ενβερ Χότζα) συνιστούν εχέγγυο για το ευοίωνο μέλλον των σχέσεων. Αυτό, όμως, δεν ήταν καθόλου επαρκές. Ούτε και σίγουρο. Και η αναμόχλευση του ιστορικού παρελθόντος – το οποίο τόσες και τόσες φορές είχε δαιμονοποιηθεί- γινόταν κατά το δοκούν. Όπως συμβαίνει πάντα».

Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

 

[1] Ο Ηλίας Γ. Σκουλίδας είναι ιστορικός και διδάσκει στο ΤΕΙ Ηπείρου. Είναι επισκέπτης καθηγητής Πανεπιστημίου Yale των ΗΠΑ.

 

 

Share on Facebook0Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση