ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑ: ΔΙΑΛΕΚΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΥΠΗΡΕΤΩΝΤΑΣ ΑΛΛΗΛΟΙΣ

Παρουσίαση του γλωσσολόγου Αριστοτέλη Σπύρου που έγινε στο Δ΄ Βαλκανικό Συνέδριο του Τμηματος Σλαβικών και Βαλκανικών Γλωσσών (Σχολή Ξένων Γλωσσών) του Πανεπιστημίου Τιράνων στις 11.12.2015. 

Το κείμενο θα δημοσιευθεί στα Πρακτικά του Συνεδρίου. 

 

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΠΥΡΟΥ
aristotlespiro@gmail.com

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑ:
ΔΙΑΛΕΚΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΥΠΗΡΕΤΩΝΤΑΣ ΑΛΛΗΛΟΙΣ  
(Περίπτωση μελέτης από τη νεοελληνική λογοτεχνία)

 

Αποτελεί κοινοτοπία ότι οι διάλεκτοι χρησιμεύουν όχι μόνο ως βάση για τη διαμόρφωση των κοινών γλωσσών, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν, να επεξεργάζονται και καλλιεργούνται ως αυτοτελή συστήματα, στα οποία μπορεί να αναπτυχθεί και μια λογοτεχνική παραγωγή, η πρωτοτυπία της οποίας βασίζεται κατά κύριο λόγο στο μέσο της έκφρασής της. Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης η άρθρωση του ιδιωματικού – διαλεκτικού λόγου προβάλλει ως μια ενέργεια αντίστασης προς την ομοιομορφία και ως συνειδητή δράση ανάδειξης της γλωσσικής διαφοράς και μιας τοπικής πολιτισμικής εθνολογικής ταυτότητας. Στη μεγαλύτερη σύγχρονη παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια, την Βικιπαίδεια, υπάρχουν αρκετές εκδόσεις σε τοπικές διαλέκτους όπως, π.χ., στην ποντιακή, την αλαμανική, αραγονέζικη, αστουριανή, γαλικιανική, βρετονική, προβηγκιανή, οξιτανική, κορσικανική, αιμιλιορωμανική (emiliàn e rumagnòl), αρπιτανική (διάλεκτος των ιταλικών Άλπεων), φριουλιανική (furlan), λιγουριανή, σικελική, βενετική, κατωσορβική (dolnoserbski), ανωσορβική (hornjoserbsce), σιλησιανή, ταταρική Κριμαίας (qırımtatarca), μασρί (αιγυπτιακή διάλεκτος της αραβικής), αλγηριανή, τυνησιακή, αλγηρο-μαροκινή κ.ά, κ.ά.

Στον αυτό σκοπό της ανάδειξης της πολιτισμικής και δη της τοπικής εθνολογικής ταυτότητας χρησιμεύει και η λογοτεχνία που είναι γραμμένη σε διαλέκτους. Τέτοιες περιπτώσεις αφθονούν όχι μόνο παγκοσμίως, αλλά και στην ελληνική γλώσσα, στην οποία υπάρχει μακραίωνη παράδοση, αρχής γενομένης από την αρχαία ελληνική, όπου τα διάφορα λογοτεχνικά είδη ταυτίζονταν με συγκεκριμένες διαλέκτους (Καράλη 2001, Μπαμπινιώτης 2002). Η λογοτεχνική δημιουργία  σε τοπικό ιδίωμα η σε διάλεκτο προβάλλει από μια ανάγκη αμεσότερης έκφρασης και επικοινωνίας με τους αναγνώστες, προπαντός σ’ εκείνες τις περιπτώσεις όπου η παρέκκλιση από την κοινή είναι ιδιαίτερα αισθητή. Έτσι, θα διαπιστώσει κανείς διαλεκτικά λογοτεχνικά και άλλα κείμενα σε περιφερειακές διαλέκτους όπως τα ελληνικά της Κύπρου[1] της Αζωφικής, της Τσακωνιάς (βλ. Kisilier 2010) κ.ά. Χαρακτηριστικό της διαλεκτικής λογοτεχνίας είναι το περιορισμένο αναγνωστικό κοινό της. Αν όμως το αναγνωστικό κοινό υπερβαίνει τα όρια της διαλεκτικής περιοχής και διαβάζεται από αναγνώστες και πέραν της περιοχής του ιδιώματος ή της διαλέκτου, τότε το λογοτεχνικό έργο παύει να χαρακτηρίζεται ως ιδιωματικό, κι ας είναι γραμμένο στη διάλεκτο. Ένα έργο γραμμένο σε διάλεκτο ενδέχεται να λειτουργήσει ως παράγων εθνοτικής διαφοροποίησης, όπως στην κλασική περίπτωση του γνωστού προβηγκιανού ποιητή Φρειδερίκου Μιστράλ.

Υπάρχουν όμως και άλλες περιπτώσεις όπου η χρήση της διαλέκτου στη λογοτεχνία γίνεται εκουσίως:

α) Στην περίπτωση της ενδογλωσσικής διγλωσσίας οι ιδιωματικοί τύποι επιλέγονται ευσυνείδητα, για να δοθεί έμφαση στην ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα και την ακαταμάχητη επιθυμία του να επικοινωνεί όσο πιο απλά και κατανοητά με ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό (πβ. π.χ. Καζαντζάκη, Χριστοβασίλη, Κρυστάλλη κ.ά.).

β) Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των καλλιτεχνικών παραστάσεων η χρήση των ιδιωματικών τύπων λειτουργεί τεχνοτροπικά για τον χαρακτηρισμό προσώπων και καταστάσεων που συνθέτουν το λογοτεχνικό έργο. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας διαφοροποιεί το καλλιτεχνικό του ιδίωμα από εκείνο των ηρώων του. Διαμορφώνει μια λογοτεχνική μεταγλώσσα, από την οποία αποκλείεται ο ευθύς λόγος των διαφόρων προσώπων του έργου του, που είναι ιδιωματικός.

γ) Μια τρίτη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία ο συγγραφέας αντικαθιστά τον συνήθη αφηγηματικό λόγο του, ταυτιζόμενο κατά κανόνα με τα ισχύοντα αισθητικά πρότυπα, ο οποίος παραμερίζεται από τον ιδιωματικό λόγο, παραπέμποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε έναν alter ego αφηγητή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Νίκου Τσιφόρου, όπου ο συγγραφέας επιλέγει και υιοθετεί ένα αφηγηματικό ύφος χαρακτηρισμένο από την απόλυτη χρήση άπειρων σημαλεκτημάτων (αργκοτικών λέξεων). Με παρόμοιο τρόπο ένας Ηπειρώτης συγγραφέας, ο Σωτήρης Δημητρίου, έχει οργανώσει τεχνοτροπικά τη δομή του μυθιστορήματός του «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» (Αθήνα, Κέδρος, 1993).

Ν' ΑΚΟΥΩ ΚΑΛΑ Τ' ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Ο Σ. Δημητρίου κατάγεται από την Πόβλα Θεσπρωτίας, ένα χωριό κείμενο επί της ελληνοαλβανικής μεθορίου, πολύ κοντά στα χωριά Σμίνετση, Καρρόκι της περιοχής Δελβίνου και Αγ. Σαράντα, που γλωσσικά εντάσσονται στο ίδιο ιδίωμα, μαζί με μερικά άλλα ακριτικά χωριά της Άνω Δρόπολης (Σωτήρα, Λόγγος, Κοσοβίτσα κ.λπ.). Η εγγύτητα με την περιοχή της ελληνοαλβανικής γλωσσικής επαφής και τις πολιτισμικές αποτυπώσεις της σημάδεψε το σύνολο του έργου του. Ένα άλλο βιβλίο του φέρει τον αλβανικό τίτλο «Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη» (1987) βασίζεται σε αναμνήσεις και εμπειρίες του συγγραφέα από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Στο «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» έχουμε τη χαρακτηριστική περίπτωση όπου η χρήση της τοπικής γλώσσας, του ιδιώματος, γίνεται αναπόσπαστο μέρος της δομικής συγκρότησης του μυθιστορήματος και των λογοτεχνικών παραστάσεων. Ο Σ. Δημητρίου εκτυλίσσει την αφήγησή του μέσω των διαφόρων ηρώων του, που μιλούν στο πρώτο πρόσωπο, αντικαθιστώντας τον συγγραφέα, ο οποίος σκοπίμως τούς έχει τοποθετήσει σε αυτή τη θέση. Οργανώνει καλύτερα την πλοκή του έργου του και εκτελεί μακρές διαχρονικές διαδρομές με την άνεση του απλού αφηγητή της επαρχίας. Περιγράφει ιστορίες μετοικεσιών και παλινδρομήσεων κατοίκων ενός ακριτικού χωριού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στα πρώτα χρόνια της κατάρρευσης του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας και της μαζικής προσφυγιάς προς την Ελλάδα.

Αυτό που κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή είναι η συστηματική χρήση του ιδιώματος καθ’ όλη την έκταση του κειμένου. Ο συγγραφέας δεν είναι μόνο δεινός γνώστης του τοπικού ιδιώματος, αλλά εκδηλώνει ταυτόχρονα ικανότητες που συνιστούν ανεπτυγμένο γλωσσικό αίσθημα έως και ψαγμένες γλωσσικές επιλογές. Η μετάβαση από την προφορική στη γραπτή μορφή του ιδιώματος προϋποθέτει μια προκαταρκτική γλωσσική διεργασία, την οποία αναπόφευκτα θα αναπτύξει ο συγγραφέας. Από τη θέση αυτή το κείμενο προσφέρεται ως πηγή χρήσιμων γλωσσικών πληροφοριών για το τοπικό ιδίωμα. Εκτός από μια ανάγνωση ως κανονικό λογοτεχνικό έργο, το βιβλίο επιδέχεται και την ανάγνωση ως διαλεκτικού κειμένου, την οποία διενεργήσαμε ήδη εντάσσοντας τις άφθονες γλωσσικές πληροφορίες στο πλαίσιο της διαλεκτολογικής αποστολής από ερευνητική ομάδα του Τομέα Ελληνικής Γλώσσας (Τμήμα Σλαβικών και Βαλκανικών Γλωσσών, Σχολή Ξένων Γλωσσών) του Πανεπιστημίου Τιράνων με τη στήριξη του Ωνασείου Ιδρύματος.

Τα διαλεκτικά στοιχεία που εμπεριέχονται στο κείμενο παρέχουν πληροφορίες για τα γειτονικά χωριά (Λια, Πόβλα, Μπαμπούρι Τσαμαντά), που βρίσκονται από την ελληνική μεριά της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Μια προηγούμενη εξοικείωση με τη διάλεκτο της ευρύτερης περιοχής, την ηπειρωτική, και ιδίως με τα ελληνικά ιδιώματα της Αλβανίας, είναι απαραίτητη για μια πρώτη αξιολόγηση. Ο γλωσσικός τύπος που επικρατεί σ’ αυτούς τους οικισμούς αποτελεί συνεχές (continuum) του ιδιώματος των οικισμών Άνω Δρόπολης και της περιοχής Θεολόγου. Χρησιμοποιούνται κοινές λεξικές μονάδες με την ίδια φωνητική / φωνολογική μορφή και γραμματικές δομές, που επιβεβαιώνουν την υπαγωγή τους στην ίδια διαλεκτική ομάδα (π.χ.: αφόντις ‘αφότου’, απομείʃκω ‘απομένω’, χαλεύω ‘ψάχνω’, πέτουρο ‘φύλλο κρούστας’, κίτερος ‘κίτρινος’, ματʃαλάω ‘μασώ’, γνωμικός ~ή, ~ό ‘λογικός’, κάχτα ‘καρύδι’, σκαπετάω ‘πηδώ’, φούλης (ο) ‘αδερφούλης’ ‘αγαπητός φίλος, ʃάδι (το) ‘δάπεδο’ ‘χάμω’, τʃαγούλι (το) ‘σιαγώνα’, μαλέκω (η) ‘γιαγιά’, κούτSικος ~η, ~ο ‘μικρούλικος’.

Διαπιστώνονται επίσης αρκετά γνωστά φωνητικά  χαρακτηριστικά που είναι κοινά στην ηπειρωτική διάλεκτο και ιδίως στα ελληνικά ιδιώματα των περιοχών Δελβίνου και Δρόπολης. Αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά μερικές περιπτώσεις αφομοίωσης [rn] : [r] (παίρω, κίτερος και κιτερίζω, γούρα (η)), /xn/ [xn] : [n], ρίναμαν παρατ. του ρ. ρίνω (<ρίχνω) (ΣΔ 11), /ji/ [ji] : [i] Γιώρης ουσ. Γιώργης (ΣΔ 50), μεταβολών φωνηέντων, ήτοι: εναλλαγή [ti̭] :[c] θα φκιάκω < θα φτιάκω (ΣΔ 28), απλοποίηση συμφωνικών συμπλεγμάτων ([γm] : [m]): σφαμένος ~η, ~ο ‘σφαγμένος’ (ΣΔ 51), [s] : [ts] τσωπάτε < σωπάτε ‘σωπάτε’ (ΣΔ 25),  χρήση αντιχασμωδιακού ημιφώνου σε θηλυκά κύρια ονόματα (Θυμίγια [θi΄mija] (ΣΔ 45), μακριγιά [makri΄ja] (ΣΔ 52), χρήση προθετικού [a]: ασφάκα (η) (ΣΔ 11), αμποδίζω ‘εμποδίζω’ (ΣΔ 73), αποβολή αρκτικού φωνήεντος: βωδιάζω < ευωδιάζω (ΣΔ 50), επενθετικά σύμφωνα, όπως το επενθετικό [b] χαμπηλώνω < χαμηλώνω (ΣΔ 50), αποβολή ατόνων στενών φωνηέντων: αχάρτος ~η, ~ο ‘αχάριτος’ (ΣΔ 26), κορμόπλο (το) ‘κορμάκι’ (ΣΔ 48) κλπ.

Απαντούν σε αρκετές περιπτώσεις ελαφρώς αποκλίνοντα διαλεκτήματα, όπως γκλαμπανάω (ΣΔ 69) (πβ. γκλαμανάω στο ΕΙΔΑΣ), πλόκαρο (ΣΔ 69) (πβ. πλακός / πλοκαριά στο ΕΙΔΑΣ), πάππου-Σπύρος (ΣΔ 9) (πβ. πάππο-Σπύρος στο ΕΙΔΑΣ), μότραιμα (η) (ΣΔ 12) (πβ. στο ΕΙΔΑΣ μότριμα).

Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις όμως καταγράφονται μη αναμενόμενα – αν και μεμονωμένα – φωνητικά χαρακτηριστικά, όπως η διατήρηση του συμφωνικού συμπλέγματος [rn], όπως π.χ. στην χρήση της λ. ρνίθια (ΣΔ 27), απροσδόκητα μορφολεκτήματα όπως Θεουλάρης (ο) ‘Θεουλάκης’ (ΣΔ 41), σκούπιρο (το) (ΣΔ 116) η εγκυρότητα των οποίων χρήζει επαλήθευσης.  

Στην κατηγορία των μορφολεκτημάτων, παρατηρείται η τακτική χρήση στο α΄ και β΄ πρόσωπο του πληθυντικού αριθμού των παρελθοντικών συνθετικών χρόνων (παρατατικού και αορίστου) των καταλήξεων –αμαν, -αταν, ακριβώς όπως στα χωριά της Άνω Δρόπολης και του Θεολόγου: λέγαμαν παρατ. του ρ. ‘λέγω’ (ΣΔ 11), πεινάγαμαν παρατ. του ρ. ‘πεινάω’ (ΣΔ 11), αποφασίζαμαν παρατ. του ρ. ‘αποφασίζω’ (ΣΔ 11),  αργοπορήσαταν αόρ. του ρ. αργοπορώ ‘καθυστερώ’ (ΣΔ 26), κουτσοπορέψαμαν αόρ. του ρ. ‘κουτσοπορεύω’ ‘πορεύομαι άσχημα’ (ΣΔ 9), δώσαμαν αόρ. του ρ. ‘δίνω’ (ΣΔ 11), φάγαμαν αόρ. του ρ. ‘τρώγω’ (ΣΔ 9), βγάλαμαν αόρ. του ρ. ‘βγάζω’ (ΣΔ 11), σπείραμαν αόρ. του ρ. ‘σπέρ(ν)ω’ (ΣΔ 11)

Άλλα χαρακτηριστικά μορφολεκτήματα είναι μερικές επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις ψευδαύξησης (Σπύρου 2008: 164, 172) στους παρελθοντικούς συνθετικούς χρόνους (π.χ. ήβλεπε, ΣΔ 10, ήφεραν, ΣΔ 11, ήκουα), χαρακτηριστικούς σχηματισμούς ρηματικών χρόνων (π.χ. έρθε, ΣΔ 13) καθώς επίσης ο σχηματισμός του αορίστου ορισμένων ρημάτων σε –κ- (π.χ. άφηκε, έμεικε, ΣΔ 10). 

