ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΑ ΛΑΠΠΑ Ι (εκδόσεις)

«Μόλις θα ηδύνατο να περιληφθεί εις τριακοσιοσέλιδον, υποθέτω, τόμον (σ.σ. το έργο του), εάν ποτέ καμμία από τας προθύμους φιλομούσους εκδοτικάς εταιρείας λ.χ. της ελληνικής πρωτευούσης έκρινεν άξιον του κόπου να το αναζητήση πρώτον, διεσπαρμένον, να το περισυλλέξη και να το περιλάβη εις τας εκδόσεις της»

Κωστής Παλαμάς

 

Κατά την εξέλιξη του φετινού αφιερώματος του «Δρυός» στον δροβιανίτη λόγιο του 19ου αιώνα Μίνωα Λάππα, θα ήταν  αναπόφευκτο να μην προκύψει η ιδέα για ένα άρθρο στο οποίο να επιχειρείται η προσέγγιση του άγνωστου μέχρι σήμερα έργου του. Πρωταρχικός σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου, ήταν  η παρουσίαση ορισμένων πληροφοριών για τα δύο βιβλία – μία μετάφραση και μια ομιλία – που εξέδωσε σε νεαρή ηλικία ο Λάππας[1]. Στην πορεία όμως της έρευνας άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι των εμφανίσεων του λησμονημένου αρθρογράφου στον τύπο των τελών του 19ου αιώνα – αρχών 20ου, πράγμα που φυσικά απέβη χρήσιμο στο να σχηματιστεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των δημοσιεύσεών του.  

Η παρούσα ανάρτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια πρώτη προσπάθεια για την παράθεση των μέχρι τώρα πληροφοριών, την γνωστοποίηση ορισμένων στοιχείων για ένα ζήτημα όπου μέχρι σήμερα επικρατεί πλήρης άγνοια και όχι ως μια ακριβής καταγραφή-συγκεκριμενοποίηση ολόκληρου του συγγραφικού του έργου, η οποία υπό τις υπάρχουσες συνθήκες μπορεί να μην καταστεί ποτέ εφικτή.

Για το λόγο αυτό, αρκετές πληροφορίες και εικασίες μεταφέρονται με κάθε επιφύλαξη και με την προοπτική εμπλούτινσης και περαιτέρω διασαφηνίσεων στο μέλλον. (Το αυτό ισχύει και για άλλα άρθρα της ιστοσελίδας μας που αφορούν την δυσδιάβατη «ιστορία των Β/ηπειρωτικών γραμμάτων»)

Σημείο αναφοράς στη μέχρι τώρα έρευνα αποτέλεσε το πόνημα του καθ. Λ. Βαρελά «Μετά θάρρους ανησυχίαν εμπνέοντος, Η κριτική πρόσληψη του Γ. Μ. Βιζυηνού (1873-1896), University Studio Press, 2014». Καθώς ο Λάππας προβαίνει σε μια σφοδρή κριτική για το βιβλίο Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού του Βιζυινού[2], ο καθηγητής Βαρελάς παραθέτει μερικές πέραν των γνωστών πληροφορίες για τον γραμματέα της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπάλληλο του υπουργείου παιδείας Λάππα, όπως και για μερικά φιλολογικού, φιλοσοφικού και πολιτικού ενδιαφέροντος κείμενά του.

Αυτό που μας είναι γνωστό γενικά από τις μέχρι πρόσφατα (λίγες) διαθέσιμες βιβλιογραφικές αναφορές και από τις εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς από τους συμπατριώτες του σχετικά με τον καταγόμενο από τη Δρόβιανη Δελβίνου λόγιο, είναι πως συμμετείχε με αρχηγική ιδιότητα στo αποτυχημένο Κίνημα του Λυκουρσίου (στο πλαίσιο της επανάστασης των Ηπειρωτών το 1878) και πως υπήρξε ακαδημαϊκός, καθηγητής στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας.

Οι «μνείες» για το έργο του περιορίζονται σε βραχείες αναφορές στην ύπαρξη άρθρων και «περισπούδαστων πραγματειών» που γράφτηκαν «υπό το ψευδώνυμον Ραδάμανθυς»[3]. Περί του περιεχομένου αυτών των άρθρων και των εντύπων στα οποία φιλοξενήθηκαν, επικρατεί σιγή ιχθύος (το κενό αυτό έρχονται να καλύψουν τα στοιχεία του Λ. Βαρελά και η επιπλέον έρευνα). Ενδεικτικό του κλήματος είναι το παράπονο που εκφράζεται στην εισαγωγή του βιβλίου του Βασίλη Χ. Κορώση «Μελέτες για τη Δρόβιανη» για την μη εύρεση και αξιοποίηση μεγάλου μέρους του έργου διάφορων διανοούμενων του χωριού. Συγκεκριμένα, για τον «Ραδάμανθυ» επισημαίνεται ότι δεν κατέστη εφικτό να μελετηθεί το έργο του «διάσημου διανοούμενου δροβιανίτη»[4].

Είναι σύνηθες φαινόμενο σε τοπικού ενδιαφέροντος βιβλία, να εντοπίζονται σχετικές ανακρίβειες, «υπερβολές» και υποθέσεις που είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να διασταυρωθούν[5]. Το γεγονός αυτό, το δεδομένο ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιον που δεν δημοσίευσε σχεδόν ποτέ (στον τύπο) κείμενο με το όνομά του[6] (στην πορεία αποδεικνύεται πως χρησιμοποιούσε και δεύτερο ψευδώνυμο[7]) και οι μη ευδόκιμες για φιλολογικές έρευνες συνθήκες όπου διαβιούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα ο ελληνισμός της Αλβανίας, παγίωσαν  ένα πέπλο μυστηρίου που καλύπτει το πρόσωπο και την όποια συγγραφική παραγωγή ενός ανθρώπου που έζησε «ως έλεγε, καθ’ όλην του την ζωήν αγκαλιαστά με την δυστυχία» και που στην φυσιογνωμία του «βαθιές αυλακιές είχε χαράξει ανένδοτος πεσιμισμός, καθώς ήταν υπέρμετρα αυστηρός και αποκλειστικός κριτής των καθ’ ημάς»[8].  

Θα έπρεπε ίσως να επισημανθεί μια βασική διαφοροποίηση του Λάππα σε σχέση με την γνωστή τριάδα των συμπατριωτών του, Μολοσσού, Μυστακίδη, Πετρίδη. Ενώ τα ενδιαφέροντα και οι αναζητήσεις των τελευταίων εστιάζονται κυρίως στον Ηπειρώτικo χώρο[9], τα θέματα των άρθρων και πραγματειών του Λάππα δεν αντλούνται από την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά πραγματεύονται φιλοσοφικά και φιλολογικά ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, ενώ απ’ ό, τι φαίνεται μέχρι στιγμής, οι πολιτικές του παρεμβάσεις και «συγκρούσεις» στον τύπο είναι ελάχιστες. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως ο Λάππας απείχε από τα Ηπειρωτικά πράγματα! Το αντίθετο αποδεικνύεται από τη συμμετοχή του στις προεπαναστατικές διεργασίες, σε διαπραγματεύσεις και, με κίνδυνο της ζωής του, σε πολεμικές επιχειρήσεις στον τόπο καταγωγής του. 

Ίσως το γεγονός της «αποστασιοποίησής» του να «υπαγορεύονταν» απλά από το αντικείμενο και το επίπεδο των σπουδών του[10], ενώ οι προαναφερθέντες λόγιοι, ως  δάσκαλοι, ήταν πιο συνδεδεμένοι με τοπικά ζητήματα των περιοχών όπου υπηρέτησαν. 

Δεν ξέρουμε πάντως, κατά πόσο θα ήταν δυνατόν να συνέβαλε στην αποστασιοποίηση αυτή και η τελική αποτυχία του επαναστατικού κινήματος, το κλίμα που ακολούθησε (με εκατέρωθεν επίρριψη ευθυνών από τους συμμετέχοντες και βαρύτατες αλληλοκατηγορίες να εκτοξεύονται[11]) και η ίσως υποχρεωτική μετάβασή του στην Αθήνα[12]. Εάν δεν υπήρχαν δύο περιπτώσεις –ένα κείμενο του 1901 που φέρει την υπογραφή Ρδμ.[13] κι ένα (αμφίβολο αν πρόκειται για δικό του) του 1905[14]–  που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «μικρές επιστροφές» στα θέματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, θα εξαγόταν ίσως το συμπέρασμα πως ο Μίνωας Λάππας αποκόπηκε εντελώς από τα Ηπειρώτικα πράγματα. Εννοείται πως αναφερόμαστε σε συγγραφικό επίπεδο, καθώς απ’ ό, τι φαίνεται, διατήρησε επαφές σε προσωπικό επίπεδο[15]. Ωστόσο τα εθνικά θέματα εν γένει δεν έπαψαν ποτέ να τον απασχολούν.

Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε εν συντομία στις δύο εκδόσεις που έγιναν τη δεκαετία του 1870, ενώ θα ακολουθήσει και δεύτερο μέρος όπου θα επιχειρείται μια ιχνηλάτηση των κειμένων που δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες από το 1877 περίπου, μέχρι το θάνατό του το 1917. 

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

 

Ο περί του δικαίου αγών

Από τις πληροφορίες που μας είναι διαθέσιμες μέχρι στιγμής, η άκρη του νήματος των δημοσιεύσεων του Μ. Λάππα εντοπίζεται στην  έκδοση το 1874, στην Αθήνα, της μετάφρασης του βιβλίου Der Kampf ums Rechts του γερμανού νομικού καθηγητή Rudolf von Ihering, υπό τον τίτλο Ο περί του δικαίου αγών (Εκ του Τυπογραφείου Ν. Σ. Πάσσαρη). Αξίζει να σημειωθεί πως ο «Ιέριγγ» ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου Γοττίγγης (Göttingen), όπου και φοίτησε ο Λάππας κατά το έτος 1872. Το 1873-1874 συνεχίζει στην Χαϊδελβέργη ενώ το έτος της έκδοσης μάλλον θα συνεχίζει τις σπουδές του στην Αγγλία.

Το έργο του γερμανού καθηγητή προκάλεσε εντύπωση, έτυχε πολλών εκδόσεων σε σύντομο διάστημα και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Πρόκειται για  μια ομιλία του που εκφωνήθηκε το 1872 στη Βιέννη η οποία στη συνέχεια υπέστη επεξεργασία για να εκδοθεί. Στo εισαγωγικό σημείωμα της ελληνικής μετάφρασης, ο Λάππας «αντί του προλόγου του συγγραφέως» ο οποίος «εκτίνεται επί μακρόν», περιλαμβάνει «δι’ ολίγων, την απολογίαν του σοφού νομικού». Προχωρά σε σύντομη περίληψη της «απολογίας» ξεκινώντας από την «κύρια του αυτού ιδέα» και παραθέτει μερικά αποσπάσματα από της απαντήσεις του Ihering προς τις επικρίσεις που δέχτηκε η ομιλία του.

Καταλήγοντας, εξαίρει την αξία του πονήματος του καθηγητή και  προβαίνει σε μια «προσαρμογή» του στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής, όσον αφορά θέματα ατομικών δικαιωμάτων -την «ημετέραν ατελή δικαιοδοσίαν» – και των εθνικών δικαίων. Κατά τη γνώμη του, η κυριότερη αιτία για την «εξασθένισιν του εθνικού τούτου αισθήματος» είναι η κοινή άγνοια ότι η ιδέα του δικαίου είναι από τις μέγιστες και αιώνιες αλήθειες.

Εν συντομία η θέση του: Οι Έλληνες, εμφορούμενοι από προσωπικά συμφέροντα επιτρέπουν την εξασθένιση του πόθου για τα εθνικά δίκαια, θεωρώντας πως η ανάκτηση των δικαίων αυτών είναι θέμα της κατάλληλης συγκυρίας, ενώ στην πραγματικότητα πρέπει να υπάρχει μια συνεχής «προεργασία», μια «προπαίδεια», όπως επίσης και η αναγωγή της ανάκτησης της απολεσθείσας αυτονομίας σε κύριο μέλημα του έθνους. Ο  «Περί δικαίου αγών» μπορεί να αποβεί χρήσιμος προς την συνειδητοποίηση του γεγονότος αυτού. «Ο υπέρ του υβριζομένου δικαίου και της ελευθερίας αγών είναι το ιερότατον και μέγιστον των ανθρωπίνων και ελληνικών καθηκόντων».

 

Η 25η Μαρτίου

Tο 1876, εκδίδεται στη Μασσαλία ο λόγος Η 25η Μαρτίου (Τυπογραφείον Καϋέρου και Σιας) τον οποίο ο Μίνως Λάππας είχε ο ίδιος εκφωνήσει στον «Ελληνικό Σύλλογο» της Μασσαλίας. Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστό προς το παρόν, στο πλαίσιο ποιας συγκυρίας βρέθηκε στη Μασσαλία. Ούτε και στο ίδιο το έγγραφο παρατίθενται πρόσθετες πληροφορίες που θα μπορούσαν να φωτίσουν τον λόγο της παρουσίας του εκεί.

Στον ανυπόγραφο πρόλογο -που δεν αποκλείεται να είναι του ιδίου, αν και αναφέρεται στον συγγραφέα σε τρίτο πρόσωπο- επισημαίνεται πως εκδίδοντας τον λόγο αυτόν ο συγγραφέας δεν προσπαθεί να επιδείξει κάποια καινοφανή κρίση και γνώμη αλλά μόνος σκοπός του είναι να δείξει σε αυτούς για τους οποίους εκφωνήθηκε, ότι η 25η Μαρτίου δεν είναι και δεν πρέπει να είναι «άμουσος και συρφετώδης πανήγυρις» που δίδει αφορμή μόνο για κενά λόγια και τετριμμένα «ψυχρά παφλάσματα» αλλά «αξιοί μάλλον της εμβριθούς τιμής και σεμνότητας» που επιβάλει αυτονοήτως και νομίμως το μεγαλούργημα του 1821. Το κείμενο διαπνέεται από την αίσθηση του ανολοκλήρωτου της ελληνικής επανάστασης, της «μεγαλοπρεπής αυτής κάθαρσης του μακρού και ποικίλου ημών δράματος», ενώ επανέρχεται συχνά μια «επίκληση προς στη μοίρα» για την αποκατάσταση της κατάφορης αδικίας, τις βάσεις της οποίας έθεσαν οι ήρωες του ΄21.

Είναι ευνόητο να συμπεράνει κανείς ότι στην 25η Μαρτίου (και στον πρόλογο της μετάφρασης του Περί του δικαίου αγώνος) αντανακλάται το ιδεολογικό στίγμα του Μ. Λάππα και γίνονται εμφανείς οι αντιλήψεις με τις οποίες ήταν εμποτισμένος και οι οποίες τον οδήγησαν δύο χρόνια αργότερα να συμμετάσχει στην αποτυχημένη απόπειρα για απελευθέρωση της «Άνω Ηπείρου», στα πλαίσια των επαναστατικών κινημάτων της εποχής. Ωστόσο, οι αντιλήψεις αυτές  θα λέγαμε πως αποτελούσαν κτήμα της πλειοψηφίας των συμπατριωτών του μέσα στον απόηχο της Ελληνικής επανάστασης και στην προσπάθεια απελευθέρωσης άλλων περιοχών όπου διαβιούσαν Έλληνες, ενώ άλλοι λαοί προσπαθούσαν να αποκτήσουν τα δικά τους εθνικά κράτη. Κατά κάποιο τρόπο, η ίδια η εποχή εμφορείται από το πνεύμα αυτό. Για να επικεντρωθούμε προσωπικά στον Λάππα, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο 1821, το οποίο «παραμένει, ως μη όφειλε, ακόμα ανεκπλήρωτο, αφού εγώ και πολλοί από μας βεβαίως, παραμένουμε εκτός της ποθητής αυλής εξ’ αιτίας του άθλιου και παράνομου διαγράμματος της μισερής διπλωματικής βούλησης…»[16]

Τα ίχνη του εντοπίζονται ξανά το 1877 στην Κέρκυρα, όπου πιθανόν εργάζεται ως καθηγητής[17], ενώ συμμετέχει σε επιτροπές που προσπαθούν να έρθουν σε συνεννόηση με παράγοντες της «Άνω Ηπείρου» για κοινή εξέγερση. Την περίοδο αυτή συνεργάζεται με την κερκυραϊκή εφημερίδα «Ελληνισμός» η οποία αποτελεί δημοσιογραφικό όργανο μίας εξ αυτών των «μυστικών εταιριών»[18]. Το ενδεχόμενο να βρίσκεται ανάμεσα στα πύρινα άρθρα-προάγγελους της απόβασης στις απέναντι ακτές των Αγίων Σαράντα, μια κριτική του Λάππα επί κριτικής του Εμ. Ροΐδη για «την ποίησην του Γ. Ζαλόκωστα», θα εξεταστεί στο δεύτερο σκέλος του άρθρου.

Ν. Θαλασσινός

 

 

[1] Ο περί του δικαίου αγών / Υπό Ρουδόλφου Ιέριγγ καθηγητού του Πανεπιστημίου Γοττίγγης, κ.τ.λ., Εκ του γερμανικού υπό Μ. Α. Λάππα, Εκ του Τυπογραφείου Ν. Σ. Πάσσαρη, Αθήνα 1874 και Η 25 Μαρτίου / Υπό Μ. Α. Λάππα, Τυπογραφείον Καϋέρου και Σιας, Μασσαλία 1876.

[2] Βαρελάς 2014, σ. 146.

[3] Μπαράς 1966, σ. 33.

[4] Κορώσης Β. Χ., Μελέτες για τη Δρόβιανη, σ. 10.

[5] Στο βιβλίο του Βασίλειου Μπαρά Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές του περιοχές, Αθήνα 1966, σ. 32., διαβάζουμε πως ο Λάππας εξέδιδε στην Κέρκυρα την εφημερίδα Ανατολικός Αστήρ. Προφανώς θα πρόκειται για λανθασμένη αναφορά καθώς η συγκεκριμένη εφημερίδα εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη. Στα απομνημονεύματα του Γιώργου Παπά (1848 – 1943), πατέρα της συγγραφέως Κατίνας Παπά, ο Λάππας αναφέρεται ως εκδότης της κερκυραϊκής εφημερίδας Ελληνισμός. Το χειρόγραφο «Η βιογραφία μου και διάφορα οικογενειακά συμβάντα όταν ευρισκόμεθα εις τη λοκάντα» βρίσκεται στο προσωπικό αρχείο του Θωμά Στεργιόπουλου. Σε άρθρο της εφ. Ελληνισμός πάντως, λίγο μετά την αποτυχία του επαναστατικού κινήματος, ο Μ. Λάππας αποκαλείται ως «αξιότιμος φίλος και άλλοτε πολύτιμος ημών συνεργάτης». Βλ. Ελληνισμός, αρ. φ. 42, 13 Ιουνίου 1878. Φυσικά, ο Λάππας δεν υπήρξε «πολιτικός αρχηγός της επανάστασης των Ηπειρωτών κατά το έτος 1878» (βλ. Μπαράς 1966, σ. 32), αλλά ένας εκ των αρχηγών των ένοπλων τμημάτων που έλαβαν μέρος στης επιχειρήσεις (Βλ. Σεϊζάνης Μ. Δ., Η Πολιτική της Ελλάδος και η Επανάστασις του 1878 εν Μακεδονία, Ηπείρω και Θεσσαλία, Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Αθηναϊδος, 1878) . Επίσης συμμετείχε στις προεπαναστατικές διαπραγματεύσεις με την αλβανική πλευρά ως μέλος των εθνικών επιτροπών στην Κέρκυρα. Βλ. Σκουλίδας Η. Γ. «Οι σχέσεις Ελλήνων και Αλβανών κατά το 19ο αιώνα: πολιτικές επιδιώξεις και θεωρήσεις (1875 – 1897)», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2001, σ. 106. Αυτές, όπως  και άλλες συγκεχυμένες πληροφορίες του βιογραφικού σημειώματος το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Β. Μπαρά, μας κάνουν να είμαστε επιφυλακτικοί. (Το σημείωμα αποδίδεται στον Γεώργιο Γάγαρη. Βλ. Βαρελάς 2014).

[6] Έχει εντοπιστεί μια ανταπόκριση από το μέτωπο (περιοχή Άγιων Σαράντα) που υπογράφεται κι από τον Μ. Λάππα ανάμεσα σε άλλους αγωνιστές (βλ. Ελληνισμός, αρ. φ. 31, 21 Φεβρουαρίου 1878) και μια απάντηση στην αντίπαλη πλευρά (αποτελούμενη από πρώην συναγωνιστές) που προέκυψε μετά την αποτυχία της επαναστάσεως, η οποία φέρει την υπογραφή Ν. Λ. Λάππας μαζί με εκείνην του Γ. Στεφάνου. Βλ. Ελληνισμός, αρ. φ. 34, 4 Απριλίου 1878. Όλα τα άρθρα και οι πραγματείες που εντοπίσαμε μέχρι στιγμής φέρουν ψευδώνυμο.

[7] Μια «φοβερή στιχομαχία» μεταξύ Γεωργίου Σουρή και Μίνωα Λάππα, Δρυς (periodikodrys.gr), 13 Ιουνίου 2017.

[8] Ο Κωστής Παλαμάς για τον ευρυμαθή λόγιο Μίνωα Λάππα, Δρυς (periodikodrys.gr) 5 Αυγούστου 2017.

[9] Ο Αθανάσιος Πετρίδης (1828-1912), εκτός από τα πολυάριθμα άρθρα που αφορούσαν θέματα της Ηπείρου και Αλβανίας, δημοσίευσε και αρκετές μελέτες για την Πελοπόννησο καθώς υπηρέτησε ως δάσκαλος σε Μεσσηνία, Ηλεία και Λακωνία. Βλ. Καραβίας Νότης Δ., Αθανάσιος Π. Πετρίδης. Ο υποδειγματικός Βορειοηπειρώτης λόγιος. Εργογραφία και άλλες άγνωστες πτυχές της ζωής του, Αθήνα 1995. Ομοίως και ο Βασίλειος Ζώτος Μολοσσός (1837-1912), εκτός από τις «Ηπειρωτικές Μελέτες» του και τις άλλες δημοσιεύσεις (συν μερικές προαναγγελίες για δημοσιεύσεις που δεν ευοδώθηκαν!), επεκτάθηκε και σε Θεσσαλία (Θεσσαλικαί μελέται, Αθήναι 1882) και σχεδόν σε όλη την Βαλκανική με τα Δρομολόγιά του, όπως και σε άλλα πεδία έρευνας και εκδόσεων. Ωστόσο, οι δύο αυτοί λόγιοι, όπως και ο Νικόλαος Μυστακίδης, αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους φέρνοντας στην επιφάνεια άγνωστες μέχρι τότε πτυχές της ιστορίας και λαογραφίας της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Και οι τρεις τους, υπήρξαν συλλέκτες δημοτικών τραγουδιών, εκτός των άλλων.  Ενώ ο Λάππας, θα λάβαινε θέση δίπλα στους επίσης δροβιανίτες βυζαντινολόγους Θεμιστοκλή Βολίδη και Λυσίμαχο Οικονόμο, οι οποίοι «δεν ασχολήθηκαν, δυστυχώς, με την Ήπειρο». Βλ. Μπαράς 1966, σ. 309.

[10] Το 1869 γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Χωρίς να αποφοιτήσει, συνεχίζει με υποτροφία τις σπουδές του αρχικά στην Ακαδημία της Γενεύης (1870), και μετά στη Γερμανία. Σπουδάζει φιλοσοφία στη Λειψία, 1871-1872, στη Γοτίγγη, 1872-1873, στη Χαϊδελβέργη, 1873-1874 και συνεχίζει στην Αγγλία. (Βλ. Βαρελάς 2014).

[11] Δημοσιεύματα στις εφημερίδες Φωνή Κέρκυρας και Ελληνισμός κατά τους μήνες Απρίλιο-Μάιο-Ιούνιο του 1878.

[12] Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, ο συμπολεμιστής του Λάππα, αντιμοίραρχος Γ. Στεφάνου, μαζί με άλλους «συμμετέχοντες εις την επανάστασιν αξιωματικούς της χωροφυλακής, τοποθετούνται μακράν της μεθορίου». Ο Στεφάνου «τοποθετείται» στην Λακωνία, αλλά σύντομα τον συναντάμε «εις Αθήνας». Βλ.  Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής 1833 – 1967, Εκδοτικός Οίκος Χρηματιστήριον του Βιβλίου, Αθήναι 1965, τόμος Β΄, σ. 680. Πάντως μια μετάβαση του Λάππα στην Αθήνα, η οποία δεν γνωρίζουμε αν είναι οριστική, προαναγγέλλεται στην Εφ. Ελληνισμός, αρ. φ. 42, 13 Ιουνίου 1878.

[13] «Γεώργιος Στεφάνου», Φωνή της Ηπείρου, αρ. φ. 430, 18 Μαΐου 1901.

[14] «Η εν Κρήτη Ιταλική προπαγάνδα», Ο Πύρρος,  αρ. φ. 87, 01 Ιανουαρίου 1905. Υπογράφεται με το ψευδώνυμο Ραδάμανθυς.

[15] «Προνοία του Μίνου Λάππα και του ιατρού Φίλιππου Λάππα, η εν Πάτραις Αδελφότης Δροβιανιτών απεφάσισε την ένωσιν των σχολείων το 1894 και ονόμασε το μεν Παρθεναγωγείον «Κεντρικήν Αστική Σχολήν Δρόβιανης», το δε θηλέων «Ζάππειον Παρθεναγωγείον»». Βλ. Σταύρου Η., Το χρονικό της Δρόβιανης, Αθήνα 1998, σ. 40-41(παραπέμπει σε Μπαρά 1966, σ. 307). Ωστόσο, σε αντίστοιχη ανταπόκριση για το γεγονός στην εφημερίδα Φωνή της Ηπείρου, αναφέρεται μόνο ο Φίλιππος Λάππας. «Αφού δε κατωρθώθη η από πολλών ετών επιδιωκομένη ένωσις των εκπαιδευτηρίων Άνω και Κάτω Δρόβιανης δια των ενεργειών του κ. (Φίλιππου) Λάππα…» Βλ. Φωνή της Ηπείρου, αρ. φ. 104, 16 Σεπτεμβρίου 1894. Για το Παρθεναγωγείον Δρόβιανης, αναφέρεται πως «Επροικοδοτήθη δι’ ενεργειών του διαπρεπούς καθηγητού Πανεπιστημίου Μίνου Λάππα, δια κληροδοτήματος του μεγάλου ευεργέτου Κ. Ζάππα…». Βλ. Μπαράς 1966, σ. 305.  Επίσης «Το 1914-15 εγένετο η αφομοίωσις των σχολείων, οπότε ιδρύθη, προνοία του Μ. Λάππα, το πρώτον εν Ηπείρω Ημιγυμνάσιον…». Βλ. Μπαράς 1966, σ. 307.

[16] Η 25η Μαρτίου, σ. 4.

[17] Μπαράς Β., 1966, σ. 32.

[18] Σκουλίδας Η. Γ. «Οι σχέσεις Ελλήνων και Αλβανών κατά το 19ο αιώνα: πολιτικές επιδιώξεις και θεωρήσεις (1875 – 1897)», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2001, σ. 100.

 

 

 

 

 

Share on Facebook17Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση