«Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ» – Δελβίνου εγκώμιον και άλλα εθνογραφικά

Για το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ζαφειράτη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ροές.

 

Τα τελευταία χρόνια, οι Εκδόσεις Ροές έχουν συμπεριλάβει στους καταλόγους τους αρκετά βιβλία Βορειοηπειρωτών συγγραφέων. Συγκεκριμένα, στη σειρά «Οι Ηπειρώτες», της οποίας υπεύθυνος τελεί ο γιατρός-διηγηματογράφος Θωμάς Στεργιόπουλος, δίπλα σε έργα των Χριστοβασίλη, Λυμπερόπουλου, Κρυστάλλη, έχουν φιλοξενηθεί και δείγματα του έργου των Μιλτιάδη Οικονομίδη, Ανδρέα Ζαρμπαλά, Θωμά Στεργιόπουλου, μια Ανθολογία Βορειοηπειρωτικού Διηγήματος, κτλ. Τελευταία πρόταση  της σειράς αυτής προς το αναγνωστικό κοινό, είναι το βιβλίο του ποιητή-συγγραφέα από τους Αγίους Σαράντα, Βαγγέλη Ζαφειράτη.

Ο Ζαφειράτης είναι γνωστός ως ποιητής και ερευνητής εθνογραφικών και λαογραφικών θεμάτων που αφορούν τον ελληνισμό της Αλβανίας, αλλά και ως, για μεγάλο χρονικό διάστημα, στέλεχος της οργάνωσης των ελλήνων Ομόνοια.

Η πιο πρόσφατη συμβολή του στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς του χώρου, η οποία φέρει τον ποιητικό τίτλο «Η μοναξιά της πέτρας», θα μπορούσε να χωριστεί σε δυο μέρη. Το ένα αποτελείται από μια εξέχουσας σημασίας μονογραφία για την πόλη του Δελβίνου,  η οποία καταλαμβάνει σχεδόν τις μισές σελίδες του βιβλίου, και το άλλο από παλαιότερα εθνογραφικά – λαογραφικά κείμενα τα οποία έχουν εμπλουτιστεί περεταίρω και έχουν υποστεί νέα επιμέλεια σε μια προσπάθεια ορθής παρουσίασής τους στο κοινό. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η επίσης εκτεταμένη (και ιδιαίτερη για τα τοπικά δεδομένα) μελέτη για τον γνωστό άγιο της περιοχής, επίσκοπο Ευροίας Δονάτο, ο οποίος έχει σημαδέψει τη λαϊκή μνήμη με τη δράση του και κυρίως με την εξόντωση του δράκου που «είχε την φωλιά του δίπλα στην πηγή του νερού στη Σωρωνειά» και λυμαίνονταν τα γύρω χωριά. Τα υπόλοιπα αφορούν λαογραφικά θέματα της περιοχής (Σημειώσεις για τα νανουρίσματα, Σημειώσεις από ένα γάμο και μερικές ιστορικού-εθνολογικού περιεχομένου παρεμβάσεις του συγγραφέα).

Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε πως διαφοροποιεί το πόνημα του Ζαφειράτη από άλλα (ή ακριβέστερα, από τα περισσότερα) ανάλογα βιβλία του Βορειοηπειρωτικού χώρου είναι η κατά κάποιο τρόπο αίσθηση ισορροπίας που το διαπνέει. Η «σωστή» δοσολογία, με την έννοια της περιηγητικής και συναισθηματικής χροιάς της δουλειάς του, σε συνδυασμό με την επιστημονική υποστήριξη των επιχειρημάτων του και την παράθεση στοιχείων από μια πλούσια βιβλιογραφία. Το γεγονός πως δεν πρόκειται περί ενός αμιγώς επιστημονικού κειμένου, δεν σημαίνει αυτόματα πως έχουμε να κάνουμε με έκπτωση της ποιότητας ή με θυσία της εγκυρότητας στο βωμό της επικράτησης μιας κατάστασης συγκινησιακής φόρτισης. Αντιθέτως, παρατηρείται μια πετυχημένη κατανομή των δύο αυτών στοιχείων, πράγμα που καθιστά το έργο προσιτό (κι ευκολοδιάβαστο) για οποιονδήποτε προσεγγίζει το θέμα με μια πιο συναισθηματική ματιά και προδιάθεση, αλλά και για τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, ο οποίος δεν θα μείνει ανικανοποίητος. 

Ο Ζαφειράτης φωτογραφίζει το χωρίς στέγη και παράθυρα αρχοντικό του Μανάρη, ψάχνει τα πέτρινα λιοντάρια και το παλιό κλειδί του ιερού ναού της Παναγίας του Δελβίνου,  ο οποίος δεν υπάρχει πια, περπατά τα στενά δρομάκια και επισκέπτεται τον ιερό Ναό της Παναγίας των Ξένων στην Κέρκυρα (Ο οποίος είναι κτισμένος με δαπάνες Ιωαννιτών, Παραμυθιωτών και Δελβινιωτών και είχε εξελιχθεί σε εστία φώτων για το νησί αλλά και σε χώρο υποδοχής κατατρεγμένων από την ευρύτερη περιοχή). Αισθάνεται, αφουγκράζεται, οσμίζεται το χώρο, ακόμα «ανάβει ένα κερί» πριν αναδιφήσει σε ιστορικά έγγραφα και μας κάνει κοινωνούς των πολύτιμων ευρημάτων του.

Σε κάθε υποκεφάλαιο, η περιγραφή της επιτόπιας παρουσίας του μοιάζει με σύντομο καλωσόρισμα πριν ακολουθήσουν οι αντίστοιχες πληροφορίες και οι λεπτομερείς αναφορές, αντλημένες από πολυσήμαντες πηγές όπως ο Κώδικας της εκκλησίας του  Δελβίνου, εφημερίδες των τελών του 19ου αιώνα, περιοδικά της εποχής, κατάστιχα ιερών μονών, υπομνήματα, το αρχείο του Αλή Πασά, ενώ  ξεχωρίζουν τα ονόματα των Βασιλείου Μπαρά, Παναγιώτη Αραβαντινού, Βασίλειου Κυράνη, Φ. Πουκεβίλ, Σπύρου Στούπη, Κ.Ν. Δέδε, Γεωργίου Χαρ. Παπαδόπουλου, N.G.L Hammond, Κωνσταντίνου Σάθα, Valter Shtylla, Vexhi Buharaja, Gjerak Karaiskaj κ.ά.

Έτσι, τα πολυπληθή στοιχεία που έχει συλλέξει και μας παρουσιάζει, συνθέτουν ένα παζλ (με το συναίσθημα της νοσταλγίας, να αποτελεί συγκολλητική ουσία των κομματιών του) το οποίο ξεδιπλώνει σταδιακά μπροστά μας το Παλιό Δέλβινο! Τη βυζαντινή παράδοση, τις συνοικίες του (Λάκκα, Καλαποδάτες και Παπουτσήδες), τα κτίρια (παραδοσιακά αρχοντικά, ιερούς ναούς που δεν υπάρχουν πια ή που μετατράπηκαν σε τζαμιά, τα παλιά σχολεία, βρύσες και πηγές, το Κάστρο) γνωστές οικογένειες με συμβολή στο γίγνεσθαι της ευρύτερης περιοχής, τα γράμματα, στα οποία η πόλη κατείχε σημαντική θέση (Όλοι οι δρόμοι περνούν από το Δέλβινο!), τους ήχους και τα χρώματα εποχών ακμής και την πτώση, τους ξενιτεμούς και τους αναγκαστικούς εκτοπισμούς, τα διάφορα ιστορικά γεγονότα-σταθμούς  που συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτού που τώρα είναι η πόλη. Γιατί η πόλη που μας αποκαλύπτει σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας, δεν υπάρχει πια!

Αν το κεφάλαιο του Θωμά Στεργιόπουλου στο βιβλίο Η άγνωστη Ρωμιοσύνη, αποτέλεσε μια πρώτη απόπειρα επανασύνθεσης της εικόνας αυτής, το αντίστοιχο κεφάλαιο του Ζαφειράτη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια καθ’ όλα αξιόλογη συνέχεια αυτής της απόπειρας, ως μια σαφώς πιο εκτεταμένη μελέτη, μια σημαντική παρακαταθήκη για όποιον θα επιθυμούσε να αποκτήσει εις βάθος γνώση του αντικειμένου και γιατί όχι (!), για όποιον θα επιχειρούσε να παραλάβει τη σκυτάλη και να προχωρήσει παραπέρα προσθέτοντας νέες ψηφίδες στο υπάρχον υλικό.

Αντίστοιχα, στο δεύτερο μεγαλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας ακολουθεί τα χνάρια του Αγίου Δονάτου επισκεπτόμενος ολόκληρο το χώρο δράσεώς του, παραθέτει αφηγήσεις κατοίκων για τον μύθο της δολοφονίας του δράκου, σκιαγραφεί τις πτυχές της παρουσίας του ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει εμπεριστατωμένα το ιστορικό και θρησκευτικό υπόβαθρο της εποχής του (4ος αιώνας μ.Χ). Εδώ έγκειται και η αναφερθείσα παραπάνω ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία του συγκεκριμένου κειμένου. Μια σημαντική φυσιογνωμία που ως τώρα κινούταν στο χώρο του θρύλου, τοποθετείται στην ιστορική της διάσταση!  Επίσης, με όχημα το γνωστό μύθο του δράκου της Σωρωνειάς, ο συγγραφέας μας ξεναγεί στον πολιτιστικό και κυρίως εκκλησιαστικό χάρτη της περιοχής Δελβίνου και Αγίων Σαράντα.

Ευχάριστη έκπληξη αποτελούν οι εντυπώσεις του συγγραφέα από την πρώτη εικαστική έκθεση που φιλοξενήθηκε στη νέα πινακοθήκη της πόλης των Αγίων Σαράντα (εγκαινιάστηκε το 2012), με την συμμετοχή ντόπιων ζωγράφων και γλυπτών. Έχουμε έτσι μια παρουσίαση των έργων της συγκεκριμένης έκθεσης αλλά και μια σύντομη αναφορά σε χαρακτηριστικά στοιχεία για το καλλιτεχνικό ύφος κάθε δημιουργού ξεχωριστά.

Εν κατακλείδι, και με μια ποιητική διάθεση, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ο Βαγγέλης Ζαφειράτης δεν περπατά μόνο στα χνάρια του Αγίου Δονάτου, αλλά και των δασκάλων Βασίλειου Μπαρά, Γρηγόρη Κατσαλίδα, Γιώργου Παναγιώτου κ.α. Τους ακολουθεί επάξια και με το παρόν βιβλίο θέτει υποψηφιότητα να μνημονεύεται κι αυτός στο μέλλον ως συνεχιστής τους.

Το νέο βιβλίο του, δεν συστήνεται ανεπιφύλακτα μόνο σε κάθε Βορειοηπειρώτη (πράγμα φυσιολογικό και ίσως επιτακτικό) αλλά και σε οποιονδήποτε Έλληνα (απ’ όπου κι αν έλκει την καταγωγή του) θα ήθελε να έρθει σε επαφή με την ιστορία, τους θρύλους και της παραδόσεις του ελληνισμού της Αλβανίας.

Ν. Θαλασσινός

 

 

 

Share on Facebook24Share on Google+0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0Print this pageEmail this to someone

Αφήστε μια απάντηση