Παράλληλα με τα ανωτέρω, διαπιστώνονται και ενδιαφέρουσες ιδιωματικές λεξικές μονάδες, όπως π.χ. απάγκιος ~α, ~ο επίθ. (Την νύχτα κατεβήκαμε γι’ απάγκιο τόπο στο μετρό, ΣΔ 116), γαλατερίζομαι (ΣΔ 12), εργατεύω ρ. αμτβ. ‘εργάζομαι έναντι μισθού’ (ΣΔ 111), βόZανο (το) (Τον Φιλίππη χάλευα, το βόζιανο [΄voZano]  της Νασιο-Γρηγόραινας παρουσιάστηκε μπροστά μου, ΣΔ 115), κογκέλα (η) (ΣΔ 24),Sακουλεύω ρ. μτβ. ‘πειράζω’ (Με Sακούλευαν στο χωριό οι κοπέλες, ΣΔ 115), ʃούστραβος  ~η, ~ο (ΣΔ 14), ή παρουσία ενδιαφερόντων μορφολεκτημάτων (μορφημάτων χαρακτηρισμένων ιδιωματικά), όπως κλαδεύτω ρ. μτβ. ‘κλαδεύω’ (ΣΔ 108), ʃκιόρισμα (ΣΔ 30), στράγγιος (ο) (ΣΔ 32), τʃουλώνω (ΣΔ 32) λετόνι (ΣΔ 78), χωριανικός ~ή, ~ό επίθ. ‘ομοχώριος, συντοπίτης’ (ΣΔ 95).

Η μελέτη του κειμένου αναδεικνύει μορφολεκτήματα χαρακτηριστικά για την περιορισμένη περιοχή της Άνω Δρόπολης και των όμορων οικισμών ένθεν κι εντεύθεν της ελληνοαλβανικής μεθορίου, που δεν έχουν επισημανθεί μέχρι σήμερα από την διαλεκτολογική έρευνα. Έτσι, λ.χ. παρατηρείται η χρήση κλιτικών, εκτός από την οριστική ενεστώτα (πβ. είναι τη, Καμείτε το σταυρό να είναι τη, ΣΔ 47, Είναι τη γερή, ΣΔ 49), διαπιστωθείσα ήδη στο ιδίωμα της περιοχής Δελβίνου και Αγίων Σαράντα (Σπύρου 2008: ), και στην οριστική παρατατικού (στο γ΄ πρόσωπο), όπως: ήταντο < ήταν το (ΣΔ 11), ήταντη < ήταν τη (ΣΔ 47), ήταντοι < ήταν τ οι (ΣΔ 10). Εκ πρώτης όψεως δημιουργείται η εντύπωση ότι στους τύπους του παρατατικού επιτάσσονται οι αδύνατοι τύποι του οριστικού άρθρου (τα εγκλιτικά στοιχεία ο, η, το, οι, οι, τα). Από μια προσεκτικότερη όμως παρατήρηση γίνεται σαφές ότι η επίταση του εγκλιτικού στοιχείου δεν συμβαίνει χωριστά σε καθέναν από τους τύπους του παραδείγματος κλίσης, αλλά από τον τύπο που παράγεται μετά την επίταση του ουδέτερου κλιτικού στο ρήμα (ήταντο). Είναι προφανές ότι η παρουσία του συμφώνου [t] παίζει εδώ σημαντικό ρόλο, επειδή ερμηνεύεται από το γλωσσικό αίσθημα των ομιλητών ως απαραίτητο στοιχείο για την λεξική μορφοποίηση του παράγωγου τύπου. Δεν θα ήταν δηλαδή συμβατοί με το γλωσσικό αίσθημα τύποι όπως *ήτανος, *ήτανη, *ήτανοι, *ήτανες. Αυτό σημαίνει ότι το παράγωγο του ουδέτερου γένους ήταντο γίνεται η βάση πάνω στην οποία σχηματίζονται όλοι οι υπόλοιποι τύποι. Τελείται δηλαδή θεματοποίηση του συντάγματος, στο οποίο το σύμφωνο [t] ερμηνεύεται πλέον ως μέρος του θέματος της παράγωγης λέξης. Η παρουσία του συμφωνικού στοιχείου [t] δημιουργεί περαιτέρω την απατηλή εντύπωση ότι τα εγκλιτικά στοιχεία δεν είναι στην ονομαστική, αλλά στην αιτιατική, κάτι που δεν συνάδει με την γλωσσική πραγματικότητα. Το γλωσσικό αίσθημα όμως υπερισχύει εδώ της γραμματικής λογικής, γι’ αυτό και στον τύπο του πληθυντικού στο θηλυκό γένος χρησιμοποιείται το εγκλιτικό της αιτιατικής πτώσης τες (ήταντες).

 

Στο κείμενο υπάρχουν ενδιαφέροντα εθνογλωσσικά στοιχεία, όπως π.χ. τα ονοματολογικά, που αναφέρονται στα δομικά σχήματα των ανδρωνυμικών, τα οποία διευρύνουν την μέχρι τώρα γνώση μας για το ονοματολογικό σύστημα της περιοχής Δρόπολης και Δελβίνου. Έτσι, επιβεβαιώνονται ως δείκτες των ανδρωνυμικών τα επιθήματα –αιν-,-ιν-, –οβ-, -έσ- [eSa]. Η κατάσταση εδώ παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι διαπιστώνονται περισσότερα δομικά σχήματα απ’ ό,τι στο ΕΙΔΑΣ. Έτσι, εκτός από το μικρό όνομα ή – σπανιότερα – το ονοματεπώνυμο του συζύγου, ως θέμα μπορεί να χρησιμεύει και μόνο το επώνυμο, ή και να εναλλάσσονται όλοι οι τρόποι για το ίδιο πρόσωπο. Επίσης, στο ιδίωμα Δρόπολης και των όμορων χωριών χρησιμοποιείται ως ανδρωνυμικός δείκτης και το επίθημα –ιν- [in] και μάλιστα με εντυπωσιακή ευρεία χρήση. Π.χ.: Καισαρίνα (η) ‘σύζυγος άνδρα με το επώνυμο Καίσαρης’ (ΣΔ 34), Κουντουρίνα (η) ‘σύζυγος άνδρα με το επώνυμο Κούντουρος’ (ΣΔ 51), Ξαρχίνα (η) ‘σύζυγος άνδρα με το επώνυμο Έξαρχος’ (ΣΔ 46), Γιώρη-Καισαρίνα (η) ‘σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Γιώρης Καίσαρης’ (ΣΔ 10), Γιάννοβα (η) σύζυγος άνδρα με το όνομα Γιάννη’ (ΣΔ 33), Σταύρο-Ζήκοβα ‘σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Σταύρος Ζήκος’ (ΣΔ 72), Γιάννη-Παπέʃα (η) ‘σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Γιάννης Παππάς’ (ΣΔ 12), Νικολοπαπέʃα (η) ‘σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Νικόλας Παππάς’ (ΣΔ 50), Βαγγέλη-Στόλαινα ‘σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Βαγγέλης Στόλης’ (ΣΔ 12), και Στόλαινα ‘σύζυγος άνδρα με το επώνυμο Στόλης’ (ΣΔ 15), Κώστα-Χάιδαινα ‘σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Κώστας-Χάιδος’ (ΣΔ 12), Νασιο-Γρηγόραινα (σύζυγος άνδρα με το ονοματεπώνυμο Θανάσης Γρηγόρης) (ΣΔ 115), Νικόλαινα ‘σύζυγος άνδρα με το όνομα Νικόλας’ (ΣΔ 50).

Όπως έχω επισημάνει για την περίπτωση των ονοματεπωνύμων στο ΕΙΔΑΣ (Σπύρου 2008: 272), έτσι και στο ιδίωμα της Δρόπολης το ονοματεπώνυμο λειτουργεί ως ένα συμφυρματικό παράγωγο, ως μία λέξη και όχι ως δύο ξεχωριστές λέξεις, όπως συνιστά το γλωσσικό αίσθημα, το οποίο ενισχύεται και από το τρόπο γραφής τους. Απόδειξη ότι έχουμε μία λέξη και όχι δύο είναι ο τρόπος προφορά τους ως μία λέξη, αλλά και η απώλεια των γραμματικών δεικτών του πρώτου συμφυρματικού στοιχείου (Γιάννη-Παππάς, Γιώρη-Καίσαρης, Κώστα-Χάιδος, Σταύρο-Ζήκος).

Η ιδιωματική ύλη που προσφέρει ο συγγραφέας βοηθά μεταξύ άλλων να γίνει μια διαστρωμάτωση των αλβανικών δανείων λέξεων στο γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής Δελβίνου και Αγίων Σαράντα. Μερικοί αλβανισμοί, για τους οποίους ενδέχεται να δημιουργηθεί λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν διεισδύσει μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους (1913), υπάρχουν στο ιδίωμα από πρωιμότερες περιόδους. Π.χ.: γκιόξι  ‘στήθος’ (ΣΔ 73), δουρώ ‘αντέχω’ (ΣΔ 71), φλετουράω ‘πετώ’ (ΣΔ 43), τʃουρ (το) ουσ. ούρα (ΣΔ 26) < αλβ. shurr/ë, -a.

Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται αλβανισμοί που δεν συνηθίζονται ούτε σε βοριότερες περιοχές που βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες στην αλβανική επιρροή, π.χ. κόντρα [΄kodra] ‘λόφος’, γκρεμίνα (η) ‘κρημνός’, ‘γκρεμός’ (ΣΔ 11) <αλβ. gremin/ë, –a.

Παρά τη μεγάλη χρησιμότητα των παρεχόμενων διαλεκτικών στοιχείων, όλα αυτά θα πρέπει να περνάνε από ένα κριτικό φίλτρο, μιας και παρεμβαίνουν ορισμένοι παράγοντες που καθιστούν τα δεδομένα αμφισβητήσιμα.

Το βιβλίο εκδίδεται ως λογοτεχνικό γεγονός και όχι ως γλωσσικό. Αυτό σημαίνει ότι οι εκδοτικοί παράγοντες (επιμελητές, συντάκτες, διορθωτές) ενδέχεται να παραβλέψουν ή και να απορρίψουν ορισμένους διαλεκτικούς τύπους με ελάχιστες αποκλίσεις από την κοινή, λόγω αδυναμίας και ανεπαρκούς διαλεκτολογικής κατάρτισής ή υποβάθμισης σημασίας της ακριβούς διαλεκτικής έκφρασης, που τους ωθεί να αναγάγουν τους εκάστοτε τύπους σε αντίστοιχους της κοινής. Δηλωτική περίπτωση είναι η κατάληξη στο α΄ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού  των ρημάτων της α΄ συζυγίας στην οριστική ενεστώτα, που στο βιβλίο εμφανίζεται ως –ουμε, ενώ αναμενόταν η πραγμάτωση σε –ομε. Αμφιβάλλω αν οι ομιλητές αυτών των οικισμών πραγματώνουν την συγκεκριμένη ρηματική κατάληξη σε –ουμε.

Μια άλλη ατέλεια είναι η ανεπάρκεια του ελληνικού γραφηματικού συστήματος για την πιστή απόδοση της προφοράς των διαλεκτικών τύπων. Ως γνωστόν, το ελληνικό αλφάβητο αδυνατεί να απεικονίσει με ακρίβεια κάποια φωνήματα και ιδιωματικές αλλοφωνικές πραγματώσεις όπως τα ουρανοφατνιακά [S], [Z] και φατνοουρανικά [tS], [dZ], το πλευρικό [É] κ.ά.

Όλα αυτά θα πρέπει να τα έχει υπόψη του ο ερευνητής και να θεωρεί τα δεδομένα που αντλεί από μια έκδοση σαν την προκειμένη ως ενδιαφέρουσες πληροφορίες, που χρειάζονται εντούτοις επαλήθευση από την επιτόπια έρευνα στο ζωντανό περιβάλλον όπου μιλιέται το ιδίωμα.

Το μυθιστόρημα του Σ. Δημητρίου εκδόθηκε το 2003 στην αλβανική γλώσσα σε μετάφραση της Α. Χρήστου. Η μεταφράστρια επέλεξε να μην ακολουθήσει τη στρατηγική του συγγραφέα του πρωτοτύπου εγκαταλείποντας ένα διαλεκτικό αφήγημα στην αλβανική. Χρησιμοποιεί βέβαια και μερικές διαλεκτικές λέξεις ή δομές, αλλά αυτό γίνεται μόνο περιστασιακά, στο μέτρο που δημιουργείται κάποια εντύπωση για το αγροτικό περιβάλλον και τη νοοτροπία των προσώπων του λογοτεχνικού έργου. Η μετάφραση δεν καταφέρνει να αναπαραγάγει εκείνο το ισχυρό αφηγηματικό μέσο, τη διαλεκτική έκφραση, που είναι ουσιώδης για το πρωτότυπο. Αντί της διαλέκτου χρησιμοποιούνται γλωσσικοί τύποι της αλβανικής κοινής, ενώ κάποια κύρια ονόματα εισάγονται με την ελληνική διαλεκτική μορφή, ως πολιτισμικά και όχι απλώς ως γλωσσικά στοιχεία. Έτσι ο αναγνώστης του αλβανικού κειμένου έχει απωλέσει εκείνη την ανεπανάληπτη γεύση που παρέχει η χρήση του τοπικού ιδιώματος. Είναι το «τίμημα» που πληρώνει κάθε μετάφραση όταν «μετοικεί» σε άλλα πολιτισμικά συμφραζόμενα.

 

Συντομογραφίες:

ΕΙΔΑΣ = Ελληνικό ιδίωμα περιοχής Δελβίνου και Αγίων Σαράντα

ΣΔ = Σωτήρης Δημητρίου, Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου, Κέδρος: Αθήνα, 1993

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

Δημητρίου, Σωτήρης.1993. Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου. Μυθιστόρημα. Κέδρος: Αθήνα.

Dhimitriu, Sotiris. 2006. Të dëgjofsha zënë e mirë! Roman. Përktheu nga origjinali Anthulla Kristo. Toena: Tiranë.

Ζαφειρίου, Λεύκιος & Μύαρης, Γιώργος & Μπαζούκης Αλέξανδρος (συντάκτες). 2012. Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας. Τόμος Β΄. Λευκωσία: Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων.

Καράλη, Μαρία. 2001. «Η ταξινόμηση των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων». Στο: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα (επ. Α.-Φ. Χριστίδης). Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, ΙΝΣ [ΙΜΤ].

Καράλη, Μαρία. 2001. «Η χρήση των διαλέκτων στη λογοτεχνία». Στο: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα (επ. Α.-Φ. Χριστίδης). Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, ΙΝΣ [ΙΜΤ]. 

Καρνέρας, Κυριάκος. 1980. Ποιητικά Άπαντα. Σειρά Λαϊκής Κυπριακής Ποίησης. Αρ. 3. Λευκωσία.

Kisilier, Maxim. 2010. Η Ελληνική λογοτεχνία στις διαλέκτους. Πρακτικά του Δ΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών (Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010 (http://www.eens.org/?page_id=1465).

Μπαμπινιώτης Γ. 2002. Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Ε΄ έκδοση, Αθήνα 2002.

Σπύρου, Αριστοτέλη Η. 2008. Το  ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής Δελβίνου και Αγίων Σαράντα. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου.

 

ARISTOTLE SPIRO
aristotlespiro@gmail.com

 

A CREATIVE RECIPROCITY:
DIALECTOLOGY AND LITERATURE FAVORING EACH-OTHER
(A case study from Modern Greek Literature)

 

(Abstract)

It is a commonplace that dialect data are used by writers to figure the artistic image of their literary works. Dialect choices are used in certain circumstances of the artistic plot for the individualization of the characters by highlighting their regional descent.

In order to achieve this, authors select those dialect elements that give the spirit of a communication which declines from the standard language.

In other cases, however, an author may use the dialect as a means of narration. In such cases the author’s language coincides with the language of his/her characters. A typical example is that of the novel «May I hear good news about you!» by the Greek author Sotiris Demetriou. A conscious effort is found in it to use vernacular speech forms against standard ones. In this way, the literary text takes an unpredictable value as an information source for the dialects which it represents. But how reliable are these data? In my paper I try to argue the circumstances in which a literary work can turn into a useful source for the dialectal research.

 

[1] Χαρακτηριστική η περίπτωση του Κυπρίων λαϊκών ποιητών Βασίλη Μιχαηλίδη (1849-1917) και Κυριάκο Καρνέρα (1900-1986), με τον μεν να έχει στιχουργήσει κυρίως στην κυπριακή διάλεκτο, και τον δε μόνο σ’ αυτήν. Το γλωσσοσυγγραφικό παράδειγμά τους ακολούθησαν και άλλοι ποιητές όπως ο Δημήτρης Λιπέρτης, Παύλος Λιασίδης κ.ά.  

 

 

 

 

 

Share on Facebook51Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση